Posts Tagged ‘strange colour blue’

Ελένη, είσαι μία ροκού;


Σήμερα με ρώτησαν τι μουσική ακούω. 

Τι εύκολα που απαντούσα σ’αυτή την ερώτηση στο γυμνάσιο. Μου κότσαρα την ταμπελίτσα «ροκού» και ήμασταν όλοι ικανοποιημένοι. 

Πώς απαντάς όμως σε τέτοια ερώτηση στα 23; 

Θεωρώντας, βεβαίως, ως βάση ότι οι άνθρωποι εξελισσόμαστε όσο μεγαλώνουμε. Διευρύνουμε τα μυαλά, εμπλουτίζουμε τις γνώσεις, πειραματιζόμαστε, δοκιμάζουμε. Δεν έχουμε μείνει, δηλαδή, οι ίδιοι άνθρωποι, στάσιμοι, έτσι όπως ήμασταν όταν πηγαίναμε σχολείο. Δε συμβαίνει σε όλους αυτό ε. 

Η μουσική είναι τέχνη. Ποίηση, τρόπος ζωής, τρόπος έκφρασης, νοοτροπία, άποψη, συναίσθημα, σκέψεις. Δεν περιορίζεται. Οπότε, γιατί να καταπιεστείς με ένα είδος και μία ταμπέλα;

Δε θυμάμαι ποιος, μα κάποιος είχε απαντήσει σ’αυτή την ερώτηση κάπως έτσι: Ακούω τρία είδη μουσικής. Αυτή με την οποία με μεγάλωσαν, αυτή που άκουγα ως έφηβος, και αυτή που ανακαλύπτω καθώς μεγαλώνω. 

Αυτό. Ακριβώς αυτό. 

Ενδεικτικά.

1. The Doors – Whiskey, mystics and men

2. Patti Smith – Dancing barefoot

3. Led Zeppelin – Black dog

4. PJ Harvey – To bring you my love

5. The Gun Club – Mother of Earth

6. Portishead – Machine gun

7. Squirrel Nut Zippers – Put a lid on it

8. David Bowie – Cat people

9. Yeah Yeah Yeahs – Y control

10. Queen – I want it all

11. Gogol Bordello – Think locally, fuck globally

12. Florence + the machine – No light, no light

13. Simple Minds – (Don’t you) Forget about me

14. The Burger Project – Bed of nails

15. Alice Cooper – Bed of nails

16. Ella Fitzgerald – It don’t mean a thing

17. Black Rebel Motorcycle Club – Red eyes and tears

18. Τρύπες – Πάρτυ στον 13ο όροφο

19. Μελίνα Τανάγρη – Βυζάκια έξω λοιπόν

20. Kyuss – Green machine

21. Μάρκος Βαμβακάρης – Νόστιμο τρελό μικρό μου

22. The Lost Fingers – Touch me

23. Μικρούτσικος/Καββαδίας – Το μαχαίρι

24. Vaya con Dios – Johnny

25. Mogwai – Glasgow Mega Snake

[Να, και η playlist, οργανωμένα πράγματα, αμ τι]  

Όσο γράφω, τόσο ελλιπής μου φαίνεται τούτη εδώ η λιστίτσα. 

Και τόσο συνειδητοποιώ πόσο λίγες είναι οι γυναίκες σε σχέση με τους άντρες εκεί μέσα. 

Γαμώτο της. 

Advertisements

2010, The playlist.


Είναι ακόμα Σεπτέμβριος, το ξέρω, αλλά νιώθω την ανάγκη να κάνω άλλον έναν απολογισμό. Αυτόν του 2010. Μπορεί να έχουμε ακόμα δυόμιση μήνες μέχρι να τελειώσει, αλλά θεωρώ και ελπίζω ότι ένας κύκλος οδεύει στο τέλος του αυτές τις μέρες. Ο κύκλος αυτός ξεκίνησε γύρω στον Φλεβάρη και καθώς προχωρούσε έφερνε μαζί του ένα σωρό δυσάρεστες καταστάσεις, τη μία αποτυχία μετά την άλλη, το ένα τραύμα μετά το άλλο, τον ένα θάνατο μετά τον άλλον. Τελευταία τα πράγματα δείχνουν λίγο καλύτερα. Τα σύννεφα έχουν αρχίσει να διαλύονται και σαν να αχνοφαίνονται και μερικά αστέρια στο βάθος. Δε λέω μεγάλα λόγια, μην το γρουσουζέψω.

