Πράγματα που δεν καταλαβαίνω: ο θάνατος και το ίντερνετ.


Εφημερεύω και έχει συννεφιά.

Μερικές φορές δεν έχεις τίποτα να πεις και γι’αυτό σωπαίνεις και κάποιες άλλες φορές έχεις τόσα πολλά να πεις, δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις, οι σκέψεις και τα συναισθήματα είναι τόσα πολλά και τόσο συγκεχυμένα που οι λέξεις είναι λίγες πολύ λίγες. Και σωπαίνεις.

Μόνο άναρθρες κραυγές και αναστεναγμοί ταιριάζουν σ’αυτό το χάος. Άφησα μερικές δεξιά κι αριστερά, μα κανείς δεν κατάλαβε τι σήμαιναν.

Πέρασαν, όμως, μήνες και βδομάδες και πια οι λέξεις έχουν αρχίσει να ξαναβρίσκουν την λειτουργικότητά τους, να ‘μαι εδώ, ορίστε, τις χρησιμοποιώ ξανά.

Παλεύω με τον θάνατο, υποτίθεται, στη δουλειά μου κάθε μέρα. Ένας κύριος έπαθε έμφραγμα και τον διακομίσαμε αμέσως στον πλησιέστερο καρδιολόγο για θρομβόλυση. Ζει και πάει καλά. Ένας άλλος κύριος έπαθε έμφραγμα, και αμέσως ανακοπή, κάναμε όλο το πρωτόκολλο αναζωογόνησης, μία ώρα τον παλεύαμε, δεν τα καταφέραμε, δεν τα κατάφερε.

Δεν τον καταλαβαίνω όμως. Πώς γίνεται να ΜΗΝ ζει κάποιος; Πώς γίνεται να ξέρω ότι αν την πάρω τηλέφωνο δεν θα απαντήσει; Αν φωνάξω το όνομά της δεν θα γυρίσει; Πώς γίνεται να τα ξέρω αυτά και να μην τα καταλαβαίνω;

Απ’την άλλη βέβαια, ούτε το ίντερνετ καταλαβαίνω πώς λειτουργεί (χωρίς φόβο και πάθος, είμαι η Τζεν απ’το ΙΤ Crowd), αλλά ξέρω ότι θα πατήσω το κουμπάκι «δημοσίευση» και θα εκτεθώ σε όλη την υφήλιο.

image

Θέλω σκύλο.

Εφημερεύω και έχει συννεφιά.

Προσοχή στο κενό μεταξύ Άντρα και Γυναίκας


Έχω έναν φίλο, ο οποίος είναι Άντρας. Είναι ό, τι έχουμε στο μυαλό μας όταν σκεφτόμαστε το ανδρικό φύλο, το ισχυρό φύλο, το κυρίαρχο, το πρώτο.
Η όψη του, η φωνή του, η αυτοπεποίθησή του -είναι και έξυπνος, και εμφανίσιμος, και χαρισματικός, και το ξέρει- τα μπράτσα του, ο τρόπος που μιλάει, κοιτάει, κινείται στον χώρο, όλα αντρικά. Είναι ένας Άντρας. Είναι ξεκάθαρο. Αν μου ζητήσει κάποιος να τον περιγράψω θα πω ότι είναι Άντρας.

Έχω και μία φίλη, η οποία είναι Γυναίκα. Είναι μία Μόνικα Μπελούτσι, μια Μπριζίτ Μπαρντό. Είναι θηλυκό. Γλυκιά, χαριτωμένη, τσαχπίνα, σέξι, σεμνή, ταπεινή, ντροπαλή, πρόστυχη. Σε κοιτάζει και τα οιστρογόνα σε μεθάνε, σου θολώνουν το μυαλό, την θες δικιά σου. Είναι έξυπνη και δυναμική, ευάλωτη και αδύναμη.
Είναι όμορφη, μα κι αν δεν ήταν δεν θα σ’ένοιαζε, γιατί την κοιτάς στα μάτια και τα γόνατά σου λυγίζουν, δεν χρειάζεται να κοιτάξεις αλλού. Είναι θηλυκό. Είναι ξεκάθαρο. Αν μου ζητήσει κάποιος να την περιγράψω θα πω ότι είναι Γυναίκα.

