Αμαξάδες και πόθοι


Τι ωραίες που είναι ρε οι βόλτες με το αμάξι όταν δεν οδηγείς εσύ. Αμαξάδες, έτσι τις λέει ο αδερφός μου. Συνοδηγός αράζεις κι αγναντεύεις τα τοπία.

Και ακούς μουσική, ή κουβεντιάζεις, ή σιωπηλά συνυπάρχεις.

Και τότε σκέφτεσαι.

Καλοσύνη σήμερα, συνοδηγός, σκέφτηκα.

Σκέφτηκα πως η καλύτερη αμαξάδα πρέπει να είναι με κάποιον που αγαπάς και σ’αγαπάει και αγαπιέστε.

Και τότε σκέφτηκα πως κάποτε ήμουνα πουλί και μ’αγαπούσανε πολλοί.

Κι αν έχω αγαπήσει μία φορά στη ζωή μου, έχω ποθήσει εκατό.

Τούτο, λοιπόν, το μικρό ποστ είναι για όλους εκείνους τους στιγμιαίους πόθους. Όλους αυτούς και όλες αυτές που αντίκρυσα και γνώρισα και θα ήθελα να γνωρίσω λίγο καλύτερα και θα ήθελα να κρατήσω στα χέρια μου και θα ήθελα να με κρατήσουν στα δικά τους. Θα μπορούσαν να έχουν γίνει έρωτες και φιλίες.

2015


Τεράστιο, ήταν απλώς τεράστιο.

ΤΕΡΑΣΤΙΟ.

Η χρονιά των Τεράστιων.

Ας τα πάρουμε από την αρχή.

1. Αγροτικό
Έπιασα δουλειά ως αγροτικός ιατρός στο χωριό, λίγους μήνες αφού πήρα το πτυχίο. Πρώτη φορά δούλεψα ως γιατρός, πρώτη φορά πληρώθηκα για τις ιατρικές μου υπηρεσίες, πρώτη φορά ανέλαβα την ευθύνη της υγείας και της ζωής ενός ανθρώπου, πρώτη φορά υπέγραψα και σφράγισα ότι ναι, αυτή την ευθύνη την αναλαμβάνω εγώ, ναι, πρώτη φορά μπήκα στο ασθενοφόρο, πρώτη φορά έκανα καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση, πρώτη φορά διαπίστωσα θάνατο, πρώτη φορά υπήρξα γιατρός, και ό,τι αυτό συνεπάγεται. Μα ακόμα, πρώτη φορά έζησα σε χωριό και πρώτη φορά έζησα μόνη μου. Τεράστιο. Σε τρεις μέρες κλείνω έναν χρόνο στο αγροτικό και πάω για παράταση, είμαι η «παλιά». Τεράστιο.

#agrotiko

2. Μαμά
Ξαφνικά, αναπάντεχα, απότομα, αιφνιδίως, ακατανόητα. Εφημέρευα και εξέταζα έναν αλκοολικό ασθενή με κολικό νεφρού, την ώρα που η μαμά έμπαινε στην εντατική. «Η εντατική δεν είναι καταδίκη» έλεγα και ξαναέλεγα και ξαναέλεγα και ξαναέλεγα και ξαναέλεγα. Τελικά ήταν. Τεράστιο. Τεράστιο και το Κενό. Μανούλα.

3. Οδυσσέας
Γύρισε ο Οδυσσέας στην Ιθάκη και ήρθε η σειρά της Πηνελόπης να φύγει και να πάει στο χωριό. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, μα στην πορεία τα πράγματα χάλασαν, και έτσι η Πηνελόπη κι ο Οδυσσέας πήραν ξεχωριστούς δρόμους ύστερα από σχεδόν πέντε χρόνια. Είχα φανταστεί τα παιδιά μας μελαχρινά γαλανομάτικα. Μα κι αν η απώλεια συγκριτικά υστερεί, είσαι κι εσύ μιαν απώλεια, και τώρα, ψύχραιμη πλέον, μπορώ να πω ότι ελπίζω να βρεις κι εσύ τον δρόμο σου και κάτι καλύτερο από την επική μας περιπέτεια.

