Posts Tagged ‘νοσταλγία’

Ας περιμένουν οι γυναίκες.


Queen, the Doors, Scorpions, Iron Maiden, Guns n’ Roses, the Beatles, Rolling Stones, Led Zeppelin, Black Sabbath, the Who. Κι άλλα τέτοια άκουγα όταν πήγαινα σχολείο. Μ’άρεσαν πολύ, καμιά φορά καθόμουν μπροστά στο σιντιπλέηερ και το κοίταζα ενώ έπαιζε μουσική και διάβαζα τους στίχους των τραγουδιών από τα βιβλιαράκια των σιντί. Ώσπου κάποια στιγμή παρατήρησα.

Άντρες. Παντού. Σχεδόν ολόκληρη η εφηβεία μου είχε σάουντρακ αντρικές φωνές από αντρικές μπάντες.

Και κάπως έτσι, ένα βράδυ της τρίτης λυκείου, μαθηματικά διάβαζα θαρρώ, το αποφάσισα. Θα έψαχνα και θα έβρισκα και θα άκουγα γυναίκες.

Πήγα το λοιπόν μετά το σχόλασμα μια μέρα στο κοντικό Μετρόπολις, εκεί στο υπόγειο, κι άρχισα να ψάχνω τα γυναικεία ονόματα. Και να σου.

Blondie.

Και τσουπ.

Patti Smith.

Ώπατης.

Stevie Nicks.

Το διάβασμα το μαθηματικών δεν ήταν ξανά το ίδιο από τότε που ένα βράδυ, περασμένες δώδεκα, έλυνα ολοκληρώματα ακούγοντας την Πάτη να ψέλνει ταΐ ταϊά. Καμιά πενηνταριά ολοκληρώματα πρέπει να’ταν που έλυσα παντελώς και βλακωδώς λάθος. Έπρεπε να τα ξανακάνω. Δε μ’ένοιαζε όμως, θα ξαναζούσα. We shall live again. 

Τα πρωινά άκουγα Blondie, που την ανεχότανε και η τότε κολλητή μου. The tide is high but I’m holding on ξανά και ξανά.

Και τότε ξες, ήμουν και δεκαεφτά μισό. Τελείωνα το σχολείο, γινόμουν ενήλικη οσονούπω. Στα όρια δηλαδή. At the edge of seventeen μου έλεγε η Στήβι, τι να’κανα, το ‘νιωθα.

Και τότε μπήκα στο πανεπιστήμιο. Και γνώρισα τη Μπεθ, την Κάρεν, την Τζόνι, την ΠιΤζεη, την Σούζι.

Κι αν ερωτεύτηκα τον Τζίμ και τον Ρόμπερτ μία φορά αυτές τις ερωτεύτηκα εκατό.

Γιατί, Τζιμ, όσες φορές κι αν μου ζητήσεις να σ’αγαπήσω, κι όσες υποσχέσεις κι αν μου δίνει ο Ρόμπερτ, η Μπεθ πάντα θα ξέρει ότι εγώ είμαι υπεύθυνη για τις επιλογές μου και η Σούζι θα μου μιλάει για μάγια και πόλεις μες στη σκόνη, θα χορεύω ξυπόλυτη με την Πάτη και η ΠιΤζεη θα εξηγεί πως γύρισε τον κόσμο όλο για να μου φέρει την αγάπη της.

Για κάτσε μια στιγμούλα. Δεν σ’αγαπάνε αυτοί όπως σ’αγαπώ εγώ. 

Πάω να βρω την Τζόνι να ελευθερώσουμε τις ψυχές μας μαζί.

Μπορεί να φταίει το φύλο, μπορεί να φταίει το ευαίσθητο της ηλικίας, μπορεί και να υπάρχει και αντικειμενική εξήγηση, μπορεί να είναι όλα αυτά μαζί, μα σαν ακούω γυναίκα να τραγουδά ρίγος με διαπερνά και αφοσιώνομαι.