Και κάπου στη μέση, ανάμεσα στον Άντρα και την Γυναίκα, υπάρχω εγώ, ένα Ουδέτερο Ον, γένους θηλυκού, όψης σφαιρικής και τριχωτής, με τον αέρα που έχει ένας άχαρος γορίλλας με μεγάλα βυζιά που τον εμποδίζουν να κάνει πλήρως όλες τις κινήσεις των άνω άκρων. Με νοοτροπία homo universalis, διαβάζω τα πάντα, κάνω τα πάντα, μαθαίνω τα πάντα, μίλησε κανείς για στερεότυπα; Τι είναι αυτά;
Και μουσακά θα ψήσω, και σωλήνες θα ξεβουλώσω, και σφουγγαρόπανο θα στίψω, και λάμπες θα αλλάξω, και νύχια θα βάψω, και τσαμπουκάδες θα κάνω, και, τέλος πάντων, όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω, είμαι αυτάρκης.

Είναι περίεργο. Μου φαίνονται παράξενοι αυτοί οι άνθρωποι, τόσο ξένοι ως προς εμένα και την ουδετερότητά μου. Τους παρατηρώ και εντυπωσιάζομαι, είναι σαν εξωτικοί. Νιώθω έλξη και περιέργεια. Πόσοι να υπάρχουν, άραγε, εκεί έξω τόσο αντιπροσωπευτικοί του φύλου τους;

Μα ακόμα κι αν αυτοί οι άνθρωποι ξεφεύγουν επίσης από τα στερεότυπα του φύλου τους, που οι φίλοι μου ξεφεύγουν, μπορεί να μην το χαίρονται πάντα, αλλά ξεφεύγουν, αποπνέουν τον Αέρα του Φύλου. Ακόμα κι αν δεν κάνουν τίποτα, αν απλώς σε κοιτάνε. Αόρατες άηχες άοσμες ακτίνες Αντρίλας ή Θηλυκότητας.

Κι αυτοί οι άνθρωποι, άραγε, ζευγαρώνουν μεταξύ τους, ή μήπως έλκονται από την ξένη ως προς αυτούς και εξωτική κατά συνέπεια ουδετερότητα;

Τι έχει να μας πει η Σιμόν επί του θέματος;

Βαριά σκιά


Βαριά σκιά, μαύρο σύννεφο, μαύρη τρύπα.

Μαχαιριές.

Στην καρδιά.

Παρασκευή βράδυ, δεν δουλεύω, και σκέφτομαι.

Αχ, ψεύτη κι άδικε ντουνιά.

Είσαι μικρός και δεν χωράς τον αναστεναγμό μου.

Εφημερεύω.


Εφημερία. 19.30. Κάπως πρέπει να περάσει η ώρα. Θέλω να φάω. Δεν πεινάω. Μη φας, βαριέσαι. Ο άλλος έγραψε νουβέλες και μυθιστορήματα στις εφημερίες. Εγώ, αγαπητό ημερολόγιο.

Ας έρθουν τώρα που είναι νωρίς, ας μη με ξυπνάνε μέσα στη νύχτα. Άγχος. Θέλω να φάω.

Θέλω να φάω και να κοιμηθώ και να ξυπνήσω και να ζω σε ένα όνειρο, όπου όλοι οι ασθενείς γίνονται καλά, κανείς δεν πεθαίνει πριν τα 85, είναι αρκετά τα 85, προλαβαίνεις να κάνεις τις δουλειές σου, δεν υπάρχει καμία κρίση, όλοι κάνουμε τη δουλειά που αγαπάμε, με συναδέλφους και συνεργάτες που αγαπάμε, η σοκολάτα δεν παχαίνει, τα σουβλάκια κάνουν καλό στον οργανισμό, και οι μανούλες μας τρίβουν την πλάτη μέχρι τα βαθιά γεράματα, γιατί μπορούν.

Μανούλα. Βαθιά γεράματα. Yes, please.

Θέλω να φάω. Ας φάω. Πάω να φάω.