4. Πυρκαγιά
Ξημερώματα 17ης Ιουλίου, χτυπάει το τηλέφωνο. «Συνάδελφε, έχει πιάσει φωτιά το Φαρακλό, να είσαι σε επιφυλακή». Μέσα σε λίγες ώρες είχαν καεί όλα τα γύρω χωριά και η φωτιά μας πλησίαζε. Αγκαλιά με τον απινιδωτή έτρεχα μέσα στους καπνούς. Διασχίσαμε φλόγες. Περιθάλψαμε πυροσβέστες. Ξαγρυπνήσαμε. Έζησα μία φυσική καταστροφή. Επέζησα από μία φυσική καταστροφή. Υπήρξα γιατρός κατά την διάρκεια μίας φυσικής καταστροφής. Τεράστιο.

5. Τα καλά πράγματα συμβαίνουν εκεί που δεν τα περιμένεις
Πού να το περιμένω βέβαια, ο Βασιλάκης Καΐλας ο ίδιος, ότι μέσα στο πένθος και στις φουντωμένες λόγω των συνθηκών ανασφάλειες, μέσα σε μια βραδιά θα μου υπενθύμιζε ένας άνθρωπος ότι μπορώ να σταθώ στα πόδια μου και ότι είναι καιρός να αφήσω τα δεκανίκια στην άκρη. Η ζωή συνεχίζεται και την έχω όλη μπροστά μου. Το είχα ξεχάσει, βλέπεις. Τεράστιο.

6. Καρχαρίας
ΠΗΡΑ ΣΚΥΛΟ. Και τον βάφτισα Καρχαρία. Είναι το καινούριο μέλος της ξαφνικά ολιγομελούς οικογένειας, είναι το σκυλοπαιδί μου. Ένα σκανταλιάρικο θηριώδες κουτάβι δώδεκα κιλών αυτή τη στιγμή που γράφω. Έχει κατακτήσει ήδη το «κάτσε», το «περίμενε», το «ξάπλα», και τον καναπέ. Του αρέσει να χοροπηδάει και να με δαγκώνει. Με απασχολούν ιδιαιτέρως οι κενώσεις του και μιλάω σχεδόν αποκλειστικά γι’αυτόν. Είμαι μία χαζή σκυλομάνα. Τεράστιο.

2016

Συνοπτικά αυτά ήταν τα Τεράστια του 15 και τώρα πρέπει να τα διαχειριστώ όλα αυτά.
Σε λίγους μήνες ξεκινάω ειδικότητα σε ένα μεγάλο τριτοβάθμιο χαώδες νοσοκομείο.
Κάτι ΤΕΡΑΣΤΙΑ καλό οφείλει να συμβεί φέτος.
Οφείλει.

Αστέρια ασθενοφόρα


Δεν εφημερεύω σήμερα, όχι.

Εφημέρευα όμως πριν λίγες μέρες.

Ήταν μία ήσυχη μέρα, λίγα περιστατικά, τίποτα το σοβαρό, ο επιμελητής μου στο δίπλα ιατρείο αχρείαστος, φάγαμε και σουβλάκια, κουβεντιάσαμε, χασομερίσαμε, πήγε η ώρα 11 το βράδυ, καληνυχτιστήκαμε.

Τσουπ, όμως, να σου το σοβαρό περιστατικό. Και να σου και το δεύτερο απανωτά.

Η ώρα είχε πάει 11μιση κι εμείς δεν είχαμε πλέον ασθενοφόρο. Κάπως έπρεπε να φτάσουν τα περιστατικά στο νοσοκομείο.

Κάπως έτσι βρέθηκα να πηγαίνω 2 παρά τα ξημερώματα με ασθενοφόρο άλλου Κέντρου Υγείας στο δεύτερο πλησιέστερο νοσοκομείο, που απέχει δύο ώρες από το δικό μου Κέντρο Υγείας, γιατί στο πρώτο πλησιέστερο νοσοκομείο, το οποίο απέχει μία ώρα από εμάς, δεν εφημέρευε παθολόγος.

