Σήμερα στη δουλειά – Επεισόδιο 3: Το πειρατικό του Κάπταιν Τζίμη


Σήμερα το πρωί στη δουλειά, στα πλαίσια της καθημερινής ρουτίνας, πήγα να μετρήσω την πίεση σε έναν καινούριο άρρωστο παππούλη.

Η ώρα πρέπει να ήταν οκτώ και μισή το πρωί, ο θάλαμος μύριζε κλεισούρα και κατάκλιση.

«Καλημέεεερα, για δώστε μου το χέρι να μετρήσω μία πιεσούυυυλααα» του είπα, γλυκερή και διεκπεραιωτική, μου βγαίνει αυθόρμητα, και βούτηξα το χέρι του χωρίς να προλάβει να απαντήσει. Σήκωσα το μανίκι του και είδα πως είχε τατουαζ, έναν αετό, κάτι λέξεις ξεθωριασμένες σε λατινικό αλφάβητο, και μια ημερομηνία, έτος 1974.

Ενθουσιάστηκα με την ανακάλυψη, αμέσως συμπέρανα ότι ήταν ναυτικός στα νιάτα του, ήταν πράγματι, λοστρόμος.

Το τατού το είχε χτυπήσει στη Βραζιλία και είχε ταξιδέψει σχεδόν σε όλο τον κόσμο.

Μιλήσαμε λίγο για τα καράβια, αλλά ήταν αρκετά άρρωστος και προχωρημένος σε ηλικία για να μπορέσει να διατηρήσει συζήτηση. Άλλωστε, το πιεσόμετρο είχε μετρήσει ήδη την πίεσή του και έπρεπε να προχωρήσω και στους επόμενους ασθενείς.

Προτού φύγω, και ακόμα μαγεμένη από το μυστηριώδες πλάσμα που είχα απέναντί μου, τον γέρο ναυτικό, απήγγειλα Καββαδία, περήφανη που μπορούσα:

    Το πειρατικό του Κάπταιν Τζίμη

    Που μ’αυτό θα φύγετε κι εσείς

    Είναι φορτωμένο με χασίς

    Κι έχει τα φανάρια του στην πρύμη

    Μήνες τώρα που ‘χουμε κινήσει

    Και με τη βοήθεια του θεού

    Όσο που να πάμε στο Περού

    Το φορτίο θα το’χουμε καπνίσει

Ο παππούλης δεν εντυπωσιάστηκε με τις καββαδιακές μου γνώσεις, ρουθούνισε, και μουρμούρησε γκρίνιες για τους πόνους και τα ενοχλήματά του.

Ως γιατροί μαθαίνουμε να παίρνουμε ιστορικό και να κάνουμε ερωτήσεις. Μαθαίνουμε για τις ερωτήσεις κλειστού τύπου, που έχουν μία πολύ συγκεκριμένη απάντηση, και για τις ερωτήσεις ανοιχτού τύπου, που αφήνεις τον ασθενή να εκφραστεί ελεύθερα.

-Πού πονάς; -Στην κοιλιά

-Τι έπαθες; -Να γιατρέ, από προχθές με έπιασε ένας πόνος ξαφνικά εκεί που έβλεπα σαρβάηβορ […]

Η μισή δουλειά μας είναι να κάνουμε ερωτήσεις σε άγνωστους ανθρώπους.

Κι όμως, κάποιοι από εμάς, δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να κάνουμε απλές ερωτήσεις στους ανθρώπους του κοινωνικού μας κύκλου που θα θέλαμε να γνωρίσουμε καλύτερα. Κι εγώ μαζί μ’αυτούς.

Πώς σε λένε; Πόσο χρονών είσαι; Τι δουλειά κάνεις; Εσύ έχεις τατουάζ; Σου αρέσουν τα ταξίδια; Θα σου άρεσε να σου απαγγείλω Καββαδία κάποιο βράδυ, παρέα με τσιγάρο κάμελ και ουίσκι;

Σήμερα στη δουλειά – Επεισόδιο 2: Κράτος πρόνοιας


Σήμερα στη δουλειά δεν συνέβη και τίποτα το φοβερό οφείλω να ομολογήσω. Ένα ψηλό παιδί μου είπε γεια και χαμογέλασε και αυτό ήταν το highlight της ημέρας μου. Ή της βδομάδας. Ή του μήνα.