Εφημερεύω.

Διορίστηκα.


Σαν τα χιόνια.

Αέρηδες, βροχή, ομίχλη, υγρασία, ελιές, τρακτέρ.

Θυμάστε που ήμανε δεύτερο έτος και θυμωμένη με τα πάντα και ξεκίνησα τούτο ‘δω το μπλογκ με σκοπό να γράφω για ταινίες και μουσική;
Είμαι γιατρός τώρα (βρε πώς μεγάλωσες έτσι) και δουλεύω ως αγροτικός στο χωριό (γιατρέ μου), σαφώς λιγότερο θυμωμένη (νιάου), σαφώς δεν γράφω για ταινίες και μουσική (ε όχι), αλλά για τον πόνο μου (αγαπητό ημερολόγιο).

Αγαπητό ημερολόγιο,

Οι πρώτες μέρες στη δουλειά είναι δύσκολες. Όχι επειδή δουλεύω πολύ και σκλήρά, αλλά επειδή δεν ξέρω πώς λειτουργεί το οτιδήποτε, δεν ξέρω πού είναι το καθετί, και κάνω τα πάντα αργά και ψάχνοντας. Δεν έχεις πάντα την πολυτέλεια του αργά και ψάχνοντας. Συχνά χρειάζεται το σβέλτα και τυφλοσούρτης, η εμπειρία. Πού είναι η εμπειρία; Πού είναι οι έμπειροι; Είσαι μόνος σου, εσύ και ό, τι θυμάσαι από την θεωρία που διάβασες πριν έξι μήνες. Ήμουν τυχερή εγώ σήμερα, είχα την προϊσταμένη. Τι θα γίνει την επόμενη φορά; Δι’ευχών.

Βέβαια, στην Ελλάδα, τα επείγοντα δεν είναι αποκλειστικά επείγοντα. Είναι και λίγο είδα-φως-και-μπήκα. Έρχονται και περιστατικά με το βηχαλάκι τους που ξεκίνησε πριν δέκα μέρες, ή με τα ρεψιματάκια τους που ξεκίνησαν πριν έξι μήνες, ή για να τους γράψεις τα φάρμακά τους.
-Γιατρέ, έχω βήχα
-Πότε ξεκίνησε;
-Την Πρωτοχρονιά
-Και γιατί ήρθατε τώρα στα επείγοντα, συνέβη κάτι καινούριο;
-Όχι, αλλά να, αυτός ο βήχας με ενοχλεί
-(συγκρατείς εαυτό να μην στραγγαλίσεις, εύχεσαι να μην παθαίνει έμφραγμα ο άλλος που περιμένει απέξω) Πήρατε τίποτα για τον βήχα;
-Ναι, κλαρισίντ.

ΚΛΑΡΙΣΙΝΤ.

Έχεις βήχα; Κλαρισίντ.
Πνευμονία; Κλαρισίντ.
Ίωση; Κλαρισίντ.
Πονόδοντο; Κλαρισίντ.
Ποδάγρα; Κλαρισίντ.
Πονοκέφαλο; Κλαρισίντ.
Σπυράκια; Κλαρισίντ.
Βαρηκοΐα και τύφλωση; Κλαρισίντ.
Νεύρα; Κλαρισίντ.

Όχι. Άλλο. Κλαρισίντ.

Θα έπλενες τα δόντια σου με την τσουγκράνα;
Θα έπινες καυστική ποτάσα για να ξεδιψάσεις;
Θα χτενιζόσουνα με αλυσοπρίονο;

Κλαρισίντ: μέχρι και νεκρούς ανασταίνει.

Μετράω τις μέρες αντίστροφα μέχρι να φύγω από το νοσοκομείο και να πάω στο κέντρο υγείας. 26 και σήμερα. Σχεδόν πάει το σήμερα, 25 και αύριο. Οι μέρες περνάνε, κάνω υπολογισμούς, εφημερίες, ρεπό, Καθαρά Δευτέρα, πότε θα φύγω, πότε θα ανέβω Αθήνα, πότε θα ξαναδώ τη μανούλα, πότε θα κατέβει να με επισκεφτεί ο Δ..