Συνοδηγός, λοιπόν, εγώ στο ασθενοφόρο, με δύο βαριά περιστατικά και έναν συγγενή πίσω, ταξίδι δύο ώρων, ζάλη, ναυτία, τάση προς έμετο, νύστα, κούραση, παραισθήσεις, τρενάκι του τρόμου.

Έβλεπα φώτα στον δρόμο και νόμιζα πως ήταν αυτοκίνητα που κατευθύνονταν καταπάνω μας.

Φτάνουμε στο νοσοκομείο, η τάση προς γίνεται σκέτο έμετος, παραδίδω τα περιστατικά, ο οδηγός κάνει τσιγαράκι, αναχωρούμε.

Η ώρα 3μιση – 4 παρά. Στην διασταύρωση με κατεβάζει το ασθενοφόρο για να πάρω ταξί να επιστρέψω στην βάση μου. Εκατόν σαράντα θαρρώ η ταρίφα.

Συνοδηγός στο ταξί, νεφροειδές στο χέρι, ταξίδι δύο ωρών, ζάλη, ναυτία, τάση προς έμετο, νύστα, κούραση, παραισθήσεις.

Και αναμεταξύ της νύστας, της ναυτίας, και του στρες για τους ασθενείς, κοίταζα με νοητική διαύγεια μπροστά μου και έβλεπα να διασχίζουμε το Έρεβος, το απόλυτο σκοτάδι, την ίδια την Νύχτα, με μεγάλη ταχύτητα, στην απόλυτη ησυχία, και μόνο τα αστέρια πάνω από τα κεφάλια μας, άπειρα και αιώνια.

Ουρανός που εμπνέει την ποίηση και την επιστήμη και την θεολογία.

Έζησα έναν τέτοιον ουρανό, ποιος νοιάζεται για την ταλαιπωρία που έφαγα; Εγώ όχι.

Έχω να πληρωθώ εφημερίες 7 μήνες, δεν έχω πληρωθεί καμία διακομιδή, πλέον μας ζητάνε να πληρώνουμε τα ταξί από την τσέπη μας για να επιστρέφουμε από τέτοιες διακομιδές.

Οι συνθήκες δουλειάς είναι σκατένιες.

Μα η δουλειά μου είναι η πιο όμορφη δουλειά.

Εσύ αγνάντευσες ποτέ την ξαστεριά εν ώρα εργασίας;

25 ή Τα καλύτερα συμβαίνουν εκεί που δεν τα περιμένεις


Τα καλύτερα, λένε, συμβαίνουν εκεί που δεν τα περιμένεις.

Βρε τι βλακείες, έλεγα εγώ.

Κανείς δεν εξηγούσε ποτέ τι είναι αυτά τα καλύτερα, σε σχέση με τι είναι καλύτερα, είναι όντως Τα Καλύτερα ή είναι απλώς καλύτερα από τα σκατά που ζούμε τώρα, θα μπορούσαν, ας πούμε, αντικειμενικά, να είναι μέτρια, αλλά καθότι το μέτριο είναι καλύτερο του κακού, άρα το μέτριο είναι το καλύτερο;

Και τι εννοούν όταν λένε εκεί που δεν το περιμένεις; Λες και κάθεται κάποιος και περιμένει να συμβεί κάτι απροσδιόριστα καλύτερο από το ισχύον; Πώς κάθεται κάποιος και περιμένει; Τις απαιτήσεις εννoούν; Την απραξία μήπως;

Δεν καταλάβαινα.

Τώρα καταλαβαίνω.

Το ρητό είναι χαζό και ασαφές και απολύτως εκτός πραγματικότητας.

Μα καμιά φορά όμως, καμιά φορά λέω, συμβαίνει κάτι καλό, και συμβαίνει να είναι αναπάντεχο.

Οφείλουμε να το εκτιμήσουμε.

