Posts Tagged ‘πάλι γκρινιάζει αυτή’

Είναι κάτι μέρες.


Είναι κάτι μέρες που τα πάντα στραβώνουν. Είναι κάτι μέρες που τίποτα δεν σου κάθεται έτσι όπως το θες. Είναι κάτι μέρες που κάθεσαι στην καρέκλα κιουρία, αμέριμνη, μακάρια, και, τσουπ, αυτή σπάει. Διαολεμένη καρέκλα.

Είναι κάτι μέρες που σου πέφτουν τα μαλλιά. Είναι κάτι μέρες που βουλώνει η αποχέτευση και πλημμυρίζει το μπάνιο. Είναι κάτι μέρες που σφουγγαρίζεις βρωμόνερα στις 2 το πρωί και στεγνώνεις το κρεβάτι σου με το πιστολάκι. Καταραμένες τρίχες.

Είναι κάτι μέρες που το μανικιούρ δεν έχει στεγνώσει ενώ νόμιζες πως είχε στεγνώσει και πας να χτενίσεις τα μαλλιά σου. Μαλλιά στο μανό και μανό στα μαλλιά. Αναθεματισμένο μανό.

Είναι κάτι μέρες που νυστάζεις, μα δε μπορείς να κοιμηθείς, γιατί η σκέψη σου πηδάει από τη μία θεματική στην άλλη, γιατί δεν θες να σκέφτεσαι αυτό το Ένα και Μοναδικό Θέμα που θες να σκεφτείς. Κι εσύ ζορίζεσαι να μην σκεφτείς. Κι όσο ζορίζεσαι τόσο ξυπνάς και όσο ξυπνάς τόσο δεν κοιμάσαι και να, η ώρα πήγε τέσσερις. Κατάρα.

Είναι κάτι μέρες που δεν θες να είσαι στο σπίτι και δεν θες να είσαι ούτε εκτός σπιτιού. Είναι κάτι μέρες που δεν θες να είσαι. Ανάθεμα.

Είναι κάτι μέρες που θες λίγη στοργή και προδέρμ και αντ’αυτού βιώνεις απόρριψη και ενοχή.

Είναι κάτι μέρες που συμβαίνουν όλα αυτά.

Αυτές οι μέρες, διαπίστωσα, τείνουν να συμπίπτουν με τις μέρες που δεν έχω μαθήματα ή εξεταστική.

Είναι κάτι μέρες που έχω διακοπές.

Και κάπως έτσι γεννιούνται οι γουορκαχόλιξ, φαντάζομαι.

Δεν είναι ότι αγαπάμε να δουλεύουμε. Είναι που φοβόμαστε τι θα μας συμβεί αν σταματήσουμε τη δουλειά.

(εγώ)

 

Ώκγωρντ.


Είναι κάτι στιγμές αμήχανες.

Που βιώνεις ένα κλισέ.

Και είναι τόσο άβολο όταν τα συναισθήματά σου είναι έτσι γραφικά.

Τόσο άβολο. Και κλισέ. Και παράξενο.

Γιατί ένα τραγούδι λέει αυτά που σκέφτεσαι και τότε καταλαβαίνεις.

Ότι η σκέψη σου δεν είναι πρωτότυπη. Τα συναισθήματά σου ομοίως. Ότι άλλοι μπόρεσαν να πουν αυτά που εσύ φοβάσαι να πεις.

Και είναι και πιασάρικο τραγούδι, γαμώτο. Δεν είναι καν ένα ομπσκιούρ κουλτουρέ να το παίξεις και βαριά κουλτούρα αφυψηλού να μην σε καταλάβει και κανείς.

Και δηλαδή τι, θα πρέπει να εκθέσω τα συναισθήματά μου τώρα;

Πόσο άβολο.

Ώκγωρντ.

#asemas

I wanna be your dog.


Well, I woke up this morning and I got myself a beer. Άνοιξα τον υπολογιστή και μέχρι να φορτώσει πήγα για κατούρημα. The future is uncertain and the end is always near. Το τραγούδι γύρναγε στο μυαλό μου και η ζέστη μ’έκανε να ιδρώνω σαν άλογο. You gotta roll roll roll, you gotta thrill my soul. Περασμένα μεγαλεία, σκέφτηκα. Α ρε Τζιμ.

