Posts Tagged ‘Ω ΝΑΙ!’

Αγκαλίτσος


Ο σκύλος μου ο Καρχαρίας είναι 14 μηνών, ζυγίζει 30 κιλά, αν σηκωθεί στα δυο του πόδια φτάνει περίπου το 1,60 σε ύψος, και είναι ένας τεράστιος αγκαλίτσος.
Θέλει συνέχεια γούτσου και αγκαλίτσες.

Αν θέλει αγκαλίτσα, θα βάλει τη μουσούδα του στη μασχάλη μου.
Αν θέλει χάδια, θα μου σκουντήξει το χέρι με τη μύτη του.
Όταν με βλέπει, κουνάει την ουρά, γαβγίζει χαρούμενα, και χοροπηδάει.

Πόσο πιο εύκολα θα ήταν τα πράγματα αν μπορούσαμε και οι άνθρωποι να το κάνουμε αυτό.

Χαίρεσαι που με βλέπεις, κουνάς ουρά, την βλέπω που κουνιέται, χαίρομαι, κουνάω κι εγώ την ουρά.

Και μετά τα φτιάχνουμε, και αγαπιόμαστε, και παντρευόμαστε, και κάνουμε δέκα παιδιά.

Ορίστε, θα έπρεπε όλοι να είμαστε σαν τον Καρχαρία.

Καρχαρίας

Advertisements

Ελένη, είσαι μία ροκού;


Σήμερα με ρώτησαν τι μουσική ακούω. 

Τι εύκολα που απαντούσα σ’αυτή την ερώτηση στο γυμνάσιο. Μου κότσαρα την ταμπελίτσα «ροκού» και ήμασταν όλοι ικανοποιημένοι. 

Πώς απαντάς όμως σε τέτοια ερώτηση στα 23; 

Θεωρώντας, βεβαίως, ως βάση ότι οι άνθρωποι εξελισσόμαστε όσο μεγαλώνουμε. Διευρύνουμε τα μυαλά, εμπλουτίζουμε τις γνώσεις, πειραματιζόμαστε, δοκιμάζουμε. Δεν έχουμε μείνει, δηλαδή, οι ίδιοι άνθρωποι, στάσιμοι, έτσι όπως ήμασταν όταν πηγαίναμε σχολείο. Δε συμβαίνει σε όλους αυτό ε. 

Η μουσική είναι τέχνη. Ποίηση, τρόπος ζωής, τρόπος έκφρασης, νοοτροπία, άποψη, συναίσθημα, σκέψεις. Δεν περιορίζεται. Οπότε, γιατί να καταπιεστείς με ένα είδος και μία ταμπέλα;

Δε θυμάμαι ποιος, μα κάποιος είχε απαντήσει σ’αυτή την ερώτηση κάπως έτσι: Ακούω τρία είδη μουσικής. Αυτή με την οποία με μεγάλωσαν, αυτή που άκουγα ως έφηβος, και αυτή που ανακαλύπτω καθώς μεγαλώνω. 

Αυτό. Ακριβώς αυτό. 

Ενδεικτικά.

1. The Doors – Whiskey, mystics and men

2. Patti Smith – Dancing barefoot

3. Led Zeppelin – Black dog

4. PJ Harvey – To bring you my love

5. The Gun Club – Mother of Earth

6. Portishead – Machine gun

7. Squirrel Nut Zippers – Put a lid on it

8. David Bowie – Cat people

9. Yeah Yeah Yeahs – Y control

10. Queen – I want it all

11. Gogol Bordello – Think locally, fuck globally

12. Florence + the machine – No light, no light

13. Simple Minds – (Don’t you) Forget about me

14. The Burger Project – Bed of nails

15. Alice Cooper – Bed of nails

16. Ella Fitzgerald – It don’t mean a thing

17. Black Rebel Motorcycle Club – Red eyes and tears

18. Τρύπες – Πάρτυ στον 13ο όροφο

19. Μελίνα Τανάγρη – Βυζάκια έξω λοιπόν

20. Kyuss – Green machine

21. Μάρκος Βαμβακάρης – Νόστιμο τρελό μικρό μου

22. The Lost Fingers – Touch me

23. Μικρούτσικος/Καββαδίας – Το μαχαίρι

24. Vaya con Dios – Johnny

25. Mogwai – Glasgow Mega Snake

[Να, και η playlist, οργανωμένα πράγματα, αμ τι]  