Τις προάλλες, όμως, στη δουλεια συνέβη κάτι συγκλονιστικό και τρομακτικά απάνθρωπο.

Εφημέρευα.

Η κλινική Χ κάνει εισαγωγή μία ασθενή και λόγω έλλειψης κλινών στους δικούςτης θαλάμους έρχεται ως φιλοξενία στους δικούς μας.

Ήταν βραδάκι, γύρω στις 10, και μόλις είχαμε τελειώσει την βραδινή επίσκεψη, όταν τα ρουθούνια μας συνάντησαν μία δυσάρεστη μυρωδιά. Μία νεαρή ασθενής μας πλησίασε κλαίγοντας, σε κατάσταση πανικού, ζητώντας να υπογράψει για να φύγει. Ακολούθησαν φωνές και άναρθρες κραυγές.

Η φιλοξενούμενη άρρωστη ήταν μία νεαρή βρωμερή άπλυτη άστεγη ψυχιατρική ασθενής, χωρίς αντίληψη του προσωπικού χώρου και της βαρύτητας της εισβολής του. Έκοβε βόλτες, φώναζε, άπλωνε την δυσωσμία της στις κλίνες των γειτονικών ασθενών, και προξενούσε μεγάλη αναστάτωση γενικώς.

Βρώμαγε, πολύ. Φώναζε, πολύ. Ενοχλούσε, πάρα πολύ.

Δυσφορούσαμε, όλοι.

Περισσότερο από όλους οι συνοδοί και συγγενείς των δύστυχων ασθενών μας, που αρχικά αναστατωμένοι παρακάλεσαν για αλλαγή θαλάμου. Είτε του οικείου τους, είτε της φιλοξενούμενης.

Ως εδώ καλώς, απόλυτα κατανοητή έκκληση, καθότι μιλάμε για ΒΡΩΜΑ.

Έλα όμως που δεν υπήρχε αλλού κρεβάτι.

Και κάπως έτσι ξεκίνησε μία τρομακτική επίδειξη της αγριότητας και ωμότητας του ανθρώπου.

Η αναστάτωση έγινε αγανάκτηση, η αγανάκτηση εξαγρίωση.

«ΒΓΑΛΤΗΝΑ ΤΩΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΤΗΝΕ ΒΓΑΛΩ ΜΟΝΟΣ ΜΟΥ»

«ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΗΛΑΔΗ ΑΡΜΟΔΙΟΣ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΜΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ, ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΣ, Α ΡΕ ΕΛΛΑΔΑΡΑ»

«ΑΝ ΔΕΝ ΤΗΝ ΠΕΤΑΞΕΤΕ ΕΞΩ ΕΣΕΙΣ, ΘΑ ΤΗΝ ΠΕΤΑΞΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ»

«ΤΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ, ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΝΩ ΑΝΑΦΟΡΑ»

Ως γιατρός, προσπαθείς να βοηθήσεις τους ανθρώπους. Είναι άρρωστοι, έχουν συγγενείς αρρώστους, οφείλεις να δείξεις υπομονή, ανεκτικότητα, κατανόηση. Κάθεσαι και ακούς τις φωνές του καθενός που θυμώνει με σένα γιατί δεν ξέρει με ποιον άλλον να θυμώσει, ή γιατί δεν ξέρει πώς αλλιώς να διαχειριστεί το τραγικό γεγονός του να έχεις τον άνθρωπό σου στο νοσοκομείο να πεθαίνει, ή γιατί ξερωγώ γιατί, γιατί. Και ως ένα σημείο είχαν δίκιο, η φιλοξενούμενη ΒΡΩΜΑΓΕ.

Αλλά η υπομονή κάποια στιγμή τελειώνει, η ανεκτικότητα φτάνει ως εκεί που φτάνει η ανθρωπιά.

Η Υγεία, δηλαδή, σύμφωνα με τους εν λόγω ανθρωπάκους, οφείλει να είναι Δημόσια και Δωρεάν μόνο για όσους έχουν σπίτι, λεφτά, δουλειά; Ή για τους μοσχομυριστούς;

Οι άστεγοι που δεν έχουν πού να πλυθούν, δεν έχουν δικαίωμα στην υγεία. Να ψοφήσουν στο πεζοδρόμιο.