Γιατί εκτός από καλό, καμιά φορά μπορεί να είναι και ιδιαίτερο και όμορφο.

Και παράξενο, πιθανώς.

Το εκτιμήσα.

Και αποφάσισα να το φωνάξω και σε ολάκερα τα ίντερνετς, γιατί του αξίζει.

Αξίζει να ειπωθεί και να καταγραφεί και να ανακοινωθεί ότι κάτι καλό συνέβη.

Είχε πολύ καιρό να συμβεί.

Όνειρο


Τα δάχτυλά μου μπλεγμένα με τα δικά σου, ο καιρός είναι δροσερός, περπατάμε στα στενά της Αράχωβας.

Αγοράζω ένα κατάνα, το φοράω στην πλάτη, και συνεχίζουμε την βόλτα μας.

Μπαίνουμε σε ένα μαγαζί με εσώρουχα και αγοράζω κάτι.

Όμως!

Ανοίγω την σακούλα και διαπιστώνω πως αυτό που αγόρασα είναι ένα κουτί ραδιενεργό σεροκουέλ!

Η ζωή μας κινδυνεύει!

Και μετά ξύπνησα.

radioactive

Ανθρωποφάγα τέρατα και ο Καββαδίας


Εφημερεύω.

Είναι μοναχικά.

Έβαλε κρύο έξω και νυχτώνει νωρίς.

Σκοτεινοί άδειοι διάδρομοι, παλιά μηχανήματα που τρίζουν, φύση δέντρα ζουζούνια ζώα, περιμένω να φανεί το φάντασμα κάποιου που έφυγε εδώ μέσα, ή τα φαντάσματα όλων τους, ή ακόμα και κάποιο περίεργο τερατώδες άγριο ζώο απ’τα βουνά που τρώει ανθρώπους και διψάει για αίμα.

Ακούω ουρλιαχτά και τρέχω να δω τι συμβαίνει, αίματα παντού, πανικός, αρπάζω έναν σιδερένιο λοστό και βαδίζω προσεχτικά. Στρίβω στην γωνία, ένα θεόρατο πλάσμα με κοφτερά νύχια και δόντια έχει γραπώσει τον επιμελητή μου απ’τον λαιμό και ετοιμάζεται να δαγκώσει. Ορμάω και το χτυπάω στο κεφάλι με όλη μου την δύναμη. Το τέρας αιφνιάζεται και χαλαρώνει τις λαβές του. Σώζω τον επιμελητή μου και απομακρυνόμαστε τρέχοντας και αναζητούμε καταφύγιο.

Η φαντασία μου καμιά φορά οργιάζει όταν είμαι μόνη.

Καλύτερα να φαντάζομαι περιπέτειες, είμαι ο ήρωας που σώζει τον κόσμο και τους ανθρώπους, επιτίθεμαι στα προβλήματά μου και όλοι μ’αγαπάνε. Ποιος έχει ανάγκη την πραγματικότητα με τέτοια φαντασία;

Κάπου κάπου, όμως, μου ξεφεύγει και καμιά σκέψη ρεαλιστική, και κάπου κάπου αυτή η σκέψη δεν είναι δυσάρεστη. Κάπου κάπου σκέφτομαι τον Μ. που ξέρει απέξω Καββαδία. Και μετά σκέφτομαι τον Καββαδία και τον Μ. Σκέφτομαι πως καθόμαστε οι τρεις μας σε μια λοτζέτα με θέα την θάλασσα, ο ένας καπνίζει τσιγάρο κάμελ, εγώ πίνω ουίσκι, κι ο άλλος πλέκει σαλαμάστρα τα μαλλιά μου. Υγρό όνειρο, να την πάλι η φαντασία, οργίασε.

Είναι σέξι να ξέρεις απ’έξω Καββαδία.

Εφημερία, κρύο, μοναξιά.

Πράγματα που δεν καταλαβαίνω: ο θάνατος και το ίντερνετ.


Εφημερεύω και έχει συννεφιά.