Όσο γράφω, τόσο ελλιπής μου φαίνεται τούτη εδώ η λιστίτσα. 

Και τόσο συνειδητοποιώ πόσο λίγες είναι οι γυναίκες σε σχέση με τους άντρες εκεί μέσα. 

Γαμώτο της. 

Ας περιμένουν οι γυναίκες.


Queen, the Doors, Scorpions, Iron Maiden, Guns n’ Roses, the Beatles, Rolling Stones, Led Zeppelin, Black Sabbath, the Who. Κι άλλα τέτοια άκουγα όταν πήγαινα σχολείο. Μ’άρεσαν πολύ, καμιά φορά καθόμουν μπροστά στο σιντιπλέηερ και το κοίταζα ενώ έπαιζε μουσική και διάβαζα τους στίχους των τραγουδιών από τα βιβλιαράκια των σιντί. Ώσπου κάποια στιγμή παρατήρησα.

Άντρες. Παντού. Σχεδόν ολόκληρη η εφηβεία μου είχε σάουντρακ αντρικές φωνές από αντρικές μπάντες.

Και κάπως έτσι, ένα βράδυ της τρίτης λυκείου, μαθηματικά διάβαζα θαρρώ, το αποφάσισα. Θα έψαχνα και θα έβρισκα και θα άκουγα γυναίκες.

Πήγα το λοιπόν μετά το σχόλασμα μια μέρα στο κοντικό Μετρόπολις, εκεί στο υπόγειο, κι άρχισα να ψάχνω τα γυναικεία ονόματα. Και να σου.

Blondie.

Και τσουπ.

Patti Smith.

Ώπατης.

Stevie Nicks.

Το διάβασμα το μαθηματικών δεν ήταν ξανά το ίδιο από τότε που ένα βράδυ, περασμένες δώδεκα, έλυνα ολοκληρώματα ακούγοντας την Πάτη να ψέλνει ταΐ ταϊά. Καμιά πενηνταριά ολοκληρώματα πρέπει να’ταν που έλυσα παντελώς και βλακωδώς λάθος. Έπρεπε να τα ξανακάνω. Δε μ’ένοιαζε όμως, θα ξαναζούσα. We shall live again. 

Τα πρωινά άκουγα Blondie, που την ανεχότανε και η τότε κολλητή μου. The tide is high but I’m holding on ξανά και ξανά.

Και τότε ξες, ήμουν και δεκαεφτά μισό. Τελείωνα το σχολείο, γινόμουν ενήλικη οσονούπω. Στα όρια δηλαδή. At the edge of seventeen μου έλεγε η Στήβι, τι να’κανα, το ‘νιωθα.

Και τότε μπήκα στο πανεπιστήμιο. Και γνώρισα τη Μπεθ, την Κάρεν, την Τζόνι, την ΠιΤζεη, την Σούζι.

Κι αν ερωτεύτηκα τον Τζίμ και τον Ρόμπερτ μία φορά αυτές τις ερωτεύτηκα εκατό.

Γιατί, Τζιμ, όσες φορές κι αν μου ζητήσεις να σ’αγαπήσω, κι όσες υποσχέσεις κι αν μου δίνει ο Ρόμπερτ, η Μπεθ πάντα θα ξέρει ότι εγώ είμαι υπεύθυνη για τις επιλογές μου και η Σούζι θα μου μιλάει για μάγια και πόλεις μες στη σκόνη, θα χορεύω ξυπόλυτη με την Πάτη και η ΠιΤζεη θα εξηγεί πως γύρισε τον κόσμο όλο για να μου φέρει την αγάπη της.