Οι ψυχιατρικοί που δεν αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να πλυθούν, δεν έχουν δικαίωμα στην υγεία. Να τους κρεμάσουμε.

Υποκριτές, ανασφαλείς, απάνθρωποι υπάνθρωποι. Τομάρια, χλέπες, φλέμματα. Σιχαμένα ανθρωποειδή.

Λες και οι ίδιοι μοσχοβολάνε φρεσκάδα και ροδόνερο.
Λες και οι ίδιοι είναι ήσυχοι και αθόρυβοι.

Τελικά η φιλοξενούμενη ασθενής έχεσε στο κρεβάτι της, κατούρησε στο διάδρομο, έκανε ένα τσιγαράκι, και εξήλθε λάθρα.

Πιθανώς αυτή να ήταν και η άποψή της για τους ανθρώπους που συνάντησε στο νοσοκομείο.
Θα συμφωνήσω μαζί της. Αν είχε πάρει τις κουράδες στα χέρια της και τις πασάλειβε με πάθος στις μούρες όλων αυτών των απαράδεκτων υποκειμένων, δεν θα είχα φέρει αντίρρηση.

Μάλλον όμως απλώς έκανε την ανάγκη της και έφυγε γιατί βαρέθηκε.

Πώς αντιστέκεσαι στην παρόρμηση να γίνεις μισάνθρωπος;

Εκείνη η χαμογελαστή καλημέρα του ψηλού παλικαριού ήταν το highlight της ημέρας μου.

Αγκαλίτσος


Ο σκύλος μου ο Καρχαρίας είναι 14 μηνών, ζυγίζει 30 κιλά, αν σηκωθεί στα δυο του πόδια φτάνει περίπου το 1,60 σε ύψος, και είναι ένας τεράστιος αγκαλίτσος.
Θέλει συνέχεια γούτσου και αγκαλίτσες.

Αν θέλει αγκαλίτσα, θα βάλει τη μουσούδα του στη μασχάλη μου.
Αν θέλει χάδια, θα μου σκουντήξει το χέρι με τη μύτη του.
Όταν με βλέπει, κουνάει την ουρά, γαβγίζει χαρούμενα, και χοροπηδάει.

Πόσο πιο εύκολα θα ήταν τα πράγματα αν μπορούσαμε και οι άνθρωποι να το κάνουμε αυτό.

Χαίρεσαι που με βλέπεις, κουνάς ουρά, την βλέπω που κουνιέται, χαίρομαι, κουνάω κι εγώ την ουρά.

Και μετά τα φτιάχνουμε, και αγαπιόμαστε, και παντρευόμαστε, και κάνουμε δέκα παιδιά.

Ορίστε, θα έπρεπε όλοι να είμαστε σαν τον Καρχαρία.

Καρχαρίας

Σήμερα στη δουλειά – Επεισόδιο 1: Κουράδα στα ΤΕΠ


Δεν ξέρω τι με έχει πιάσει τις τελευταίες μέρες, ακούω τα μέταλ και πανκ τραγούδια που άκουγα στην εφηβεία. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν άλλη μία βουτιά στη νοσταλγία, καθότι είναι και της μόδας στην εποχή μας, και καθότι γιορτές, και τις γιορτές κυριαρχεί λιγάκι κάπως ένα καταθλιπτικό συναίσθημα στην ατμόσφαιρα.
Την στιγμή, λοιπόν, που για πολλοστή φορά υπενθύμισα στον εαυτό μου ότι οι Metallica λένε exit light, enter night, και όχι εντελβάις -μα πώς μου έκατσε αυτό το εντελβάις- συνειδητόποιησα ότι δεν είναι τυχαίο που αυτή η νοσταλγία αυτής της περιόδου διάλεξε το μέταλ και το πανκ των νιάτων μου.

Μου το έλεγε η φίλη μου η Λ. Είμαι συνέχεια τσίτα τελευταία. Δεν είχα κάνει τη σύνδεση.

ΤΣΑΝΤΙΛΑ λοιπόν.

Γι’αυτό οι Metallica και οι Iron Maiden και οι Ramones και οι Stooges και οι Dead Kennedys.