Μερικές φορές δεν έχεις τίποτα να πεις και γι’αυτό σωπαίνεις και κάποιες άλλες φορές έχεις τόσα πολλά να πεις, δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις, οι σκέψεις και τα συναισθήματα είναι τόσα πολλά και τόσο συγκεχυμένα που οι λέξεις είναι λίγες πολύ λίγες. Και σωπαίνεις.

Μόνο άναρθρες κραυγές και αναστεναγμοί ταιριάζουν σ’αυτό το χάος. Άφησα μερικές δεξιά κι αριστερά, μα κανείς δεν κατάλαβε τι σήμαιναν.

Πέρασαν, όμως, μήνες και βδομάδες και πια οι λέξεις έχουν αρχίσει να ξαναβρίσκουν την λειτουργικότητά τους, να ‘μαι εδώ, ορίστε, τις χρησιμοποιώ ξανά.

Παλεύω με τον θάνατο, υποτίθεται, στη δουλειά μου κάθε μέρα. Ένας κύριος έπαθε έμφραγμα και τον διακομίσαμε αμέσως στον πλησιέστερο καρδιολόγο για θρομβόλυση. Ζει και πάει καλά. Ένας άλλος κύριος έπαθε έμφραγμα, και αμέσως ανακοπή, κάναμε όλο το πρωτόκολλο αναζωογόνησης, μία ώρα τον παλεύαμε, δεν τα καταφέραμε, δεν τα κατάφερε.

Δεν τον καταλαβαίνω όμως. Πώς γίνεται να ΜΗΝ ζει κάποιος; Πώς γίνεται να ξέρω ότι αν την πάρω τηλέφωνο δεν θα απαντήσει; Αν φωνάξω το όνομά της δεν θα γυρίσει; Πώς γίνεται να τα ξέρω αυτά και να μην τα καταλαβαίνω;

Απ’την άλλη βέβαια, ούτε το ίντερνετ καταλαβαίνω πώς λειτουργεί (χωρίς φόβο και πάθος, είμαι η Τζεν απ’το ΙΤ Crowd), αλλά ξέρω ότι θα πατήσω το κουμπάκι «δημοσίευση» και θα εκτεθώ σε όλη την υφήλιο.

image

Θέλω σκύλο.

Εφημερεύω και έχει συννεφιά.

Προσοχή στο κενό μεταξύ Άντρα και Γυναίκας


Έχω έναν φίλο, ο οποίος είναι Άντρας. Είναι ό, τι έχουμε στο μυαλό μας όταν σκεφτόμαστε το ανδρικό φύλο, το ισχυρό φύλο, το κυρίαρχο, το πρώτο.
Η όψη του, η φωνή του, η αυτοπεποίθησή του -είναι και έξυπνος, και εμφανίσιμος, και χαρισματικός, και το ξέρει- τα μπράτσα του, ο τρόπος που μιλάει, κοιτάει, κινείται στον χώρο, όλα αντρικά. Είναι ένας Άντρας. Είναι ξεκάθαρο. Αν μου ζητήσει κάποιος να τον περιγράψω θα πω ότι είναι Άντρας.

Έχω και μία φίλη, η οποία είναι Γυναίκα. Είναι μία Μόνικα Μπελούτσι, μια Μπριζίτ Μπαρντό. Είναι θηλυκό. Γλυκιά, χαριτωμένη, τσαχπίνα, σέξι, σεμνή, ταπεινή, ντροπαλή, πρόστυχη. Σε κοιτάζει και τα οιστρογόνα σε μεθάνε, σου θολώνουν το μυαλό, την θες δικιά σου. Είναι έξυπνη και δυναμική, ευάλωτη και αδύναμη.
Είναι όμορφη, μα κι αν δεν ήταν δεν θα σ’ένοιαζε, γιατί την κοιτάς στα μάτια και τα γόνατά σου λυγίζουν, δεν χρειάζεται να κοιτάξεις αλλού. Είναι θηλυκό. Είναι ξεκάθαρο. Αν μου ζητήσει κάποιος να την περιγράψω θα πω ότι είναι Γυναίκα.