Πορεύομαι, με την βροχή, τον αέρα, την κακοκαιρία, εύχομαι να σε είχα δίπλα μου, θα το κάψουμε με τον πρώτο μισθό. Μετράω τις μέρες. Είμαι καουμπόης.

Πατάτα, ή Ζωή Μετά το Πτυχίο


Πείτε μου ότι κι εσείς βιώνετε το ίδιο πράγμα. Εσείς που πήρατε το πτυχίο τώρα, μαζί με μένα, ή και παλιότερα, κάποια στιγμή, κάποιο πτυχίο. Πείτε μου πως είναι φυσιολογικό και θα περάσει όλο αυτό.

Το πιο ανέμελο καλοκαίρι μας είχαν υποσχεθεί θα είναι.

Νιώθει κανείς σας ανέμελος;

Δε νιώθω καθόλου ανέμελη, νιώθω σαν πατάτα.

-Γιατρέ, πονάω, πείτε μου τι να κάνω

-Πατάτα

Εκτός από πατάτα, και  εκτός από τα γνωστά αισθήματα φόβου, αμηχανίας, πανικού, κι υψοφοβίας, νιώθω και φοβερή νοσταλγία. Για τα πάντα. Μέχρι και για τις πατάτες.

Νιώθει κανείς άλλος τόση νοσταλγία;

Κοιτάζει κανείς άλλος παλιές φωτογραφίες με τις ώρες; Τελευταία αφιερώνω πολύ χρόνο στις παλιές φωτογραφίες.

Βρήκα φωτογραφίες με τη μαμά μου με αφέλειες και τον μπαμπά μου χωρίς μουστάκι, την γιαγιά μου στα νιάτα της με μπικίνι, τις φίλες μου απ’το σχολείο, και την παρέα από την σχολή. Βρήκα και μία από μία εκδρομή που πήγαμε πρόπερσι στο Λαύριο, κάναμε πικ νικ στην παραλία. Στη φωτογραφία είμαστε εγώ κι ο Γ. όρθιοι και μιλάμε. Κοιταζόμαστε. Κύμα νοσταλγίας αναβλύθηκε από κάπου βαθιά, λίγο πιο κάτω απ’τον λαιμό θαρρώ. Ξαφνικά μου λείπει πάρα πολύ ο Γ. Και οι φίλες μου. Και η παρέα απ’την σχολή. Και οι φίλες μου απ’το σχολείο. Και ο σκύλος μου, ο Ρίνγκο. Και οι παππούδες μου. Και οι γονείς μου πριν παντρευτούν, πριν γνωριστούν, πριν μεγαλώσουν, πριν με γεννήσουν και τους γνωρίσω. Κι ο εαυτός μου, σε όλες τις αμήχανες ή πετυχημένες φάσεις μου. Κάπου εδώ η νοσταλγία ξεφεύγει, αρχίζω να αναπολώ εποχές πριν από μένα. Μου λείπουν στιγμές και άνθρωποι και η ασφάλεια του παρελθόντος. Είναι ασφαλές να αναπολείς, αναλώνεις τον χρόνο στα παλιά και αποφεύγεις επιτυχώς να ασχοληθείς με τα καινούρια.

Κατάλαβες τώρα. Πατάτα. Άντε να βγάζεις νόημα.

Εγώ πατάτα, εσύ πατάτα;

Κι όταν καμιά φορά καταφέρω να δραπετεύσω από τη νοσταλγία και σκεφτώ το μέλλον ο λαιμός μου δένεται κόμπος και το στομάχι μου σφίγγει. Ξαπλώνω στο κρεβάτι μου και κλαίω.

Αγροτικό ειδικότητα μέλλον δουλειά μισθός φόροι φως νερό τηλέφωνο σπίτι άντρας γάμος παιδιά δίαιτα γυμναστική εργασίες επιστημονικόέργο καριέρα ευθύνες ευθύνεςευθύνεςευθύνεςευθύνεςευθύνεςευθύνεςευθύνες ευθύνεςευθύνεςπατάταπατάταπατάταπατάταΠΑΤΑΤΑ.

Πατάτα.