Και ξες γιατί έχω τσίτες;

Σήμερα στη δουλειά -πριν τέσσερις μέρες για να είμαι ειλικρινής- εφημέρευα στα Επείγοντα του νοσοκομείου και ένας ασθενής, επειδή εκνευρίστηκε, κατέβασε τα παντελόνια του και, μέσα στη μέση, έχεσε.

Αμόλησε μία μεγάλη δύσοσμη κουράδα.

Και ξες τι άλλο;

Για κάποιο λόγο, τα ΤΕΠ του νοσοκομείου, ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΑΡΑΘΥΡΑ. Είναι κλειστά ανήλιαγα κλουβιά με μία μοναδική έξοδο.

Ασφυξία και κλειστοφοβία.

ΜΑΣ ΕΧΕΣΕ ΣΟΥ ΛΕΩ.

Γι’αυτό έχω τσίτες.

Είμαι ειδικευόμενη παθολογικής κλινικής σε ένα μεγάλο νοσοκομείο της Αττικής και τέτοιες είναι οι συνθήκες εργασίας.

Προσπαθούμε να κάνουμε τη δουλειά μας όσο καλύτερα μπορούμε και μας έχουν χεσμένους -ενίοτε και κυριολεκτικά.

Να πάνε να χεστούν αυτοί, να πάνε να χεστούν όλοι τους.

ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΝΤΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΛΒΑΙΣ!

Αμαξάδες και πόθοι


Τι ωραίες που είναι ρε οι βόλτες με το αμάξι όταν δεν οδηγείς εσύ. Αμαξάδες, έτσι τις λέει ο αδερφός μου. Συνοδηγός αράζεις κι αγναντεύεις τα τοπία.

Και ακούς μουσική, ή κουβεντιάζεις, ή σιωπηλά συνυπάρχεις.

Και τότε σκέφτεσαι.

Καλοσύνη σήμερα, συνοδηγός, σκέφτηκα.

Σκέφτηκα πως η καλύτερη αμαξάδα πρέπει να είναι με κάποιον που αγαπάς και σ’αγαπάει και αγαπιέστε.

Και τότε σκέφτηκα πως κάποτε ήμουνα πουλί και μ’αγαπούσανε πολλοί.

Κι αν έχω αγαπήσει μία φορά στη ζωή μου, έχω ποθήσει εκατό.

Τούτο, λοιπόν, το μικρό ποστ είναι για όλους εκείνους τους στιγμιαίους πόθους. Όλους αυτούς και όλες αυτές που αντίκρυσα και γνώρισα και θα ήθελα να γνωρίσω λίγο καλύτερα και θα ήθελα να κρατήσω στα χέρια μου και θα ήθελα να με κρατήσουν στα δικά τους. Θα μπορούσαν να έχουν γίνει έρωτες και φιλίες.

2015


Τεράστιο, ήταν απλώς τεράστιο.

ΤΕΡΑΣΤΙΟ.

Η χρονιά των Τεράστιων.

Ας τα πάρουμε από την αρχή.

1. Αγροτικό
Έπιασα δουλειά ως αγροτικός ιατρός στο χωριό, λίγους μήνες αφού πήρα το πτυχίο. Πρώτη φορά δούλεψα ως γιατρός, πρώτη φορά πληρώθηκα για τις ιατρικές μου υπηρεσίες, πρώτη φορά ανέλαβα την ευθύνη της υγείας και της ζωής ενός ανθρώπου, πρώτη φορά υπέγραψα και σφράγισα ότι ναι, αυτή την ευθύνη την αναλαμβάνω εγώ, ναι, πρώτη φορά μπήκα στο ασθενοφόρο, πρώτη φορά έκανα καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση, πρώτη φορά διαπίστωσα θάνατο, πρώτη φορά υπήρξα γιατρός, και ό,τι αυτό συνεπάγεται. Μα ακόμα, πρώτη φορά έζησα σε χωριό και πρώτη φορά έζησα μόνη μου. Τεράστιο. Σε τρεις μέρες κλείνω έναν χρόνο στο αγροτικό και πάω για παράταση, είμαι η «παλιά». Τεράστιο.