Για κάτσε μια στιγμούλα. Δεν σ’αγαπάνε αυτοί όπως σ’αγαπώ εγώ. 

Πάω να βρω την Τζόνι να ελευθερώσουμε τις ψυχές μας μαζί.

Μπορεί να φταίει το φύλο, μπορεί να φταίει το ευαίσθητο της ηλικίας, μπορεί και να υπάρχει και αντικειμενική εξήγηση, μπορεί να είναι όλα αυτά μαζί, μα σαν ακούω γυναίκα να τραγουδά ρίγος με διαπερνά και αφοσιώνομαι.

Και ξέρεις, μεγαλώνοντας, ανοίγεσαι. Ακούς και διαφορετικά πράγματα, καινούρια για σένα. Έλα, Μπίλι, Νίνα, Τζούλι, Τζόαν, κι εσείς οι υπόλοιπες, περιμένετέ με, έρχομαι ε.

I wanna be your dog.


Well, I woke up this morning and I got myself a beer. Άνοιξα τον υπολογιστή και μέχρι να φορτώσει πήγα για κατούρημα. The future is uncertain and the end is always near. Το τραγούδι γύρναγε στο μυαλό μου και η ζέστη μ’έκανε να ιδρώνω σαν άλογο. You gotta roll roll roll, you gotta thrill my soul. Περασμένα μεγαλεία, σκέφτηκα. Α ρε Τζιμ.

Ο καιρός ήταν υγρός και ο ιδρώτας κύλαγε στην πλάτη μου. Έφτιαξα καφέ, ζεστό, μ’ένα παγάκι. Και μέλι. Κάθισα. Έξω ο ήλιος έκαιγε, ήταν καλή μέρα για βόλτα. Μα η μούρη μου καρφωμένη στην οθόνη. Και στα βιβλία, διάβαζα. Κατακαλόκαιρο κι εγώ είχα εξεταστική. Hey hey mama, said the way you move gonna make you sweat gonna make you groove. Μόνο που εγώ δεν κουνιόμουν. Προσηλωμένη στο βιβλίο, διάβαζα χωρίς να διαβάζω, πέρναγα τη ματιά μου πάνω από τις λέξεις, τη μία μετά την άλλη, στη σειρά, και μετά από κάτω, μα το μυαλό αλλού.

I don’t know, but I’ve been told, a big legged woman ain’t got no soul. Το μυαλό τρέχει σε μακριά πόδια, ψηλές γυναίκες, άντρες με κατσαρά μαλλιά και ξεκούμπωτα πουκάμισα. Α ρε Τζιμ. Α ρε Ρόμπερτ. Καλοκαίρια αλλιώτικα, εύκολα, σε θάλασσες και συναυλίες σε αμμουδιές, με μπύρες και παγωμένο τζιν, μαύρισμα και μουσική. Υπάρχουν, αμέ. Όσο υπάρχει κι ο Άγιος Βασίλης.

Summertime and the living is easy. Λάθος σου τα’πανε Μπίλι, το καλοκαίρι η ζωή είναι ακόμα πιο ζόρικη.

Ο ήλιος έπεσε, το ίδιο κι οι αντιστάσεις μου. Άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί και έβαλα τη μουσική δυνατά. Άρχισα να χορεύω και να κουνάω το κεφάλι μου πάνω κάτω. Κούναγα τα πόδια μου άτσαλα, σκόνταψα και παραλίγο να πέσω. Τα γυαλιά μου έφυγαν από τη μύτη, τα πρόλαβα όμως. Ο ιδρώτας κυλούσε. Η καρδιά χτυπούσε. A girl can do what she wants to do and that’s what Im gonna do and I don’t give a damn about my bad reputation.