Εσύ πώς νιώθεις μετά το πτυχίο;

6, μέρος δεύτερο: είμαστε ακόμα ζωντανοί


Βράδυ Δευτέρας, ώρα περασμένες 11, ώρα για ύπνο, μα έχω άλλες 8μιση σελίδες να βγάλω. Πρέπει να τις βγάλω.

Αύριο, άλλωστε, δεν έχω πρωινό ξύπνημα, τελειώσαν οι κλινικές, τέρμα η άσκηση, τέλος το 6ο έτος, πάνε τα μαθήματα, γιοκ, φινίτο λα μούζικα, σε φινί, δι εντ.

Ήταν να τελειώσει και με μωρά, τριήμερο άσκησης στη μονάδα νεογνών, εκεί που κρατάνε τα φρέσκα ροζουλά ζουμπουρλίδικα μωράκια, θα ήταν ιδανική η συμμετρία, να αρχίσει με μωρά και να τελειώσει με μωρά το καταραμένο το έτος. Χάλασε η συμμετρία, χάλασε το τριήμερο, χάλασε και το όλο κόνσεπτ μωρά-κυριολεκτικά-και-μεταφορικά, και πάνε τα σχέδιά μου να σχολιάσω τα γκομενάκια των διαφόρων ειδικοτήτων που συνάντησα φέτος. Τι να κάνουμε, τα’χει αυτά η ζωή.

Το σημαντικό γεγονός παρ’όλα αυτά είναι ότι ΤΕΛΕΙΩΣΕ το Έκτο Έτος.

Μας έβγαλε την πίστη, μας στέρησε ανθρώπους και εξόδους και κοινωνική ζωή, αλλά τελείωσε.

Και μένουμε με την μελαγχολία και τη νοσταλγία να παίρνουν, προσωρινά, την θέση του άγχους και του πανικού για το άγνωστο μέλλον.

Ας νοσταλγήσουμε, λοιπόν.

Όσο κι αν κατηγορώ το Έκτο ότι μας φέρθηκε βάναυσα, δε μπορώ να μην σκέφτομαι ότι οι δυσκολίες του μοιάζουν με τους άθλους του Ηρακλή, ή με κάποια ιεροτελεστία ενηλικίωσης κάποιας άγριας φυλής, μία ακολουθία από δοκιμασίες, με στόχο τη μεταμόρφωσή μας σε ώριμους, υπεύθυνους, αποφασιστικούς γιατρούς.

Εδώ ξεχνάμε φυσικά όλους αυτούς τους κομπλεξικούς διχασμένους καταθλιπτικούς ανέραστους δυσκοίλιους που μας βασάνιζαν για να γουστάρουν. Είναι αστείο να πει κανείς ότι αυτοί μας έκαναν σοβαρούς γιατρούς. Όχι. Άστους αυτούς.

Εδώ μιλάμε για αυτούς τους ειδικευόμενους και τους επιμελητές που για πρώτη φορά στη ζωή μας μας αντιμετώπισαν ως συναδέλφους, και όχι ως ψαρωμένους φοιτητές, μας μίλησαν ως ίσο προς ίσο, μας έδωσαν ασθενείς δικούς μας, μας εμπιστεύτηκαν και δεν τους απογοητεύσαμε. Ελπίζω. Δεν ήταν πολλοί, αλλά ήταν αρκετοί. Ήταν όσοι χρειαζόμασταν. Όσοι εγώ χρειάστηκα. Ο Π, ο Λ, η Θ, και η Ε. Το ζήσαμε αυτό στο Έκτο Έτος.