#agrotiko

2. Μαμά
Ξαφνικά, αναπάντεχα, απότομα, αιφνιδίως, ακατανόητα. Εφημέρευα και εξέταζα έναν αλκοολικό ασθενή με κολικό νεφρού, την ώρα που η μαμά έμπαινε στην εντατική. «Η εντατική δεν είναι καταδίκη» έλεγα και ξαναέλεγα και ξαναέλεγα και ξαναέλεγα και ξαναέλεγα. Τελικά ήταν. Τεράστιο. Τεράστιο και το Κενό. Μανούλα.

3. Οδυσσέας
Γύρισε ο Οδυσσέας στην Ιθάκη και ήρθε η σειρά της Πηνελόπης να φύγει και να πάει στο χωριό. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, μα στην πορεία τα πράγματα χάλασαν, και έτσι η Πηνελόπη κι ο Οδυσσέας πήραν ξεχωριστούς δρόμους ύστερα από σχεδόν πέντε χρόνια. Είχα φανταστεί τα παιδιά μας μελαχρινά γαλανομάτικα. Μα κι αν η απώλεια συγκριτικά υστερεί, είσαι κι εσύ μιαν απώλεια, και τώρα, ψύχραιμη πλέον, μπορώ να πω ότι ελπίζω να βρεις κι εσύ τον δρόμο σου και κάτι καλύτερο από την επική μας περιπέτεια.

4. Πυρκαγιά
Ξημερώματα 17ης Ιουλίου, χτυπάει το τηλέφωνο. «Συνάδελφε, έχει πιάσει φωτιά το Φαρακλό, να είσαι σε επιφυλακή». Μέσα σε λίγες ώρες είχαν καεί όλα τα γύρω χωριά και η φωτιά μας πλησίαζε. Αγκαλιά με τον απινιδωτή έτρεχα μέσα στους καπνούς. Διασχίσαμε φλόγες. Περιθάλψαμε πυροσβέστες. Ξαγρυπνήσαμε. Έζησα μία φυσική καταστροφή. Επέζησα από μία φυσική καταστροφή. Υπήρξα γιατρός κατά την διάρκεια μίας φυσικής καταστροφής. Τεράστιο.

5. Τα καλά πράγματα συμβαίνουν εκεί που δεν τα περιμένεις
Πού να το περιμένω βέβαια, ο Βασιλάκης Καΐλας ο ίδιος, ότι μέσα στο πένθος και στις φουντωμένες λόγω των συνθηκών ανασφάλειες, μέσα σε μια βραδιά θα μου υπενθύμιζε ένας άνθρωπος ότι μπορώ να σταθώ στα πόδια μου και ότι είναι καιρός να αφήσω τα δεκανίκια στην άκρη. Η ζωή συνεχίζεται και την έχω όλη μπροστά μου. Το είχα ξεχάσει, βλέπεις. Τεράστιο.

6. Καρχαρίας
ΠΗΡΑ ΣΚΥΛΟ. Και τον βάφτισα Καρχαρία. Είναι το καινούριο μέλος της ξαφνικά ολιγομελούς οικογένειας, είναι το σκυλοπαιδί μου. Ένα σκανταλιάρικο θηριώδες κουτάβι δώδεκα κιλών αυτή τη στιγμή που γράφω. Έχει κατακτήσει ήδη το «κάτσε», το «περίμενε», το «ξάπλα», και τον καναπέ. Του αρέσει να χοροπηδάει και να με δαγκώνει. Με απασχολούν ιδιαιτέρως οι κενώσεις του και μιλάω σχεδόν αποκλειστικά γι’αυτόν. Είμαι μία χαζή σκυλομάνα. Τεράστιο.

2016

Συνοπτικά αυτά ήταν τα Τεράστια του 15 και τώρα πρέπει να τα διαχειριστώ όλα αυτά.
Σε λίγους μήνες ξεκινάω ειδικότητα σε ένα μεγάλο τριτοβάθμιο χαώδες νοσοκομείο.
Κάτι ΤΕΡΑΣΤΙΑ καλό οφείλει να συμβεί φέτος.
Οφείλει.

Αστέρια ασθενοφόρα


Δεν εφημερεύω σήμερα, όχι.

Εφημέρευα όμως πριν λίγες μέρες.

Ήταν μία ήσυχη μέρα, λίγα περιστατικά, τίποτα το σοβαρό, ο επιμελητής μου στο δίπλα ιατρείο αχρείαστος, φάγαμε και σουβλάκια, κουβεντιάσαμε, χασομερίσαμε, πήγε η ώρα 11 το βράδυ, καληνυχτιστήκαμε.