Ο καιρός ήταν υγρός και ο ιδρώτας κύλαγε στην πλάτη μου. Έφτιαξα καφέ, ζεστό, μ’ένα παγάκι. Και μέλι. Κάθισα. Έξω ο ήλιος έκαιγε, ήταν καλή μέρα για βόλτα. Μα η μούρη μου καρφωμένη στην οθόνη. Και στα βιβλία, διάβαζα. Κατακαλόκαιρο κι εγώ είχα εξεταστική. Hey hey mama, said the way you move gonna make you sweat gonna make you groove. Μόνο που εγώ δεν κουνιόμουν. Προσηλωμένη στο βιβλίο, διάβαζα χωρίς να διαβάζω, πέρναγα τη ματιά μου πάνω από τις λέξεις, τη μία μετά την άλλη, στη σειρά, και μετά από κάτω, μα το μυαλό αλλού.

I don’t know, but I’ve been told, a big legged woman ain’t got no soul. Το μυαλό τρέχει σε μακριά πόδια, ψηλές γυναίκες, άντρες με κατσαρά μαλλιά και ξεκούμπωτα πουκάμισα. Α ρε Τζιμ. Α ρε Ρόμπερτ. Καλοκαίρια αλλιώτικα, εύκολα, σε θάλασσες και συναυλίες σε αμμουδιές, με μπύρες και παγωμένο τζιν, μαύρισμα και μουσική. Υπάρχουν, αμέ. Όσο υπάρχει κι ο Άγιος Βασίλης.

Summertime and the living is easy. Λάθος σου τα’πανε Μπίλι, το καλοκαίρι η ζωή είναι ακόμα πιο ζόρικη.

Ο ήλιος έπεσε, το ίδιο κι οι αντιστάσεις μου. Άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί και έβαλα τη μουσική δυνατά. Άρχισα να χορεύω και να κουνάω το κεφάλι μου πάνω κάτω. Κούναγα τα πόδια μου άτσαλα, σκόνταψα και παραλίγο να πέσω. Τα γυαλιά μου έφυγαν από τη μύτη, τα πρόλαβα όμως. Ο ιδρώτας κυλούσε. Η καρδιά χτυπούσε. A girl can do what she wants to do and that’s what Im gonna do and I don’t give a damn about my bad reputation.

Ναι, αλλά.

Τι άλλα; Δεν έχει αλλά. Τι αλλά;

Ναι, αλλά, τι θέλει το κορίτσι;

Ξέρω.

So messed up I want you here. I my room, I want you here. Now we’re gonna be face to face. And I lay right down to my favourite place. Now I wanna be your dog.

WELL COME ON!

Θέλω την έξαψη.

Γιατί κάπου την έχασα.

 

Υγρό 2010.


Το 2010 ήτο υγρό, πολύ υγρό. Και κύλισε αργά και εντόνως βασανιστικά.

Και τι εννοώ όταν λέω υγρό.

Άλφα) Υγρασία. Τι υγρασία ήταν αυτή ρε μάναμ’; Έβγαινες απ’το σπίτι με μάσκα και βατραχοπέδιλα. Τα μιράντα στην κουζίνα είχαν μουλιάσει. (Κάτι που δεν ήταν και τόσο κακό, μ’αρέσουν τα μουλιασμένα μιράντα) Η πόρτα η ξύλινη είχε φουσκώσει τόσο που δεν άνοιγε. Άκουγες τα κόκκαλά σου να τρίζουν και τη μούχλα στους τοίχους να κερδίζει έδαφος.

Βήτα) Και μετά έβρεξε. Και η βρόχε έπεφτε στρέι θρου. Αγγλία γίναμε. Η νιτσεράδα έκανε απόσβεση και στην τσάντα υπήρχε δεύτερο ζευγάρι κάλτσες καβάτζα -ελπίζω να μη μου μείνει κουσούρι αυτό.

Γάμα) τα. Τα κλάματα. Εκεί που λες εγώ θα ζήσω για πάντα, ποιος χάρος και πράσιν’ άλογα, γιατί είσαι νέος, δεν ξέρεις, τότε αυτός σου δίνει μια στο κεφάλι, εις τριπλούν κιόλας, για να το καταλάβεις καλά, λες και η μία δεν είναι αρκετή. Κι ο θρήνος μπορεί να γίνει βουβός, μα στεγνός όχι.