Στις δύσκολες ώρες του 2010 πιστός σύντροφός μου στάθηκε η μουσική. Στιγμές που λαχταρούσα μια αγκαλιά αλλά δεν υπήρχε άνθρωπος να μου τη δώσει, είχα το ipod στο χέρι και μια φωνή να τραγουδάει σπαραχτικά στα αυτιά μου. Κι έτσι αποκοιμιόμουν και ξέχναγα για λίγο την απελπισία μου.

Αποφάσισα λοιπόν να φτιάξω μια λίστα με δέκα από αυτά τα τραγούδια χάρη στα οποία κατάφερα να την παλέψω αυτή τη σάπια χρονιά.

Με τυχαία σειρά:

1) Over the hill – Monika

2) Howl – Black Rebel Motorcycle Club

3) Sweet come down – Black Ryder

4) Hurt – Johnny Cash

5) This mess we’re in – PJ harvey & Thom York

6) Lies – The Black Keys

7) Mother of Earth – The Gun Club (εδώ να ευχαριστήσω τούτον εδώ τον τυπάκο που το μπλίπαρε και το άκουσα και το ερωτεύτηκα)

8) Sour times – Portishead

9) The kids are on High Street – Madrugada

10) The End – The Doors

Και last-but-not-least bonus:

+1) Somersault – I got you on tape (αυτό μου το έβαλε να το ακούσω ένας φίλος πριν δύο μέρες. Το ερωτεύτηκα αμέσως. Τον ευχαριστώ που μου στέλνει τόσο όμορφα τραγούδια.)

Μεγάλες αλλαγές έρχονται και μεγάλα ζόρια. Μα όσο έχω μουσικές δε φοβάμαι. Την πολυπόθητη αγκαλιά θα μου τη δίνει ο Sivert κι ο Thom και η Patti και όλοι οι άλλοι.

Κι ελπίζω το 2011 να έχει πιο χαρωπό soundtrack.

Άστρα μη με μαλώνετε που κατουρώ τη νύχτα.


Το έχω ξαναπεί. Δεν τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς. Τι λόγια να πω σε κάποιον που δεν ξαναδώ ποτέ; Για κάποιον που δεν θα ξαναδώ ποτέ; Δε μπορώ λέμε. Γι’αυτό θα χρησιμοποιήσω τα δικά του λόγια. Δεν είναι λόγια αποχαιρετισμού, είναι απλώς ατάκα τσαχπίνικια και χιουμοριστική, όπως κι αυτός.

Άστρα μη με μαλώνετε που κατουρώ τη νύχτα.

Από όλα όσα είχε πει δεν ξέρω κατά πόσο θα ήθελε να τον μνημονεύουμε γι’αυτά τα λόγια. Ως παρακαταθήκη δεν λένε και πολλά. Αλλά δε με νοιάζει, γιατί για μένα συμβολίζουν αυτόν στη ζωή μου. Τα καλοκαίρια στον μύλο, το Πάσχα στο Πεύκο, τις ρέγουλες, τους χοχλιούς τους ανεμολιαστούς, τον παππού μου. «Αδέρφι!»

Άστρα μη με μαλώνετε που κατουρώ τη νύχτα.

Θείε Γιώργο.

Καλά να περνάτε τ’ αδέρφια εκεί που σμίξατε τώρα.

Οι αγαπητικιοί.


Οι αγαπητικιοί. Εφηβικοί, νεαροί, καλοκαιρινοί, κεραυνοβόλοι, αμοιβαίοι, χωρίς ανταπόκριση, ώριμοι, ενήλικες, τριαντάρηδες, σύντομοι, διαρκείας, κοντοί ως επί το πλείστον, με δύο, όχι λάθος, τρεις εξαιρέσεις. Μουσάτοι ή ξυρισμένοι, χοντροί και αδύνατοι, μαλλιάδες ή καραφλοί, ροκάδες, σκυλάδες και ρέηβ, υλικοί ή διαδικτυακοί, αποπροσανατολισμένοι, εξερευνητές, επαναστάτες, κομφορμιστές, συντηρητικοί, περιπετειώδεις. Απολογισμός έξι χρόνων εφηβείας.