Τσουπ, όμως, να σου το σοβαρό περιστατικό. Και να σου και το δεύτερο απανωτά.

Η ώρα είχε πάει 11μιση κι εμείς δεν είχαμε πλέον ασθενοφόρο. Κάπως έπρεπε να φτάσουν τα περιστατικά στο νοσοκομείο.

Κάπως έτσι βρέθηκα να πηγαίνω 2 παρά τα ξημερώματα με ασθενοφόρο άλλου Κέντρου Υγείας στο δεύτερο πλησιέστερο νοσοκομείο, που απέχει δύο ώρες από το δικό μου Κέντρο Υγείας, γιατί στο πρώτο πλησιέστερο νοσοκομείο, το οποίο απέχει μία ώρα από εμάς, δεν εφημέρευε παθολόγος.

Συνοδηγός, λοιπόν, εγώ στο ασθενοφόρο, με δύο βαριά περιστατικά και έναν συγγενή πίσω, ταξίδι δύο ώρων, ζάλη, ναυτία, τάση προς έμετο, νύστα, κούραση, παραισθήσεις, τρενάκι του τρόμου.

Έβλεπα φώτα στον δρόμο και νόμιζα πως ήταν αυτοκίνητα που κατευθύνονταν καταπάνω μας.

Φτάνουμε στο νοσοκομείο, η τάση προς γίνεται σκέτο έμετος, παραδίδω τα περιστατικά, ο οδηγός κάνει τσιγαράκι, αναχωρούμε.

Η ώρα 3μιση – 4 παρά. Στην διασταύρωση με κατεβάζει το ασθενοφόρο για να πάρω ταξί να επιστρέψω στην βάση μου. Εκατόν σαράντα θαρρώ η ταρίφα.

Συνοδηγός στο ταξί, νεφροειδές στο χέρι, ταξίδι δύο ωρών, ζάλη, ναυτία, τάση προς έμετο, νύστα, κούραση, παραισθήσεις.

Και αναμεταξύ της νύστας, της ναυτίας, και του στρες για τους ασθενείς, κοίταζα με νοητική διαύγεια μπροστά μου και έβλεπα να διασχίζουμε το Έρεβος, το απόλυτο σκοτάδι, την ίδια την Νύχτα, με μεγάλη ταχύτητα, στην απόλυτη ησυχία, και μόνο τα αστέρια πάνω από τα κεφάλια μας, άπειρα και αιώνια.

Ουρανός που εμπνέει την ποίηση και την επιστήμη και την θεολογία.

Έζησα έναν τέτοιον ουρανό, ποιος νοιάζεται για την ταλαιπωρία που έφαγα; Εγώ όχι.

Έχω να πληρωθώ εφημερίες 7 μήνες, δεν έχω πληρωθεί καμία διακομιδή, πλέον μας ζητάνε να πληρώνουμε τα ταξί από την τσέπη μας για να επιστρέφουμε από τέτοιες διακομιδές.

Οι συνθήκες δουλειάς είναι σκατένιες.

Μα η δουλειά μου είναι η πιο όμορφη δουλειά.

Εσύ αγνάντευσες ποτέ την ξαστεριά εν ώρα εργασίας;

25 ή Τα καλύτερα συμβαίνουν εκεί που δεν τα περιμένεις


Τα καλύτερα, λένε, συμβαίνουν εκεί που δεν τα περιμένεις.

Βρε τι βλακείες, έλεγα εγώ.

Κανείς δεν εξηγούσε ποτέ τι είναι αυτά τα καλύτερα, σε σχέση με τι είναι καλύτερα, είναι όντως Τα Καλύτερα ή είναι απλώς καλύτερα από τα σκατά που ζούμε τώρα, θα μπορούσαν, ας πούμε, αντικειμενικά, να είναι μέτρια, αλλά καθότι το μέτριο είναι καλύτερο του κακού, άρα το μέτριο είναι το καλύτερο;

Και τι εννοούν όταν λένε εκεί που δεν το περιμένεις; Λες και κάθεται κάποιος και περιμένει να συμβεί κάτι απροσδιόριστα καλύτερο από το ισχύον; Πώς κάθεται κάποιος και περιμένει; Τις απαιτήσεις εννoούν; Την απραξία μήπως;

Δεν καταλάβαινα.