Δέλτα) Κι αφού έβρεξε και βρόντηξε και άστραψε, έβγαλε ουράνιο τόξο και η ομορφιά του ήταν τέτοια που πάλι δάκρυσες και χαμογέλασες.

Κι επειδή ο συμβολισμός εδώ μπορεί να μην είναι σαφής, κι εγώ δεν είμαι καμιά συγγραφέας ή ποιήτρια ή καλλιτέχνις να κάνω συμβολισμούς για να τους ερμηνεύσετε όπως θέλετε, θα γίνω πιο συγκεκριμένη.

Τη χειρότερη χρονιά της ζωής μου, ύστερα από όλες αυτές τις αναποδιές και τα χτυπήματα, σκέφτηκα πως η ζωή ίσως και να είναι ωραία τελικά. Χάρη σ’αυτόν.

Το λοιπόν, πολλή υγρασία. Αν βρέχει, έχει καλώς. Τουλάχιστον ακούμε τις σταγόνες στο ταβάνι και ξυπνάει ο ρομαντικός εαυτός μας. Αλλά καλύτερος είναι ο βοριάς, μένουν  στεγνά και τα μιράντα, γιατί όταν είναι μουλιασμένα τα τρώω μάτια μου κι αυτά παχαίνουν.

2010, The playlist.


Είναι ακόμα Σεπτέμβριος, το ξέρω, αλλά νιώθω την ανάγκη να κάνω άλλον έναν απολογισμό. Αυτόν του 2010. Μπορεί να έχουμε ακόμα δυόμιση μήνες μέχρι να τελειώσει, αλλά θεωρώ και ελπίζω ότι ένας κύκλος οδεύει στο τέλος του αυτές τις μέρες. Ο κύκλος αυτός ξεκίνησε γύρω στον Φλεβάρη και καθώς προχωρούσε έφερνε μαζί του ένα σωρό δυσάρεστες καταστάσεις, τη μία αποτυχία μετά την άλλη, το ένα τραύμα μετά το άλλο, τον ένα θάνατο μετά τον άλλον. Τελευταία τα πράγματα δείχνουν λίγο καλύτερα. Τα σύννεφα έχουν αρχίσει να διαλύονται και σαν να αχνοφαίνονται και μερικά αστέρια στο βάθος. Δε λέω μεγάλα λόγια, μην το γρουσουζέψω.

Στις δύσκολες ώρες του 2010 πιστός σύντροφός μου στάθηκε η μουσική. Στιγμές που λαχταρούσα μια αγκαλιά αλλά δεν υπήρχε άνθρωπος να μου τη δώσει, είχα το ipod στο χέρι και μια φωνή να τραγουδάει σπαραχτικά στα αυτιά μου. Κι έτσι αποκοιμιόμουν και ξέχναγα για λίγο την απελπισία μου.

Αποφάσισα λοιπόν να φτιάξω μια λίστα με δέκα από αυτά τα τραγούδια χάρη στα οποία κατάφερα να την παλέψω αυτή τη σάπια χρονιά.

Με τυχαία σειρά:

1) Over the hill – Monika

2) Howl – Black Rebel Motorcycle Club

3) Sweet come down – Black Ryder

4) Hurt – Johnny Cash

5) This mess we’re in – PJ harvey & Thom York

6) Lies – The Black Keys

7) Mother of Earth – The Gun Club (εδώ να ευχαριστήσω τούτον εδώ τον τυπάκο που το μπλίπαρε και το άκουσα και το ερωτεύτηκα)

8) Sour times – Portishead

9) The kids are on High Street – Madrugada

10) The End – The Doors

Και last-but-not-least bonus:

+1) Somersault – I got you on tape (αυτό μου το έβαλε να το ακούσω ένας φίλος πριν δύο μέρες. Το ερωτεύτηκα αμέσως. Τον ευχαριστώ που μου στέλνει τόσο όμορφα τραγούδια.)

Μεγάλες αλλαγές έρχονται και μεγάλα ζόρια. Μα όσο έχω μουσικές δε φοβάμαι. Την πολυπόθητη αγκαλιά θα μου τη δίνει ο Sivert κι ο Thom και η Patti και όλοι οι άλλοι.

Κι ελπίζω το 2011 να έχει πιο χαρωπό soundtrack.