Όλοι τώρα στέκονται στην ουρά. Τα κάρβουνα στη φωτιά καίνε. Το σίδερο πυρώθηκε. Η σφραγίδα βγάζει ένα συριγμό καθώς ακουμπάει το μπράτσο του Βασίλη, του πρώτου στην ουρά. Η κραυγή πόνου ακούγεται μέχρι το τέλος της ουράς. Ο Θάνος έχει πολλές τέτοιες κραυγές να ακούσει ακόμα. Αγόρια οι μισοί, αμούστακα ακόμα, δεν αντέχουν τον πόνο, την αγωνία της αναμονής. Οι άντρες, με όλες τις ρυτίδες της ηλικίας τους, δεν αντέχουν τον εξευτελισμό. Κρίμα. Θα τον υποστούν έτσι κι αλλιώς.

Οι μαρκαρισμένοι προχωράνε παρακάτω. Τους γδύνουν και τους πλένουν. Η βρώμα έξι χρόνων χύνεται στο πάτωμα. Λερώνει παλιές φωτογραφίες, mix-tapes σε cd, μηνύματα και τσατ συζητήσεις. Κανείς δεν τα θέλει αυτά πια, κανείς δεν τα χρειάζεται. Όλοι τώρα με έχουν χαραγμένη καλά στη μνήμη τους. Και στο στέρνο τους. Αυτό το «Ε» θα σημαδεύει για πάντα το δικό μου παρελθόν στα δικά τους σώματα. Αλλά όχι για πολύ.

Ο Αλέξανδρος φωνάζει «άντε πηδήξου». Κερδίζει την πρώτη θέση. Κρίμα, γιατί ήταν ψηλός και μ’άρεσε πολύ.

Αλλά είμαι αισθηματίας, γαμώ το.

Αφήνω τον γάντζο και πιάνω το σπαθί. Η λεπίδα του βαριά και αστραφτερή θολώνει από τη θέρμη του κορμιού του και λερώνεται καθώς το αίμα κυλάει από τον λαιμό του και πιτσιλάει τους υπόλοιπους αγαπητικούς. Καθαρίζω το πρόσωπό μου και πετάω το σπαθί. Πολύ βαρύ για μένα. Πολύ μεσαιωνικό επίσης.

Το στιλέτο κάνει μια χαρά τη δουλειά του. Σκίζει λαιμούς, τρυπάει κοιλιές, σπλάχνα ξεπετάγονται, το αίμα λιμνάζει, τίποτα δε με σταματάει. Ούτε καν το βλέμμα του Κώστα, αυτό που κάποτε έκανε τα γόνατά μου να λυγίζουν και που τώρα εκλιπαρεί για σωτηρία. Οι μπούκλες του τινάζονται και προσγειώνονται με κρότο δίπλα στα έντερα του Παναγιώτη. Ή μήπως του Θόδωρου; Δεν ξεχωρίζεις πλέον ποια είναι ποιανού. Μόνο τα μάτια προσέχω, αυτά δεν τα αγγίζω. Τα θέλω ανέπαφα, αναμνηστικά του παρελθόντος που τόσο αιματηρά προσπαθώ να καθαρίσω.

Η αποσύνθεση άρχισε κιόλας. Ιούνιος μήνας, ντάλα ήλιος, μεσημέριασε. Λέω να κάνω ένα διάλειμμα. Να ξεκουραστώ και να φάω. Ω, πόσο κουραστικό είναι να αναπολείς!

Αφήνω τον Νίκο, τον Άγγλο και τον καραφλό για μετά.

Και που ξέρεις. Μπορεί να τους αφήσω να ζήσουν.

Εκλεκτοί; Μην αυταπατάσαι. Αγαπημένοι αγαπητικιοί μόνο.

Προς το παρόν.

Βροχή και αποχαιρετισμοί.


Ξύπνησα σήμερα κι έβρεχε. Ξύπνησα νωρίς ενώ είχα κοιμηθεί αργά. Φυσικά σηκώθηκα με τα χίλια ζόρια. Είχα να πάω να αποχαιρετήσω. Δεν τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς.