Τώρα καταλαβαίνω.

Το ρητό είναι χαζό και ασαφές και απολύτως εκτός πραγματικότητας.

Μα καμιά φορά όμως, καμιά φορά λέω, συμβαίνει κάτι καλό, και συμβαίνει να είναι αναπάντεχο.

Οφείλουμε να το εκτιμήσουμε.

Γιατί εκτός από καλό, καμιά φορά μπορεί να είναι και ιδιαίτερο και όμορφο.

Και παράξενο, πιθανώς.

Το εκτιμήσα.

Και αποφάσισα να το φωνάξω και σε ολάκερα τα ίντερνετς, γιατί του αξίζει.

Αξίζει να ειπωθεί και να καταγραφεί και να ανακοινωθεί ότι κάτι καλό συνέβη.

Είχε πολύ καιρό να συμβεί.

Όνειρο


Τα δάχτυλά μου μπλεγμένα με τα δικά σου, ο καιρός είναι δροσερός, περπατάμε στα στενά της Αράχωβας.

Αγοράζω ένα κατάνα, το φοράω στην πλάτη, και συνεχίζουμε την βόλτα μας.

Μπαίνουμε σε ένα μαγαζί με εσώρουχα και αγοράζω κάτι.

Όμως!

Ανοίγω την σακούλα και διαπιστώνω πως αυτό που αγόρασα είναι ένα κουτί ραδιενεργό σεροκουέλ!

Η ζωή μας κινδυνεύει!

Και μετά ξύπνησα.

radioactive

Ανθρωποφάγα τέρατα και ο Καββαδίας


Εφημερεύω.

Είναι μοναχικά.

Έβαλε κρύο έξω και νυχτώνει νωρίς.

Σκοτεινοί άδειοι διάδρομοι, παλιά μηχανήματα που τρίζουν, φύση δέντρα ζουζούνια ζώα, περιμένω να φανεί το φάντασμα κάποιου που έφυγε εδώ μέσα, ή τα φαντάσματα όλων τους, ή ακόμα και κάποιο περίεργο τερατώδες άγριο ζώο απ’τα βουνά που τρώει ανθρώπους και διψάει για αίμα.

Ακούω ουρλιαχτά και τρέχω να δω τι συμβαίνει, αίματα παντού, πανικός, αρπάζω έναν σιδερένιο λοστό και βαδίζω προσεχτικά. Στρίβω στην γωνία, ένα θεόρατο πλάσμα με κοφτερά νύχια και δόντια έχει γραπώσει τον επιμελητή μου απ’τον λαιμό και ετοιμάζεται να δαγκώσει. Ορμάω και το χτυπάω στο κεφάλι με όλη μου την δύναμη. Το τέρας αιφνιάζεται και χαλαρώνει τις λαβές του. Σώζω τον επιμελητή μου και απομακρυνόμαστε τρέχοντας και αναζητούμε καταφύγιο.

Η φαντασία μου καμιά φορά οργιάζει όταν είμαι μόνη.

Καλύτερα να φαντάζομαι περιπέτειες, είμαι ο ήρωας που σώζει τον κόσμο και τους ανθρώπους, επιτίθεμαι στα προβλήματά μου και όλοι μ’αγαπάνε. Ποιος έχει ανάγκη την πραγματικότητα με τέτοια φαντασία;

Κάπου κάπου, όμως, μου ξεφεύγει και καμιά σκέψη ρεαλιστική, και κάπου κάπου αυτή η σκέψη δεν είναι δυσάρεστη. Κάπου κάπου σκέφτομαι τον Μ. που ξέρει απέξω Καββαδία. Και μετά σκέφτομαι τον Καββαδία και τον Μ. Σκέφτομαι πως καθόμαστε οι τρεις μας σε μια λοτζέτα με θέα την θάλασσα, ο ένας καπνίζει τσιγάρο κάμελ, εγώ πίνω ουίσκι, κι ο άλλος πλέκει σαλαμάστρα τα μαλλιά μου. Υγρό όνειρο, να την πάλι η φαντασία, οργίασε.

Είναι σέξι να ξέρεις απ’έξω Καββαδία.

Εφημερία, κρύο, μοναξιά.

« Older entries