Και είναι ακόμα Αύγουστος;


Καύσωνας. Το θερμόμετρο δείχνει 41 βαθμούς. Ο ιδρώτας τρέχει στην πλάτη, τα δάχτυλα κολλάνε, μόλις βγήκε από το ντουζ και αισθάνεται βρώμικη. Πατάει το on στο κλιματιστικό και το βουητό της προκαλεί πονοκέφαλο. Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη. Πρέπει να διαβάσει, μα η ραθυμία την έχει κυριεύσει. Η ζέστη την έχει παραλύσει. Ξοδεύει τις ώρες της άσκοπα και οι μέρες περνάνε ίδιες και κενές.

Καμία έμπνευση να γράψει. Η ματαιότητα του καλοκαιριού της προκαλεί κατάθλιψη και μουδιάζει το μυαλό της. Κλεισμένη στο σπίτι αρνείται να ζήσει. Ακούει Madrugada και Radiohead. Θέλει να ζήσει μαζί του. Ξέρει ότι δε μπορεί. Η εξεταστική πλησιάζει απειλητικά.

Συνταγή για αυτοκαταστροφή: ζέστη και άγχος και διάβασμα.

Φαντάζεται να ανεβαίνει στο ψηλότερο σημείο, να σηκώνει ανοιχτά τα χέρια ψηλά στον αέρα και να αφήνεται να πέσει. Καθώς πέφτει ο αέρας να φυσάει βίαια το πρόσωπό της και με κλειστά τα μάτια να απολαμβάνει την πτώση. Το κεφάλι της να σκάει στο δάπεδο και να ανοίγει σε χίλια κομμάτια. Να γίνεται πολτός. Να μην υπάρχει πια, ούτε καν ως μορφή, ως πτώμα.

Φαντασιώνεται την ανυπαρξία.

Πότε θα χειμωνιάσει επιτέλους;

Χυλόπιτες.


Είμαστε άνθρωποι. Και ως τέτοιοι τρέφουμε αισθήματα για άλλους ανθρώπους, είτε διαρκείας, είτε προσωρινά, δυνατά ή χλιαρά, αρνητικά ή θετικά. Τίποτα περίεργο ως εδώ. Το αξιοπερίεργο είναι το εξής. Ένα μικρό μέρος, πολύ μικρό, από αυτά τα αισθήματα χαίρει ανταπόκρισης. Κοινώς, η χυλόπιτα είναι στάνταρ στο μενού ημερησίως. Με διάφορες παραλλαγές βεβαίως βεβαίως. Παραθέτω ορισμένες:

Πρώτα απ’όλα, η ερωτική χυλόπιτα. Γουστάρεις γκομενάκι κι αυτό στο παίζει βαρύ πεπόνι. Ασκείς γοητεία εσύ, τίποτα. Βάζεις πειθώ και στυλ, τίποτα. Δε σε γουστάρει το γκομενάκι, φιλαράκο, τι να κάνουμε. Παίζει να βαρέσεις και μια χαζογκομενίαση, αλλά τελικώς το παίρνεις απόφαση. Δε γουστάρει, πάμ’ παρακάτω.

Ακολούθως, η φιλική χυλόπιτα. Έχεις φιλαράκι και το εμπιστεύεσαι. Είναι φίλος σου με την ουσιαστική έννοια του όρου. Ώσπου μια μέρα σε παρατάει ξεκρέμαστο στη μέση του δρόμου να ψάχνεσαι. Ή σε πουλάει ο φίλος-λαδέμπορας για μια χούφτα δολλάρια. Ή έστω, ευρώ. Ή λίρες. Άντε να την ξεπεράσεις αυτή τη χυλόπιτα.

Έπειτα, η κρύα χυλόπιτα. Και να που έχεις βρει ένα άτομο και το θεωρείς πολύ κουλ ρε παιδί μου. Το θαυμάζεις σαν να λέμε. Αποζητάς την επιδοκιμασία του. Σε νοιάζει η γνώμη του. Και να που προσπαθείς να σε προσέξει, να που προσπαθείς να το μιμηθείς, να που προσπαθείς να αποδείξεις τον εαυτό σου, να που τρως τη χυλόπιτα, γιατί κατά πως φαίνεται οι προσπάθειες δεν πιάσανε τόπο.