Και κάπου στη μέση, ανάμεσα στον Άντρα και την Γυναίκα, υπάρχω εγώ, ένα Ουδέτερο Ον, γένους θηλυκού, όψης σφαιρικής και τριχωτής, με τον αέρα που έχει ένας άχαρος γορίλλας με μεγάλα βυζιά που τον εμποδίζουν να κάνει πλήρως όλες τις κινήσεις των άνω άκρων. Με νοοτροπία homo universalis, διαβάζω τα πάντα, κάνω τα πάντα, μαθαίνω τα πάντα, μίλησε κανείς για στερεότυπα; Τι είναι αυτά;
Και μουσακά θα ψήσω, και σωλήνες θα ξεβουλώσω, και σφουγγαρόπανο θα στίψω, και λάμπες θα αλλάξω, και νύχια θα βάψω, και τσαμπουκάδες θα κάνω, και, τέλος πάντων, όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω, είμαι αυτάρκης.

Είναι περίεργο. Μου φαίνονται παράξενοι αυτοί οι άνθρωποι, τόσο ξένοι ως προς εμένα και την ουδετερότητά μου. Τους παρατηρώ και εντυπωσιάζομαι, είναι σαν εξωτικοί. Νιώθω έλξη και περιέργεια. Πόσοι να υπάρχουν, άραγε, εκεί έξω τόσο αντιπροσωπευτικοί του φύλου τους;

Μα ακόμα κι αν αυτοί οι άνθρωποι ξεφεύγουν επίσης από τα στερεότυπα του φύλου τους, που οι φίλοι μου ξεφεύγουν, μπορεί να μην το χαίρονται πάντα, αλλά ξεφεύγουν, αποπνέουν τον Αέρα του Φύλου. Ακόμα κι αν δεν κάνουν τίποτα, αν απλώς σε κοιτάνε. Αόρατες άηχες άοσμες ακτίνες Αντρίλας ή Θηλυκότητας.

Κι αυτοί οι άνθρωποι, άραγε, ζευγαρώνουν μεταξύ τους, ή μήπως έλκονται από την ξένη ως προς αυτούς και εξωτική κατά συνέπεια ουδετερότητα;

Τι έχει να μας πει η Σιμόν επί του θέματος;

Βαριά σκιά


Βαριά σκιά, μαύρο σύννεφο, μαύρη τρύπα.

Μαχαιριές.

Στην καρδιά.

Παρασκευή βράδυ, δεν δουλεύω, και σκέφτομαι.

Αχ, ψεύτη κι άδικε ντουνιά.

Είσαι μικρός και δεν χωράς τον αναστεναγμό μου.

Εφημερεύω.


Εφημερία. 19.30. Κάπως πρέπει να περάσει η ώρα. Θέλω να φάω. Δεν πεινάω. Μη φας, βαριέσαι. Ο άλλος έγραψε νουβέλες και μυθιστορήματα στις εφημερίες. Εγώ, αγαπητό ημερολόγιο.

Ας έρθουν τώρα που είναι νωρίς, ας μη με ξυπνάνε μέσα στη νύχτα. Άγχος. Θέλω να φάω.

Θέλω να φάω και να κοιμηθώ και να ξυπνήσω και να ζω σε ένα όνειρο, όπου όλοι οι ασθενείς γίνονται καλά, κανείς δεν πεθαίνει πριν τα 85, είναι αρκετά τα 85, προλαβαίνεις να κάνεις τις δουλειές σου, δεν υπάρχει καμία κρίση, όλοι κάνουμε τη δουλειά που αγαπάμε, με συναδέλφους και συνεργάτες που αγαπάμε, η σοκολάτα δεν παχαίνει, τα σουβλάκια κάνουν καλό στον οργανισμό, και οι μανούλες μας τρίβουν την πλάτη μέχρι τα βαθιά γεράματα, γιατί μπορούν.

Μανούλα. Βαθιά γεράματα. Yes, please.

Θέλω να φάω. Ας φάω. Πάω να φάω.

Εφημερεύω.

« Older entries
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.