Και μεταξύ ασθενών και ευθυνών, ζήσαμε σκηνές βγαλμένες από το σινεμά, τα σίριαλ, τα βιβλία. Η ζωή μιμείται την τέχνη και η τέχνη μιμείται την ζωή και η ζωή είναι τέχνη και η τέχνη είναι ζωή. Μόνο η τέχνη μπορεί να εκφράσει το συναίσθημα που βιώνεις όταν βλέπεις ένα μωρό να γεννιέται. Να σπρώχνει η μάνα, να φωνάζει, να χέζει, ο γυναικολόγος να χώνει τις δαχτυλάρες του σε μέρη που δεν θες να πλησιάζει ένας άγνωστος, έχει και τρεις φοιτητές πάνω απ’το κεφάλι της, αυτό της έλειπε τώρα, και σπρώξε σπρώξε βγαίνει το μωρό, βάζει και τα κλάμματα, και εσύ, εγώ, να σφίγγεσαι να μην κλάψεις, γιατί το δέος είναι τέτοιο που με το ζόρι συγκρατείς τα δάκρυα, κι ας είναι απέναντί σου μία εξαντλημένη άγνωστη, δύο μαίες, η αναισθησιολόγος, συμφοιτητές, ειδικευόμενοι, και ο καθηγητής σου. Το ζήσαμε αυτό στο Έκτο Έτος.

Κι αφού μάθαμε καλά το θαύμα της ζωής και της γέννησης, πήγαμε να μάθουμε και το μυστήριο του θανάτου. Μυστήριο, κυριολεκτικά. Δεν ξέραμε γιατί και πώς και το ψάχναμε. Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Γουάτσον. Το ζήσαμε κι αυτό στο Έκτο Έτος.

Αυτά για την γυναικολογία, την παθολογία, και την ιατροδικαστική. Στις άλλες κλινικές τα πράγματα ήταν πιο αλαφριά, ράβοντας, ας πούμε, τραύματα στην χειρουργική, τι ωραία που ήταν, ένιωθες επιτέλους λίγο χρήσιμος. Στην ψυχιατρική έμαθα πως είναι τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι. Τα στερεότυπα είναι πάρα πολλά και από πού να αρχίσει κανείς να απομυθοποιεί. Στην παιδιατρική γέλασα αφάνταστα με το μέγα δράμα που βιώνουν τα παιδιά όταν πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των πέντε μέτρων παιδίατρος. Είναι σαν να πατάς κουμπί. Απόσταση 4 μέτρα και 99 εκατοστά κλάμα, κραυγές, φωνές, υστερίες, πανικός, κλωτσιές, μπουνιές, σφαλιάρες. Απόσταση 5 μέτρα και 1 εκατοστό ηρεμία και ησυχία. Θυμίζει ανέκδοτο, πόσοι παιδιάτροι χρειάζονται για να εξετάσουν ένα τρίχρονο που δεν θέλει να εξεταστεί;

Τα ζήσαμε κι αυτά στο Έκτο Έτος.

Αρκετή νοσταλγία για σήμερα.

Το Έκτο ήταν τόσο γεμάτο όσο τα προηγούμενα πέντε χρόνια μαζί με δημοτικό, γυμνάσιο, και λύκειο.

8,5 σελίδες ακόμα.

ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ


Έρχεται το τέλος, το τέλος πλησιάζει, τρέξτε να σωθείτε!

the end is nigh

Βγήκα πρόσφατα. Δεν το ήθελα, έπρεπε, κάπως πρέπει και να διατηρήσω στοιχειωδώς σχέσεις με άλλους ανθρώπους, δεν είμαι ακόμα έτοιμη να γίνω εξολοκλήρου ερημίτης. Ήταν Πέμπτη βράδυ και στοργικά η φίλη μου με ρώτησε τι ώρα πρέπει να είμαι στο νοσοκομείο αύριο. Ξέρει πως πρωινό ξύπνημα και ξενύχτι την προηγούμενη για μένα είναι έννοιες ασυμβίβαστες. Της απάντησα με έκπληξη πως δεν έχω να πάω στο νοσοκομείο την επομένη, είμαι σε διακοπές για άλλες τρεις μέρες.

«Α, ναι, είσαι φοιτήτρια εσύ ακόμα, σωστά».

Ξεπερνάω τη μαχαιριά στην καρδιά που ήταν αυτό το «φοιτήτρια», γιατί φοιτήτρια είμαι μόνο στα χαρτιά πια, προτιμώ τον όρο «ασκούμενοι» για εμάς τους εκτοετείς, είναι πιο αντιπροσωπευτικός της πραγματικότητας.

Το ξεπερνάω, λοιπόν, αυτό, και πιάνω εκείνο το «ακόμα».