Αμηχανία. Ξέχειλη, τρελή, κυριαρχική. Φυσικό επακόλουθο τα χαζά αστεία και οι άγαρμπες κινήσεις. Δεν τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς λέμε. Μη μου ζητάς να πω δυο λόγια. Δεν ξέρω τι να πω, θα πω καμιά βλακεία. Δεν αποχαιρετώ ποτέ. Ακόμα και όταν φεύγω δε λέω «γεια», λέω «φιλάκια». Δε μπορώ να κάνω περίληψη της ζωής σου, ούτε να εκθειάσω τις χάρες σου κρύβοντας διακριτικά τα ελαττώματά σου. Είσαι και οι χάρες και τα ελαττώματά σου. Είσαι τόσα πράγματα, έχεις κάνει τόσα πράγματα, εγώ ούτε καν τα ξέρω όλα αυτά που έχεις κάνει, πώς θα μιλήσω για σένα; Και μάλιστα εν συντομία; Και να σε αποχαιρετήσω κιόλας; Δε μπορώ, δε μπορώ, δε μπορώ, δε μπορώ.

Και δεν θέλω κιόλας. Δεν θέλω να σε αποχαιρετήσω, δεν θέλω να φύγεις, δεν θέλω να αισθάνομαι το κενό που θα αφήσεις όταν θα φύγεις τελικά. Άσε που έχω παραλύσει από την αμηχανία. Γι’αυτό και θα χαχανίσω δυνατά στην πιο ακατάλληλη στιγμή, κι ας θυμώσεις, θα καταλάβεις. Με ξέρεις άλλωστε, πάντα αυτό κάνω.

Άμα θες θα σου μαγειρέψω, θα σου φτιάξω γλυκό, θα σε καθαρίσω, θα σε στολίσω. Θα οργανώσω δείπνο αποχαιρετιστήριο. Ή καφέ ή ποτό ή έξοδο ή μάζωξη μέσα. Αλλά στο τέλος μην περιμένεις να πω αντίο.

Θα σου πω «τα λέμε, φιλάκια». Και όταν θα φύγεις εγώ θα σε σκέφτομαι και θα σου μιλάω και στο μυαλό μου θα κάνουμε διαλόγους. Και θα μου δίνεις συμβουλές ή θα τσακωνόμαστε όπως πάντα. Θα μου λείψουν οι τσακωμοί μας.

Τα λέμε. Φιλάκια.

Reality check


Μέχρι τώρα έχω γράψει και έχω δημοσιεύσει εδώ τέσσερις ιστορίες φρίκης, τρόμου, διαστροφής, αιματοχυσίας, παραλόγου, φαντασίας. Έχω σκεφτεί και έχω φανταστεί πολλές ακόμα. Με τερατάκια, μούχλες, ζόμπι, γλίτσα, μαυρίλα, αδύναμους χαρακτήρες στο έλεος της μοίρας τους.

Τις τελευταίες μέρες όμως συνειδητοποίησα μερικά πράγματα και ένα από αυτά είναι το εξής. Μ’έχουν πει διαστροφική, μου έχουν πει ότι έχω άρρωστο μυαλό, μου έχουν πει ότι αυτά που γράφω είναι αηδίες. Και κατά πάσα πιθανότητα είναι. Αλλά καμία από αυτές τις νοσηρές φαντασιώσεις δε μπορεί να συγκριθεί με την ίδια την αρρωστημένη,αρρωστιάρικη πραγματικότητα. Κάντε μία βόλτα σε ένα οποιοδήποτε νοσοκομείο και παρατηρείστε τα γερόντια. Γέροι ασθενείς που παλεύουν για να ζήσουν μερικά χρόνια ακόμη. Ή μήνες. Ή μέρες. Δικαίωμά τους και καλά κάνουν. Αλλά η σταφιδιασμένη σάρκα, το κρεμασμένο δέρμα, το αφυδατωμένο στόμα, οι πληγές από τους καθετήρες και τους ορούς, ο ιδρώτας, το αίμα, τα ζουμιά του οιδήματος, οι πληγές από τα χειρουργεία, οι κατακλύσεις δημιουργούν ένα θέαμα πιο αποκρουστικό από οποιαδήποτε εικόνα φτιαγμένη από τη φαντασία.

Τα φανταστικά μου πλάσματα πήραν σάρκα και οστά με τον πιο ξαφνικό και ωμό τρόπο. Και τον πιο σκληρό επίσης. Διότι άλλο να έχουν αυτή την όψη επισκέπτες από την κόλαση,το διάστημα και τη φαντασία και άλλο πραγματικοί άνθρωποι που κάποτε ήταν νέοι σαν κι εμένα. Άνθρωποι που, ακόμα πιο απάνθρωπα, μπορεί να είναι συγγενείς.