Ναι, αλλά.

Τι άλλα; Δεν έχει αλλά. Τι αλλά;

Ναι, αλλά, τι θέλει το κορίτσι;

Ξέρω.

So messed up I want you here. I my room, I want you here. Now we’re gonna be face to face. And I lay right down to my favourite place. Now I wanna be your dog.

WELL COME ON!

Θέλω την έξαψη.

Γιατί κάπου την έχασα.

 

Μαντινάδα.


Αγάπα με να σ’αγαπώ, θέλε με να σε θέλω, γιατί θε να’ρθει ένας καιρός να θες και να μη θέλω.

Άντε.

Το μπαρ Το Ναυάγιο.


Προχθές αργά, στο μπαρ Το Ναυάγιο, βρέθηκα να τα πίνω μ’έναν Άγιο. Καθότανε στο διπλανό σκαμπό και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό.

Του είπα: -Παππούλη, τι ζητάς εδώ; Δεν είναι μέρος για έναν Άγιο αυτό.

Μου είπε: -Τέκνον, κάνεις μέγα λάθος. Εδώ ο φόβος των ανθρώπων και το πάθος.

Κοίταξε γύρω του στεγνούς και μεθυσμένους και είπε:

-Εγώ τους αγαπάω τους κολασμένους. Αν θες ν’αγιάσεις πρέπει ν’αμαρτήσεις. Ε, κι αν προλάβεις, ας μετανοήσεις.

Προχθές αργά, στο μπαρ Το Ναυάγιο, βρέθηκα να τα πίνω μ’έναν Άγιο. Καθότανε στο διπλανό σκαμπό. Στο τέλος πλήρωσε και τον λογαριασμό.

I am your biggest fan λέμε.


Και που λες καθόμανε ένα βράδυ κάποτες στα ίντερνετς και βαριόμανε. Κοιτάζω την ώρα και ήντο Πέμπτη. Και αναφωνώ «Ω! Έχει Σινεμανία στην ετρία!». Και ανάβω την τιβί και στρώνομαι. Το θέμα της εκπομπής ήταν «cult ελληνικός κινηματογράφος» ή κάπως έτσι. Το’πιασες το υποεννοούμενο.

Κατ’ρχάς η Σινεμανία, σε περίπτωση που δεν ξέρεις, είναι μία εκπομπή που κάνει κυρίως θεματικά αφιερώματα σε ταινίες. Ελάχιστος ουσιώδης σχολιασμός, χωρίς ιδιαίτερη ανάλυση και εμβάθυνση στις ταινίες, ενίοτε με κανα-δυο διάσημους να λένε τη γνώμη τους, απαίσιο σκηνικό, και πολλά αποσπάσματα από τις ταινίες. Δεν είναι κακή εκπομπή, απλώς πολύ περιορισμένη.

Κι εκεί λεπόν που χαζογελούσα με αποσπάσματα από καλτ εητίλες και ατάκες τύπου «Κούλα μ’ακούς;  Πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος» και «Η αλήθεια βρίσκεται στους Sex Pistols! Γκέγκε;«, ΤΣΟΥΠ! Τι προβάλει ο τιτανομέγιστος ο Γούλιας;! Τον «Πανίσχυρο Μεγιστάνα των Ninja»! Και μετά το «Blair Kitch Project»! Και το «James Δοντ – Επιχείρησις  Ρωσομπλιετ»! Και κάπου εκεί μου κόπηκε το γέλιο. Σκάλωσα. Εκστασιάστηκα. Και συνέχισα να γελώ ακόμα πιο δυνατά.