ΑΚΟΜΑ.

Αλλά για πόσο;

Τελειώνουν σήμερα οι διακοπές του Πάσχα, οι τελευταίες διβδόμαδες διακοπές Πάσχα της ζωής μου. Στο μέλλον προβλέπονται εφημερίες ανήμερα αργιών, ή παραμονές αργιών, ή επόμενες αργίων, ή συνδυασμός των παραπάνω, τριήμερα ίσως, τετραήμερα, πενθήμερα αν είμαι τυχερή, αλλά δύο εβδομάδες ποτέ ξανά.

Τελειώνουν σήμερα οι διακοπές του Πάσχα και αύριο αρχίζουν οι τελευταίες 7 εβδομάδες της σχολής. Είτε πάρω το πτυχίο τον Αύγουστο είτε όχι, η σχολή τελειώνει σε εφτά βδομάδες. Δεν θυμάμαι να με έχει ξαναβασανίσει τέτοια αμφιθυμία.

Θέλω να φύγουν γρήγορα γιατί θέλω να ξεμπερδεύω με αυτή την βλακεία την αντιπαθητική παιδιατρική που δεν συμπαθώ καθόλου και είναι πολύ αντιπαθητική και γιατί θέλω να τελειώνω με τις τελευταίες υποχρεώσεις μου. Αισθάνομαι τόσο κοντά στην τερματική γραμμή που η επιθυμία να την αγγίξω κοντεύει να αποκτήσει υλική υπόσταση και να εκραγεί μέσα από το στήθος μου, σαν το άλιεν.

Από την άλλη όμως, δεν θέλω να τελειώσουν, θέλω να κυλήσουν όσο το δυνατόν πιο αργά, με τον βραδύτερο δυνατό τρόπο. Δεν θέλω να χαλάσει αυτή η γλυκιά και ευχάριστη ρουτίνα, η καθημερινή επαφή και συνεργασία με ανθρώπους που θεωρώ φίλους και, κατά τα φαινόμενα, είναι σπάνιο φαινόμενο. Δεν θέλω να χάσω αυτό το μοναδικό προνόμιο του να μην έχω την ευθύνη για τις πράξεις μου, να έχω πάντα κάποιον δίπλα μου να με καθοδηγεί και να μου λέει αν αυτό που κάνω είναι σωστό ή λάθος, να προλαβαίνει τις κοτσάνες μου προτού να είναι πολύ αργά, να συμπληρώνει τα κενά μου, να με κάνει να νιώθω ασφαλής.

Έρχεται το τέλος μίας εποχής. Μίας εποχής που ήταν κατά το ήμιση απαίσια και κατά το ήμιση φανταστική.

Έρχεται η αρχή μιας άλλης εποχής. Η οποία αυτή τη στιγμή είναι άγνωστη, τρομακτική, και μοναχική.

Κάθε τέλος είναι μία καινούρια αρχή.

Βλακείες.

Γίνεται να μείνω για πάντα μία ασκούμενη φοιτήτρια;

Άλλο ένα δίλημμα, που αντί να λύσω, αποφάσισα να μοιραστώ και να απενοχοποιήσω.


Η ώρα είναι δέκα και δέκα, Μεγάλη Πέμπτη, έξω βρέχει, μόλις είδα το Cat People του 1982, ήταν πατάτα, και έχει έρθει η ώρα να πάρω την απόφαση. Να βγω ή να μην βγω;

Η ώρα είναι δέκα και έντεκα και δεν θέλω να βγω. Αλλά θέλω κιόλας.

Η ώρα είναι δέκα και δώδεκα. Τραβάτε με κι ας κλαίω. Μόνο που δε με τραβάει κανείς, μόνο οι ενοχές μου.

Είμαι μία γλάστρα, που λέει κι η φίλη μου η Α..

Γιατί είναι τόσο δύσκολο; Υπάρχετε κι άλλοι εκεί έξω που δυσκολεύεστε; Αν ναι, πείτε το, να φτιάξουμε μία λέσχη, να μην βγαίνουμε ποτέ, θα συναντιόμαστε μόνο ιντερνετικώς, θα περνάμε φανταστικά.