Και ξέρεις, μεγαλώνοντας, ανοίγεσαι. Ακούς και διαφορετικά πράγματα, καινούρια για σένα. Έλα, Μπίλι, Νίνα, Τζούλι, Τζόαν, κι εσείς οι υπόλοιπες, περιμένετέ με, έρχομαι ε.

Advertisements

I wanna be your dog.


Well, I woke up this morning and I got myself a beer. Άνοιξα τον υπολογιστή και μέχρι να φορτώσει πήγα για κατούρημα. The future is uncertain and the end is always near. Το τραγούδι γύρναγε στο μυαλό μου και η ζέστη μ’έκανε να ιδρώνω σαν άλογο. You gotta roll roll roll, you gotta thrill my soul. Περασμένα μεγαλεία, σκέφτηκα. Α ρε Τζιμ.

Ο καιρός ήταν υγρός και ο ιδρώτας κύλαγε στην πλάτη μου. Έφτιαξα καφέ, ζεστό, μ’ένα παγάκι. Και μέλι. Κάθισα. Έξω ο ήλιος έκαιγε, ήταν καλή μέρα για βόλτα. Μα η μούρη μου καρφωμένη στην οθόνη. Και στα βιβλία, διάβαζα. Κατακαλόκαιρο κι εγώ είχα εξεταστική. Hey hey mama, said the way you move gonna make you sweat gonna make you groove. Μόνο που εγώ δεν κουνιόμουν. Προσηλωμένη στο βιβλίο, διάβαζα χωρίς να διαβάζω, πέρναγα τη ματιά μου πάνω από τις λέξεις, τη μία μετά την άλλη, στη σειρά, και μετά από κάτω, μα το μυαλό αλλού.

I don’t know, but I’ve been told, a big legged woman ain’t got no soul. Το μυαλό τρέχει σε μακριά πόδια, ψηλές γυναίκες, άντρες με κατσαρά μαλλιά και ξεκούμπωτα πουκάμισα. Α ρε Τζιμ. Α ρε Ρόμπερτ. Καλοκαίρια αλλιώτικα, εύκολα, σε θάλασσες και συναυλίες σε αμμουδιές, με μπύρες και παγωμένο τζιν, μαύρισμα και μουσική. Υπάρχουν, αμέ. Όσο υπάρχει κι ο Άγιος Βασίλης.

Summertime and the living is easy. Λάθος σου τα’πανε Μπίλι, το καλοκαίρι η ζωή είναι ακόμα πιο ζόρικη.

Ο ήλιος έπεσε, το ίδιο κι οι αντιστάσεις μου. Άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί και έβαλα τη μουσική δυνατά. Άρχισα να χορεύω και να κουνάω το κεφάλι μου πάνω κάτω. Κούναγα τα πόδια μου άτσαλα, σκόνταψα και παραλίγο να πέσω. Τα γυαλιά μου έφυγαν από τη μύτη, τα πρόλαβα όμως. Ο ιδρώτας κυλούσε. Η καρδιά χτυπούσε. A girl can do what she wants to do and that’s what Im gonna do and I don’t give a damn about my bad reputation.

Ναι, αλλά.

Τι άλλα; Δεν έχει αλλά. Τι αλλά;

Ναι, αλλά, τι θέλει το κορίτσι;

Ξέρω.

So messed up I want you here. I my room, I want you here. Now we’re gonna be face to face. And I lay right down to my favourite place. Now I wanna be your dog.

WELL COME ON!

Θέλω την έξαψη.

Γιατί κάπου την έχασα.

 

Κάτι παραπάνω από ένα τουίτ.


Τούτη ‘δω η σκέψη θαρρώ αξίζει κατιτίς παραπάνω από ένα απλό τουίτ.

Να τη λοιπόν.

Άμα έχεις χάσει πρόσωπα, το να χάνεις πράγματα χάνει κάπως τη σημαντικότητά του.

Αυτό ήταν. Κάτι παραπάνω από ένα τουίτ, κάτι λιγότερο από ένα ποστ.

Χθεσινοβραδινό όνειρο.