Και τώρα βρίσκονται στο έλεος ενός άλλου πλάσματος, ανώτερου από μας, με τη δικιά του αρρωστημένη φαντασία. Τουλάχιστον στον κόσμο που έπλασα εγώ δεν υπάρχει η ανυπόστατη και καθ’όλα αβάσιμη ελπίδα για επιβίωση. Μας παραπλανείς μ’αυτές, να το ξέρεις!

Nostalgia,you ugly c*nt


Όταν δεν έχεις μέλλον, λένε, γεμίζεις νοσταλγία για το παρελθόν. Αν αυτό ισχύει, χάρηκα πολύ που σας γνώρισα.

Μυστικός πόθος.


Εγώ.

Εγώ που με βλέπετε δεν ήμουν πάντα έτσι. Κάποτε ήμουν ένα κοριτσάκι σαν όλα τ’άλλα, σαν τα κρύα τα νερά, στο άνθος της ηλικίας μου, με όλη τη ζωή μπροστά μου και όλα αυτά. Διάβαζα, πήγαινα στα μαθήματα, έπαιρνα καλούς βαθμούς, έβγαινα με τις φίλες μου, πήγαινα σινεμά, πήγαινα σε μπαρ για ποτάκι. Θα περιέγραφε κανείς τη ζωή μου «φυσιολογική», χωρίς ακρότητες, χωρίς μεγάλα δράματα και χωρίς μεγάλες χαρές. Χωρίς σκοτούρες στο μυαλό, πάντα χαμογελούσα. Καλή μαθήτρια, καλή φίλη, καλή αδερφή, καλή κόρη.

Αυτός.

Και τότε γνώρισα Αυτόν. Αρκετά μεγαλύτερος από εμένα, με γοήτευσε εύκολα. Η αυτοπεποίθησή του, ο τρόπος που χειριζόταν τις καταστάσεις, ο τρόπος που μίλαγε, ενδείξεις και αποδείξεις μιας ωριμότητας ακαταμάχητης. Αλλά ήταν και όμορφος. Ψηλός, γεροδεμένος, με πυκνά μαλλιά που ακόμα δεν είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Μπορούσε να έχει όποια γυναίκα θέλει. Αυτό σκεφτόμουν και ένιωθα τόσο περήφανη που από όλες τις γυναίκες είχε διαλέξει εμένα. Δε με παραξένευε τότε πώς ένα κελεπούρι σαν κι αυτόν ήταν ακόμα μόνος. Έλεγα δεν βρήκε την κατάλληλη, φοβόταν τις δεσμεύσεις και άλλα τέτοια. Δεν ήξερα.

Αυτό.

Αυτό το αισχρό, κακοηθές σαν όγκος, μιασματικό πράσινο μίζερο ειδεχθές πλάσμα. Με ακονισμένα δόντια και αιχμηρή ουρά. Έτοιμο να καταστρέψει. Η ζήλια. Αυτός γινόταν όλο και πιο απόμακρος και εγώ ζήλευα. Έκανε παρέα με άλλες γυναίκες, ζήλευα. Μίλαγε με άλλες γυναίκες, ζήλευα. Κοίταζε άλλες γυναίκες, ζήλευα. Ζήλια, ζήλια, ζήλια. Και όσο ζήλευα τόσο απομακρυνόταν και όσο απομακρυνόταν τόσο ζήλευα. Φαύλος κύκλος, ζήλιας, τσακωμών και δακρύων. Ώσπου μια μέρα, εκεί που έβλεπα ταινία περιμένοντας να μου τηλεφωνήσει, με πλημμύρισε η σφοδρή επιθυμία, ο διακαής πόθος να περάσω τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του, να νιώσω την καρωτίδα του και τους παλμούς του και να σφίξω. Να σφίξω τόσο δυνατά που να μη μπορεί να αντιδράσει, να γίνει μπλε, να δω τον πανικό στα μάτια του και τη λάμψη από αυτά να χάνεται. Να τα δω να συστέλλονται νεκρά. Να δω το στήθος του να παύει να ανεβοκατεβαίνει. Να τον δω να πεθαίνει. Να τον σκοτώσω. Εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε ο μυστικός μου πόθος.

Το αίμα.