Δεν φταίει η τεμπελιά, ούτε η βροχή, ούτε η ώρα. Γιατί ανά πάσα στιγμή δεν θέλω.

Η ώρα είναι δέκα και δεκαεφτά. Συνήθως τέτοια ώρα ετοιμάζομαι για ύπνο.

Αποφασίζω να βγω. Αποφασίζω να μη βγω. Είμαι ένας αγώνας τένις και οι αποφάσεις μου είναι το μπαλάκι.

Πώς αποφασίζει κάποιος αν θα βγει; Είναι εύκολο για κάποιους;

Το να βγεις θα έπρεπε να είναι μία αυθόρμητη απόφαση, δεν θα έπρεπε να είναι τόσο δύσκολο να αποφασίσει κανείς να βγει μια βόλτα με φίλους. Δεν είναι υποχρέωση στο κάτω κάτω. Ή μήπως είναι;
Δεν είναι σωστό να βγαίνει κανείς ψυχαναγκαστικά, βγαίνει για να περάσει καλά, σωστά; Ή μήπως όχι απαραίτητα;
Δεν είναι σωστό κανείς να βγαίνει και να είναι μουντρούχος. Εκτός κι αν βγαίνει με άλλους μουντρούχους και ενώνοντας τις μουντρούχες τους περνάνε καλά. Αλλά μπορεί και όχι.

Αισθάνομαι πως λείπει η λογική. Υπάρχει μόνο η άρνηση και η ενοχή.

Η ώρα είναι δέκα και είκοσι οχτώ.

Δεν θα βγω.

Θα βγω.

Δεν.

Σύνδρομο Οδυσσέας, ή Ο Γύρος του Κόσμου σε Ογδόντα Γαμωτοσουποτεγυρνάς



Δέκα χρόνια έκανε στην Τροία ο Οδυσσέας. Κι άλλα δέκα μέχρι να γυρίσει στην Ιθάκη.
Ή κάπου τόσα, δεν θυμάμαι, πόσα ήταν, τόσα δεν ήταν, δέκα χρόνια έχουν περάσει από τότε που έκανα τον Όμηρο στο γυμνάσιο. Τριάντα το σύνολο.

Είκοσι χρόνια έλειπε, λοιπόν, ο Οδυσσέας. Είκοσι χρόνια τον περίμενε η καψερή η Πηνελόπη να γυρίσει.
Κιουρία, όμως, λέει, η Πηνελόπη.
Μία αυλή γεμάτη γκομενάκια να την φλερτάρουν, εκείνη βράχος, ο Οδυσσέας κορώνα στο κεφάλι.
Και καθόταν, λέει, στον αργαλειό, έπλεκε τη μέρα, ξήλωνε τη νύχτα.
Πιστή και αφοσιωμένη σύζυγος.

Πιστή και αφοσιωμένη μεν, χάλασε την πιάτσα δε.

Εμ, την χάλασε.
Γιατί τόσους αιώνες αργότερα, χιλιετίες, ένα γκομενάκι να ξενιτευτεί, να βγει λίγο παραέξω, έχει απαιτήσεις.
Να τον περιμένεις, να είσαι πιστή, να τον σκέφτεσαι ολημερίς, να τον ποθείς διακαώς, να απωθείς τον ανταγωνισμό.
Ε όχι, κύριος. Έχουμε κι άλλες δουλειές.

Κι αν έγραφα γράμμα, θα έγραφα πως σε σκέφτομαι και πως μετρώ αντίστροφα.

Εσύ είσαι εκεί κι εγώ είμαι εδώ και μόνο στο μυαλό μου η απόσταση αυτή παύει να υφίσταται, γίνεται χρόνος. Τα χιλιόμετρα γίνονται μέρες, η θάλασσα εβδομάδες.

100. 93. 86. 79. 72.

Δεκαεφτά και σήμερα.

Αυτά θα έγραφα σ’ένα γράμμα, αν έγραφα.
Μα δεν θα γράψω.
Γιατί έχω και δουλειές.
Δεν είμαι Πηνελόπη.

Newer entries » · « Older entries