Τέταρτη, η γονεϊκή χυλόπιτα. Ναι, ναι, καλά καταλάβατε. Είτε είσαι κόρη είτε είσαι γιος, η γονεϊκή χυλόπιτα είναι από τις χειρότερες και χωρίζεται σε γονεϊκή χυλόπιτα πρώτου βαθμού, όπου ο γονιός δεν εγκρίνει τις επιλογές σου αλλά σε υποστηρίζει, γονεϊκή χυλόπιτα δευτέρου βαθμού, όπου ο γονιός αμ δεν εγκρίνει τις επιλογές σου, αμ δε σε στηρίζει, η γονεϊκή χυλόπιτα τρίτου βαθμού, όπου ο γονιός σε διώχνει μακριά του, και η γονεϊκή χυλόπιτα τέταρτου βαθμού, όπου ασ’τα να πάν’ στο διάολο, ψάξε αλλού για γονείς.

Λαστ μπατ νοτ λιστ, η ιντερνετική χυλόπιτα. Τα’χουμε ξαναπεί. Facebook, Twitter, Tumblr, msn, yahoo messenger, skype, gtalk, buzz, meme, friendfeed και όλα αυτά τα site κοινωνικής δικτύωσης και μη. Γνωρίζεις κόσμο εκεί. Ακολουθείς, προσθέτεις, ζητάς άδειες, αιτήσεις και βρίσκεις ανθρώπους μ’ένα σωρό τρόπους. Και βρίσκεις και κάποιον που σε ενδιαφέρει. Για οποιοδήποτε λόγο. Και τους στέλνεις ένα request. Και τζουπ τρως ένα ignore μεγαλοπρεπέστατο και μένεις με το πουλί στο χέρι. Να αναρωτιέσαι. Μα γιατί;

Πολλές οι χυλόπιτες που τρώμε εμείς οι άνθρωποι. Τόσες που αναρωτιέμαι, γιατί συνεχίζουμε να κάνουμε παρέα με άλλους ανθρώπους αφού μας απορρίπτουν έτσι στην ψύχρα; Λίγοι και καλοί θα μου πεις. Αξίζει τον κόπο όμως;

Γαμώ την κοινωνία μου, θα πάω να κάτσω πάνω σ’ένα βουνό και θα σας βλέπω όλους από ψηλά. Θα βλέπω εσάς και τη μιζέρια σας αλλά δεν θα σας έχω ανάγκη. Γιατί είμαι ο Χουλκ.

Avatar


Εδώ και αρκετό καιρό γίνεται σούσουρο για την καινούρια ταινία του James Cameron, το Avatar. Είναι 3D, είναι επιστημονικής φαντασίας, είναι η καλύτερη, είναι φοβερή, είναι απίστευτη και όλα αυτά. Οι κριτικοί και ο Τύπος την εκθείαζουν, μερικοί γνωστοι που την είδαν επίσης, ε, είπα κι εγώ, να πάω να τη δω. Και απογοητεύτηκα.

Κατ’αρχάς η ιστορία, όπως πολλοί έχουν ήδη πει, θύμιζε Ποκαχόντας. Οι κακοί στρατόκα**οι καταπατητές που σκοπεύουν να επεκταθούν σε περιοχή ιθαγενούς πολιτισμού με το στανιό, αν όχι διαφορετικά, αλλά η θυγατέρα του αρχηγού της φυλής και ο καλός, όμορφος και ιδιαίτερος στρατιώτης ερωτεύονται και τότε τα πράγματα γίνονται λίιιιιιγο πιο περίπλοκα. Επίσης, η ζούγκλα, τα ζώα και οι επιστήμονες θύμιζαν Jurassic Park. Όχι απλώς θύμιζαν, μερικές σκηνές μοιάζουν να είναι c/p, όπως αυτή με τον πρωταγωνιστή στην πρώτη του βόλτα στο δάσος ως άβαταρ όπου συναντάει το ογκώδες επικίνδυνο ζωάκι και πρέπει να σταθεί ακίνητος ενώ οι δύο επιστήμονες του φωνάζουν οδηγίες από απόσταση. Ακόμα μία έντονη επιρροή (σε σημείο αντιγραφής) που παρατήρησα είναι η ταινία Eragon. Το όλο θέμα με τα πτηνά και την αμφίδρομη επιλογή και την τηλεπαθητική επικοινωνία έκανε μπαμ ότι είναι ακριβώς το ίδιο και στις δύο ταινίες.