Συνειδητοποιούσα φυσικά ότι το να τον στραγγαλίσω με τα γυμνά μου χέρια δεν ήταν σωστό. Αν το επιχειρούσα δεν θα πετύχαινα ποτέ τον σκοπό μου. Αυτός ήταν πιο δυνατός από μένα, θα μπορούσε άνετα να με απομακρύνει και να αμυνθεί. Γι’αυτό οργανώθηκα. Όταν έφτασε η προγραμματισμένη μέρα ήμουν έτοιμη. Τον νάρκωσα και τον έδεσα. Περίμενα να ξυπνήσει, ήθελα να είναι ξύπνιος, να βλέπει. Έσκυψα και του φίλησα τον λαιμό, τελευταία φορά. Πέρασα ένα μαντήλι γύρω από τον λαιμό του και τότε άρχισε να φωνάζει. Αρχικά πανικοβλημένος, ύστερα ήρεμα, προσπαθούσε να με καλοπιάσει. Στο τέλος εξοργίστηκε. Εγώ το απολάμβανα. Ο μυστικός μου πόθος είχε έρθει να ενωθεί με τον φανερό μου πόθο, Αυτόν. Γέλασα δυνατά μέσα στην παράνοια μου. Και τότε είδα. Απέναντι μου πια δε βρισκόταν Αυτός, βρισκόταν ένα γιγάντιο, καραφλό τέρας. Με μάτια κόκκινα, έξω από τις κόγχες. Δόντια μεγάλα, με μυτερούς κυνόδοντες. Μύες γυμνασμένοι παντού, κανένα ίχνος τρίχας, μόνο σημάδια που σχημάτιζαν ψυχεδελικά σχέδια. Βρυχήθηκε και έτριξαν τα τζάμια. Με μια κίνηση λύθηκε από τα δεσμά του. Το γέλιο μου είχε παγώσει και είχα κοκκαλώσει στη θέση μου. Με πλησίασε, με άρπαξε με τα χέρια του και με πέταξε στον τοίχο σαν σπίρτο. Με γρατζούνισε με τα νύχια του. Αίμα έτρεξε από τα χέρια μου, τα πόδια μου, την πλάτη μου, το στήθος μου, την κοιλιά μου. Με δάγκωσε. Κραύγασα από τον πόνο και τον κλότσησα. Με ξαναδάγκωσε, στον λαιμό αυτή τη φορά. Ένιωσα τα δόντια του να σκίζουν το δέρμα μου, να μπαίνουν μέσα μου, να κόβουν μύες και νεύρα. Σπαρταρούσα, η ζωή χανόταν από τα δικά μου μάτια.

Ξαφνικά με αφήνει. Απλώς με αφήνει. Το αίμα τρέχει από κάθε πληγή στο σώμα μου κι εγώ τρέμω από φόβο και εξουθένωση. Το τέρας με κοιτάζει στα μάτια.

«…και τώρα που ξύπνησες τον δαίμονα μέσα μου…θα ενδόσεις;»

«…ναι…»

Σ’αγαπώ μέχρι θανάτου.


Ω, είναι ωραίο να αγαπάς και να σε αγαπούν. Ω, ναι. Είναι. Η ευτυχία κρύβεται στα απλά πράγματα και μία μικρή κίνηση μπορεί να περιέχει τόση αγάπη όσο όλες οι λέξεις των ανθρώπων δε μπορούν να εκφράσουν. Και ένα χαμόγελο ποτέ δεν είναι πιο γλυκό από την στιγμή που το συνειδητοποιείς αυτό. Τέτοιο ήταν και δικό της χαμόγελο εκείνο το πρωί, όταν ξύπνησε κι εκείνος κοιμόταν ακόμα δίπλα της. Ήρεμος, με τα μαλλιά ανακατωμένα, το στόμα ελαφρώς ανοιχτό, η ανάσα αργή και βαριά.

Αφού τον χάζεψε για μερικά λεπτά σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Ζαλισμένη ακόμα από τον ύπνο και την αγάπη. Το νερό έτρεχε και πιτσίλαγε τον καθρέφτη. Εκείνος την πλησίασε από πίσω, την αγκάλιασε και αντί για καλημέρα ψιθύρισε «σ’αγαπώ…μέχρι θανάτου». Το ίδιο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλια της και τα μάτια τους έλαμπαν όσο και ο ήλιος εκείνο το πρωινό.

Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Με δυσκολία αποχωρίστηκαν ο ένας από τον άλλο. Εκείνος έμεινε στην τουαλέτα, έκλεισε τη βρύση, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, τον σκούπισε και έμεινε να κοιτάζει και να χαμογελά ονειροπολώντας. Φαντασιωνόταν την κοπέλα που βρισκόταν μόλις πέντε μέτρα μακριά του, τα μάτια της, τα μαλλιά της, τα χείλια της. Τη ζωή μαζί της.

Γέλια ακούστηκαν από το δίπλα δωμάτιο. Αχ, το γέλιο της πόσο το αγαπούσε. Αγαπούσε καθετί πάνω της, δικό της.

Και τότε το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Γιατί γελούσε; Με ποιον μίλαγε; Ποιος μπορεί να ήταν τόσο νωρίς; Καχύποπτα βγήκε από την τουαλέτα και την πλησίασε προσπαθώντας να ακούσει τη συζήτηση. Εκείνη χαμογελαστή και ευδιάθετη, αιφνιδιάστηκε από την ύπουλη προσέγγισή του και τινάχτηκε.

«Ποιος είναι;», τη ρώτησε αυστηρά. «Η φίλη μου η Σοφία», απάντησε εκείνη. Όμως αυτός ήξερε ότι στην άλλη άκρη της γραμμής μιλούσε ένας άντρας. Είχε προλάβει να ακούσει τη βαριά φωνή, την τραχιά χροιά, είχε διακρίνει στο γέλιο της εκείνη τη νότα τη διαφορετική. Αυτή που μόνο όταν ήταν μαζί του έβγαζε. Κάτι δεν πήγαινε καλά.

Κάπως έτσι ήρθε το τέλος των ανέμελων ημερών. Εκείνος σκοτεινός, καχύποπτος για το παραμικρό. Το χαμόγελο είχε σβήσει πια από το πρόσωπό της. Το τέλος πλησίαζε.

«Η αγάπη είναι ένας σκύλος από την κόλαση».

Έτσι διαολεμένα η αγάπη τον ξεμυάλισε και τον τύφλωσε. Τόσο που κανένας φραγμός δεν συγκράτησε την οργή του. Τα μάτια του κόκκινα, γουρλωμένα, η φλέβα στον κρόταφό του να σφυροκοπάει, τα χέρια του να στάζουν αίμα. Τα μάτια της δύο τρύπες κενές, μόνο αίμα ανάβλυζε. Από το κεφάλι της να λείπουν τούφες μαλλιών. Στον λαιμό της σημάδια δαχτυλιές. Στο στέρνο έξι, εφτά, οχτώ μαχαιριές, έχασε το μέτρημα. Μελανιές και γδαρσίματα σε όλο της το κορμί. Αυτό που κάποτε έσφιζε από ζωντάνια και γοητεία τώρα κείτονταν νεκρό, άδειο, κουφάρι σάρκας έτοιμο να σαπίσει.

Ένας ακόμη Οθέλλος, μία ακόμα Δεισδαιμόνα. Τόση αγάπη σου αρρωσταίνει το νου.

«Σ’αγαπώ μέχρι θανάτου».

Του δικού σου.

weeping nude

"Weeping Nude" by Edvard Munch

Τυχαίες σκέψεις για τη φιλία και το παιδάκι που δεν ήξερε γι’αυτή.


Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα παιδάκι που δεν ήξερε τι πά’ να πει φιλία. Έκανε παρέα με άλλα παιδάκια, αλλά περιστασιακά και με κάποιο αντάλλαγμα. Τα σκασμένα όλο και κάτι του ζήταγαν για να το κάνουν παρέα. Το στυλό, τη γόμα, το αυτοκόλλητο, το κολατσιό. Στην αρχή το παιδάκι δεν έδινε σημασία, δεν το ενοχλούσε αυτό γιατί έκανε παρέα με τα άλλα παιδάκια και νόμιζε ότι είχε βρει φίλους επιτέλους. Με τον καιρό όμως κατάλαβε ότι αυτά τα παιδάκια δεν ήταν φίλοι του. Απλώς εκμεταλλεύονταν την καλή του προαίρεση. Κι έτσι αποφάσισε να μη μοιράζεται πια τα πράγματά του. Όταν τα άλλα παιδάκια κατάλαβαν τους σκοπούς του, σταμάτησαν να το κάνουν και παρέα. «Πα μαλ», σκέφτηκε το παιδάκι, «τι να τους κάνω τέτοιους φίλους, πφφφφ». Και έφυγε για να πάει γυμνάσιο.