Τα ταινιάκια αυτά που λέτε, και πολλά ακόμα, είναι φτιαγμένα από κάτι τυπάκια δουλειά-δεν-είχε-ο-διάολος-γύριζε-φιλμάκια. Είναι ανεξάρτητα, νόου ή λόου μπάτζετ, με ερασιτέχνες δημιουργούς ή, αν όχι ερασιτέχνες, νέους και άπειρους ακόμα, οι οποίοι με τον καιρό οργανώθηκαν σε ομάδες, ας πούμε οι OtiNaNaiProductions και οι Nostalgeek Films, και κούτσα κούτσα γινήκανε πολλοί. Και μαζευτήκανε και φτιάξανε μια «ομπρέλα» για όλες αυτές τις ομάδες, την Chainfree.

Να μην τα πολυλογώ, οι δημιουργοί αυτοί είτε βγάζουν το άχτι τους, είτε κάνουν το χόμπυ τους, είτε χτίζουν καριέρα στον κινηματογράφο, έχουν φτιάξει και φτιάχνουν ταινίες μικρού κατά κύριο λόγο μήκους, οι οποίες είναι πλούσιες σε χιούμορ, σαρκασμό και αυτοσαρκασμό, αγάπη για το σινεμά, φόρους τιμής, ενίοτε και προβληματισμό.

Κάποιες έχουν γυριστεί με περίσσεια προχειρότητα. Κακής ποιότητας εικόνα, ήχος, μοντάζ, υποκριτική, ανύπαρκτο σενάριο, αστάθεια, ζαλάδα, ίλιγγος και τα σέα. Βλέπονται ευχάριστα όμως. Να δεις που μια μέρα θα θεωρούνται θρυλικές ξέρωγω και σπάνιες και όποιος τις έχει δει θα θεωρείται πολύ μπαντ-ας σινεφίλ.

Τα τυπάκια, λεπόν, μαγειρεύουν κι άλλα φιλμάκια αζ γουί σπικ και, προσωπικά, τα περιμένω πώς και πώς. Λεπτομέρειες αν θέλετε έχει στο site της Chainfree ή της κάθε ομάδας.

Τελευταίως εντόπισα και εντελώς τυχαία μερικούς από δαύτους στα sites κοινωνικής δικτύωσης. Τελικά δίκιο έχουν που λένε ότι τα ίντερνετς σε φέρνουν πιο κοντά στους διάσημους. Οκέυ, δεν είναι γνωστοί στο ευρύ κοινό, αλλά τέλος πάντων, τους ήξερα χωρίς να τους έχω γνωρίσει, δεν εντάσσεται κάτι τέτοιο στον ορισμό του «διάσημος»; Ενθουσιάστηκα όταν κατάλαβα τι παίζει. Δεν είμαι γκρούπι, ούτε τρελή φαν, αλλά είναι πάντα ιδιαίτερα ικανοποιητικό και συναρπαστικό να έχεις τη δυνατότητα να μιλάς με δημιουργούς έργων που εσύ θαύμασες και απόλαυσες.

Κάπου εδώ οφείλω να δηλώσω ότι δε με πλήρωσε κανείς τους για να τα γράψω αυτά. Αλλά το καλό πράγμα να λέγεται. Και να διαφημίζεται. Και μακάρι αυτά τα παιδιά να είναι το κινηματογραφικό μέλλον της χώρας, μπας και ανανήψει λιγάκι η βιομηχανία. Καλές οι σεξοκωμωδίες με όλους τους διάσημους Έλληνες ηθοποιούς στο κάστιν, αλλά πόσες τέτοιες αντέχονται;

Love.

Your biggest fan.

When I wake up I’m doing a somersault for the ones that never dared to speak my name.