Avatar

Θα μου πείτε όμως, δεν υπάρχει παρθενογένεση (μου το είπε όντως φίλος όταν γκρίνιαζα περί έλλειψης πρωτοτυπίας) άρα να μη ζητάω κι εγώ πολλά. Και σας λέω, άντε, εντάξει, να το δεχτώ ότι δεν είναι μία ξεχωριστή ταινία σεναριακά. Με τα εφέ όμως; Τι γίνεται με τα εφέ;! Μία ταινία όπως αυτή, που δηλώνει επιστημονικής φαντασίας και διαφημίζεται ως εφετζίδικη, με μπαμ μπουμ, φανταστικά πλάσματα, άλλους πλανήτες, διαστημόπλοια και ιστορίες, και η οποία τα έχει όλα αυτά πράγματι, γίνεται να είναι μέτρια στα ηχητικά της εφέ;;;! Μα να βλέπεις την έκρηξη, τις φωτιλες, τους καπνούς, σπασμένα κομμάτια να πετάνε στον αέρα και να ακούς ένα σκέτο «ΜΠΑΜ»; Να μην τραντάζονται τα μέσα σου, να μην κουνιέται το κάθισμα;! Πού είναι τα Dolby Digital και Dolby Surround;;! Χάνει πολύ το στοιχείο του εντυπωσιασμού και ενώ θα μπορούσε να είναι πολύ, πάρα πολύ καλύτερη, με λίγη ρύθμιση στον ήχο.

Πολύ καλύτερη θα μπορούσε να είναι αν ήταν και μικρότερη. Μερικά κομμάτια της ιστορίας πάααααααρατραβήχτηκαν, ενώ η τελικά μάχη ήταν όντως επική. Σε έκταση. Τρεις ώρες είναι πολλές για μία ταινία, ευτυχώς έγινε διάλειμμα στην αίθουσα που την είδα. Μικρό διάλειμμα, αλλά απ’το ολότελα…

Avatar

Τέλος. το 3D. Λάθος, λάθος, λάθος και πάλι λάθος. Χαλάει η τσαχπινιά του 3D όταν μαζί με την ουρίτσα που ξεπετάγεται έξω από την οθόνη βλέπειςτους μπροστινούς σου, τους τοίχους μπροστά, δεξιά και αριστερά και τα όρια του λευκού πανιού. Αν η προβολή γινόταν σε κάποιου είδους κουβούκλιο ή αν τα γυαλιά είχαν κάποιου είδους παρωπίδες ώστε να μην παρεμβαίνουν άλλα στοιχεία στη διαδικασία της προβολής το αποτέλεσμα θα ήταν το επιθυμητό και δεν θα ήτν και τόσο κουραστικό. Γιατί ήταν και απίστευτα κουραστικό να βλέπεις αυτό το ναι-ας-πούμε-κάπως-3D. Αφήστε που τα γυαλιά ήταν πραγματικά πολύ κουραστικά. Όλο έπεφταν ή άλλαζαν θέση ή με γαργαλούσαν ή μου προκαλούσαν φαγούρα. Έτσι κι αλλίως φοράω γυαλιά μυωπίας, οπότε το επιπλέον ζευγάρι δεν καθόταν καλά στη θέση του λόγω της ύπαρξης του πρώτου. Παρ’όλα αυτά, για τα 3D γυαλιά έχουν ακουστεί παράπονα και από αλλού.

All in all, το Άβαταρ, δεν είναι μία κακή ταινία. Απλώς δεν είναι τόοοοσο καλή όσο δηλώνει ότι είναι. Θα μου άρεσε να την ξαναδώ ίσως μετά από κανέναν χρόνο, σε DVD, στην άνεση της πολυθρόνας μου, με όσο διαλείμμματα θέλω και χωρίς τα 3D γυαλιά!

Avatar

Το προσωπικό σου δράμα με αφήνει παγερώς αδιάφορη.