Και στο γυμνάσιο το παιδάκι γνώρισε άλλα παιδάκια. Έκανε φίλους, κανονικούς αυτή τη φορά, που δε ζητούσαν κάποιο αντάλλαγμα, αλλά πάλι δεν ήταν ικανοποιημένο. Γιατί αυτοί οι φίλοι του δεν το καταλάβαιναν. Μίλαγε αυτό και εκείνα κουνούσαν το κεφάλι και μετά κοίταζαν αλλού. Αποφάσισε λοιπόν το παιδάκι να αναζητήσει αυτό που θα κάλυπτε το κενό της έλλειψης φίλων που να το καταλαβαίνουν. Χωρίς βέβαια να σταματήσει να είναι φίλος με τα παιδάκια του γυμνασίου. Στράφηκε λοιπόν, μόνο του, στη μ0υσική, το σινεμά και τα βιβλία. Και άρχισε να καλλιεργεί το μυαλό του και να γίνεται έξυπνο. Αποκτούσε γνώσεις που τα συνομήλικα παιδάκια δεν είχαν και απόψεις για θέματα που αυτά ούτε καν καταλάβαιναν. Οι φίλοι του συνέχισαν να είναι φίλοι του και συνέχισαν να μην το καταλαβαίνουν. Ήταν μόνο του παρέα με λίγους ανθρώπους ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους. Αλλά ακόμα του έλειπαν οι φίλοι που θα ήταν κανονικοί φίλοι και θα το καταλάβαιναν κιόλας. Γι’αυτό το παιδάκι πήγε στο Πανεπιστήμιο.

Εκεί πέρα το παιδάκι γνώρισε πάρα πολλά παιδάκια. Τόσα πολλά που έχασε το μέτρημα και τ’αβγά και τα πασχάλια και τον μπούσουλα. Αλλά πάλι δε μπόρεσε να βρει τον φίλο που τόσο αναζητούσε. Άλλωστε η αναζήτηση αυτή είναι σαν να ψάχνεις ψύλλο στ’ άχυρα. Πόσο μάλλον όταν δεν είναι λίγα αχυράκια αλλά ολόκληρη θημωνιά. Έτσι λοιπόν, το παιδάκι συνέχισε τη μοναχική του πορεία, έχοντας όμως πάντα δίπλα του αυτά τα παιδάκια που δεν το καταλάβαιναν αλλά ήταν ακόμα φίλοι του και πάντα δίπλα του. Γνώρισε και μερικά ακόμα τέτοια παιδάκια και τώρα έχει αρκετούς τέτοιους φίλους, που είναι κανονικοί φίλοι αλλά δεν το καταλαβαίνουν και όταν μιλάει το κοιτάζουν σαν εξωγήινο. Συνήθως το παιδάκι δεν το πειράζει που δεν το καταλαβαίνουν. Αλλά καμιά φορά, καμιά φορά λέω, το παιδάκι της ιστορίας μας έχει ανάγκη από κάποιο άλλο παιδάκι που θα το καταλάβει. Γιατί οι φίλοι που καταλαβαίνουν όχι μόνο για τι πράγμα μιλάς αλλά και γιατί το λες έτσι αυτό που λες και πώς προέκυψε καν να έχεις τέτοιες σκέψεις στο μυαλό σου είναι πιο σημαντικοί απ’τους απλούς. Είναι σπέσιαλ. Είναι με διπλή πίτα και απ’όλα. Είναι οικογειακό μέγεθος με μανιτάρια και πιπεριά και μπέικον.

Αλλά οι απλοί φίλοι, αυτοί που ποτέ δεν κατάλαβαν το παιδάκι, έχουν άλλη αξία. Το παιδάκι δεν το ξεχνάει αυτό. Γι’αυτό και συνεχίζει την αναζήτηση χωρίς να υποτιμά τα άλλα παιδάκια που είναι δίπλα του κι ας μην το καταλαβαίνουν.

Αν σας άρεσε αυτή η ιστορία και θέλετε να τη γυρίσετε ταινία στην Ελλάδα, παρακαλώ να τη σκηνοθετήσει ο Ρένος Χαραλαμπίδης, να είναι λόου μπάτζετ και να έχει σάουντρακ ροκ και μπλουζ ήχους. Μερσί εκ των προτέρων.

« Previous entries