«Somersault» -I Got You On Tape

And I never drank alcohol

And I never got high

It was the end of a hundred years that took me by surprise

What I thought to be dangerous

On the verge of a smile

Turning out to be nothing more than hiss and overdrive

And there’s nothing or no one that powerful

And the light that shines upon you says the same

When I wake up I’m doing a somersault

For the ones who never dared to speak my name

I am shy and mysterious

When I say my goodbyes

When I part with the ones I’ve come to love throughout my life

When the times are miraculous

When I stop to think twice

When I sleep in the bushes next to where the treasure lies

Where the devil

In the words that you speak to me

When there’s nothing left and we are at the end

In the heavens you laugh at me secretly

Where it echoes over and over again

And there’s nothing or no one that powerful

And the light that shines upon you says the same

When I wake up I’m doing a somersault

For the ones who never dared to speak my name

Εβδομάδα Χίτσκοκ


Πριν μία βδομάδα ακριβώς, την περασμένη Δευτέρα, συγύριζα τα dvd μου. Έχω πολλά, μερικά αυθεντικά και μερικά από εφημερίδες. Και είμαι και τεμπέλα και αργοσυγύριστη, οπότε από τη στιγμή που θα τα αποκτήσω μέχρι τη στιγμή που θα τα τακτοποιήσω μπορεί να περάσουν μήνες κι αυτά να συσσωρεύονται ατάκτως στο έπιπλο. Καθώς τακτοποιούσα λοιπόν, έπεσα πάνω σε μία συλλογή ταινιών του Χίτσκοκ που έδινε κάποτε Το Βήμα. Και αποφάσισα να τη δω, ολόκληρη. Για την ακρίβεια, αποφάσισα να αφιερώσω ολόκληρη την εβδομάδα στον Χίτσκοκ. Και αυτό έκανα.

Μέσα σ’αυτή την εβδομάδα είδα εφτά ταινίες του και παλαιότερα είχα δει άλλες τρεις. Αθροιστικά, έχω δει ως τώρα δέκα από τις πενήντα τρεις ταινίες που έχει γυρίσει. Το συμπέρασμά μου είναι το εξής. Δίκαια τον αποκαλούν «Δάσκαλο του σασπένς», δίκαια θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου, δίκαια θεωρείται πρωτοπόρος και δικαιωματικά έχει επηρεάσει τόσους μεταγενέστερους σκηνοθέτες. Δεν θα επιχειρηματολογήσω. Θα σας πω να δείτε κι εσείς μία ταινία του, μία, οποιαδήποτε αρκεί, και θα συμφωνήσετε.

Οι ταινίες:

-The Birds (1963)

Πουλιά. Πολλά και ‘μοβόρικα κι αγριεμένα. Ίσως ό,τι πλησιέστερο σε splatter γύρισε ποτέ. Αλλάζει τον τρόπο που βλέπετε τις δεκαοχτούρες στα σύρματα.

-The trouble with Harry (1955)

Μαύρη κωμωδία, από αυτές που είναι όντως μαύρες και μακάβριες και όντως κωμωδίες και σου βγάζουν το γέλιο αβίαστα. Με δυο δόσεις ρομάντζου για να διατηρείται η ελαφρότητα και ένα πτώμα που θάβεται και ξεθάβεται διαρκώς.

-Dial M for Murder (1954)

Σύζυγος προσπαθεί να ξεπαστρέψει σύζυγο. Γυρίστηκε και μέτριας ποιότητας remake με τον Μάικλ Ντάγκλας και την Γκουίνεθ Πάλτροου. Τι να φτουρίσει τώρα η Πάλτροου μπροστά στην Γκρέις Κέλυ…

-Rope (1948)

Δύο νεαροί φιλοδοξούν να πετύχουν την τέλεια δολοφονία. Εύστοχο σχόλιο στο πόσο αλαζονική μπορεί να γίνει η συμπεριφορά του ανθρώπου απέναντι σε άλλον άνθρωπο.

-Shadow of a doubt (1943)

Αυτή είναι, λέει, η αγαπημένη ταινία του ίδιου του Χίτσκοκ. Λοιπόν, εμένα δε μου άρεσε και τόσο. Στο πρώτο κομμάτι της βλέπουμε την, ελαφρώς τραβηγμένη και λιγάκι αρρωστημένη, σχέση της νεαρής Τσάρλι με τον θείο της τον Τσάρλι. Μετά, βλέπουμε την Τσάρλι να ανακαλύπτει να ένοχα μυστικά του μπάρμπα της, και στο τρίτο και τελευταίο κομμάτι, και το πιο ενδιαφέρον, ο θείος Τσάρλι αλλάζει εντελώς στάση απέναντι στην ανιψιά του και γίνεται το έλα να δεις. Μεγάλη δόση ρομάντζου εδώ, το οποίο βρήκα εντελώς περιττό.