Υπάρχουν πολλών ειδών ταινίες. Και υπάρχουν πολλών ειδών δραματικές ταινίες. Δραματικές ταινίες πολιτικού περιεχομένου, δραματικές ταινίες που σχολιάζουν κάποια κοινωνική αδικία ή ιδιαιτερότητα, δραματικές ταινίες για τη ζωή κάποιου υπαρκτού προσώπου ή για τη ζωή κάποιου φανταστικού ανθρώπου, δραματικές ταινίες για οτιδήποτε. Η τραγωδία άλλωστε ανέκαθεν ενδιέφερε τους ανθρώπους και πάντα τους άρεσε. Έλα όμως που υπάρχουν και δραματικές ταινίες που καταφέρνουν να σε καθηλώσουν μπροστά στην οθόνη (μεγάλη, μικρή, διαλέχτε μόνοι σας) μέχρι το τέλος τους, χωρίς να κουνήσεις βλέφαρο, μόνο και μόνο για να μη σου πουν απολύτως τίποτα.

Χαρακτηριστικό αυτό των ταινιών είναι ο πολυάσχολος γονιός με παιδί που πάσχει από χρόνια ανίατη ασθένεια και σύζυγο που δεν ασχολείται μαζί του, δεν επικοινωνούν πια όπως παλιά, το ενδιαφέρον στη σχέση τους έχει χαθεί και έχει αντικατασταθεί από κούραση και γκρίνια. Αν το θέμα της ταινίας ήταν το παιδί και η ασθένεια θα ήταν όλα πολύ καλύτερα. Είτε το χειριζόταν σωστά και με διακριτικότητα, είτε όχι, το θέμα θα είχε ενδιαφέρον έτσι κι αλλιώς. Ποιος δεν ενδιαφέρεται να μάθει τι συμβαίνει σε κάποιο αυτιστικό παιδι; Ή σε ένα τυφλό παιδί; Ή γενικότερα σε ένα οποιοδήποτε παιδί, τα παιδιά από μόνα τους έχουν ενδιαφέρον, μάλλον επειδή είναι μικρά και χαριτωμένα και γλυκούλια, κυρίως όταν είναι και βασανισμένα. Αλλά όχι,  στην ταίνια το θέμα είναι ο προαναφερθείς γονιός. Έτσι ο ήρωάς μας στρέφει για λίγο τον κουρασμένο του νου μακρυά από τα βάσανα του, εντοπίζει ένα γκομενάκι, αποφασίζει να απατήσει τον/την σύζυγο, κλάνει το παιδί και την αρρώστεια του και ζει μερικές στιγμές ανεμελιάς και ευφορίας που τόσο του είχαν λήψει…και όλα μέχρι τώρα πάνε καλά, διότι ως θεατής λέω, αχ, μωρέ τον καημένο, τι να κάνει κι αυτός ο κακομοιρούλης, αφού έτσι του τα ‘φερε η μοίρα, τουλάχιστον να ζήσει αυτός καλά με το γκομενάκι κι εμέις καλύτερα. ΧΑ! Σας γελάσανε! Η ταινία δεν τελειώνει εδώ! Ο ήρωας μας πρέπει να υποστεί ακόμα πολλά βάσανα: το γκομενάκι θα τον παρατήσει ή/και θα τον εκβιάζει ότι θα τα πει όλα στον άντρα/στην γυναίκα του, το παιδί χειροτερεύει και χρειάζεται επειγόντως μία πανάκριβη και πολύ επικύνδινη εγχείρηση, τσακώνεται με τον/την σύζυγο, αποκαλύπτεται η αλήθεια, όλο και κάποια κλοπή/κατάχρηση/απατεωνιά θα κάνει για να βρει χρήματα να πληρώσει τον εκβιασμό και την εγχείρηση κ.ο.κ.. Και ερωτώ: γιατί εμένα να με ενδιαφέρουν όλα αυτά;; Γιατί να με ενδιαφέρεις εσύ ρε ρεζίλη άνθρωπε που κάθεσαι και κλαίγεσαι και τα ρίχνεις όλα στην αδυσώπητη μοίρα;; Εσύ από μόνος σου έβαλες τα χεράκια σου και έβγαλες τα ματάκια σου, εγώ γιατί να την πληρώσω;;

Πάρ’τε το χαμπάρι εσείς εκεί στα στούντιο και στις εταιρείες: nobody cares!!

( και για να μιλήσω συγκεκριμένα, ορίστε μερικά παραδείγματα: Derailed, Breaking and entering, Closer)