-Suspicion (1941)

Υποψίες. Η σύζυγος υποψιάζεται ότι ο μικροαπατεώνας σύζυγός της είναι και δολοφόνος. Ο Χίτσκοκ αποδεικνύεται άλλη μια φορά μάστορας και ο Κάρι Γκραντ αποδεικνύεται…Δεν ξέρω τι αποδεικνύεται, αλλά σίγουρα ήταν κούκλος και τον ερωτεύτηκα. Και μη μου πείτε περί νεκρούς κι αηδίες, όλοι καταλαβαίνετε τι εννοώ. (Αχ.!)

-Family plot (1976)

Κύκνειο άσμα του Χίτσκοκ. Δεν το’χε σκοπό, απλώς δεν πρόλαβε να γυρίσει επόμενη. Μαύρη κωμωδία επίσης, με το στοιχείο του σασπένς εξαιρετικά έντονο. Ειδικά με την σκηνή στο αυτοκίνητο, από τη μία δακρύζεις από τα γέλια και συγχρόνως, από την άλλη, αγωνιάς για την κατάληξή της.

Αυτές είναι οι εφτά της Εβδομάδας Χίτσκοκ. Οι άλλες τρεις είναι: Psycho (1960), Vertigo (1958) και The man who knew too much (1956).

Οι ταινίες του Χίτσκοκ είναι αυτό ακριβώς που όλες οι ταινίες θα έπρεπε να είναι. Ψυχαγωγικές, αλλά όχι ρηχές.  Βλέπονται εύκολα, χωρίς να είναι εύκολες. Διεγείρουν το συναίσθημα και τη σκέψη με μέθοδο και τακτική, όχι με φτηνά κόλπα και μασημένες τροφές.

Πραγματικά, ένας Μάστορας.

Ένα σχόλιο για τον Woody Allen, τον Cole Porter και το ρεμπέτικο.


Στο βλογ τούτου εδώ του τυπάκου διάβασα τούτο εδώ: Ο Woody Allen, λέει, στην ταινία Anything Else, βάζει την Christina Ricci να λέει στον Jason Biggs: «Αν ακούς Cole Porter και με σκέφτεσαι, τότε είσαι ερωτευμένος μαζί μου».

Λοιπόν, εγώ αυτόν τον Cole Porter τον ξέρω. Αλλά δεν τον ακούω. Γούστα ρε παιδί μου.

Έχω όμως να πω το εξής. Κι εδώ θα κάνω μια μικρή παραλλαγή στην ατάκα.

Αν ακούς ρεμπέτικα και με σκέφτεσαι, τότε είσαι ερωτευμένος μαζί μου.

Διότι, πώς να το κάνουμε. Τραγουδούσαν με ψυχή. Γράφαν τραγούδια αληθινά, από την καρδιά τους βγαλμένα.

Αν ακούς λοιπόν Μάρκο ή Τσιτσάνη ή Γκόγκο ή Μπαγιαντέρα ή ξέρωγω ποιον άλλο και με σκέφτεσαι, τότε είσαι ερωτευμένος μαζί μου.

«Εσύ για μένα είσαι γιατρός, εσύ θα με γιατρέψεις. Νόστιμο μικρό τρελό μου, μάγκικο μελαχρινό μου.»

*[Μικρή διόρθωση: Γκόγκος και Μπαγιαντέρας είναι το ίδιο πρόσωπο. Μπαγιαντέρας το καλλιτεχνικό του Γκόγκου.]

« Previous entries