Ξύπνησα πάλι το πρωί με τα σημάδια από το μαξιλάρι στο μάγουλό μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και μέτρησα τις ρυτίδες. Έχω χάσει τον λογαριασμό πια, μετά από εξήντα χρόνια ζωής και έντεκα παιδιά το πρόσωπό σου απλώς δεν είναι το ίδιο.

Καλημέρισα τους γιους μου και τις κόρες μου. Έναν προς έναν, μία προς μία. Τρία ζευγάρια δίδυμα αγόρια, τρεις θυγατέρες μονές, δυο γιοί μονοί. Μόνο που δύο από τους οχτώ γιους μου έχουν πεθάνει. Κι ο ένας έχει φύγει. Μάζεψε τα πράγματά του και δεν γύρισε ποτέ ξανά πίσω. Κι έτσι, με τα χρόνια, τα παιδιά μου έγιναν οχτώ.

Τα αγαπώ και τα οχτώ, ανησυχώ γι’αυτά, τα σκέφτομαι, τα φροντίζω.

Όμως ο ένας μου γιος δεν είναι καλά. Αυτός που έχασε τον δίδυμό του. Από τον θάνατό του βρίσκεται σε κατάθλιψη. Έχει αποκοπεί από τον υπόλοιπο κόσμο, δε μιλάει σε κανέναν, φαντάζεται ότι ο αδερφός του είναι ακόμα ζωντανός, έχει παραιτηθεί από όλα του τα ενδιαφέροντα, έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Χθες βράδυ έβαλε εκείνο το κοστούμι που φόραγε στην κηδεία και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο αέρας του φύσαγε το πρόσωπο και ανακάτευε τα μαλλιά του που είχαν μακρύνει τόσο πολύ πια. Χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν, χωρίς λόγια και γράμματα αποχαιρετισμού, αποφάσισε να συναντήσει τον αδερφό του.

Τα σχέδιά του απέτυχαν. Τον είδαν να στέκεται και αμέσως έβαλαν τις φωνές. Η καρδιά μου κόντεψε να εκραγεί, δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου και έτρεχαν ποτάμι, τα χέρια μου έτρεμαν, τα πόδια μου είχαν κοπεί. Η γη χανόταν κάτω από τα πόδια μου. Να χάσω και τέταρτο παιδί; Η πιο δυστυχισμένη μάνα του κόσμου. Έτρεξα στο μπαλκόνι και πανικόβλητη απλώς τον αγκάλιασα και έκλαψα στην αγκαλιά του. Έκλαψα με λυγμούς που μου έκοβαν την ανάσα. Και το μέχρι τότε ψυχρό και ανέκφραστο σπλάχνο μου ξέσπασε κι αυτό σε κλάματα. Και μείναμε να κλαίμε εκεί στο μπαλκόνι, αγκαλιά, μάνα και γιος, μέχρι που ήρθαν όλα του τα αδέρφια. Αργότερα το βράδυ έφτασε και ο χαμένος γιος, ο άσωτος, ο ένατος. Είχα σώσει τον ένα γιο και είχα βρει τον άλλο.

Κάτσαμε στο ίδιο μπαλκόνι και κοιτάζαμε τον ουρανό. Είχε ξαστεριά.

Σήμερα το πρωί ξύπνησα ευτυχισμένη.

Ω, ναι. Πόσο ευτυχισμένη!

Άστρα μη με μαλώνετε που κατουρώ τη νύχτα.


Το έχω ξαναπεί. Δεν τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς. Τι λόγια να πω σε κάποιον που δεν ξαναδώ ποτέ; Για κάποιον που δεν θα ξαναδώ ποτέ; Δε μπορώ λέμε. Γι’αυτό θα χρησιμοποιήσω τα δικά του λόγια. Δεν είναι λόγια αποχαιρετισμού, είναι απλώς ατάκα τσαχπίνικια και χιουμοριστική, όπως κι αυτός.

Άστρα μη με μαλώνετε που κατουρώ τη νύχτα.

Από όλα όσα είχε πει δεν ξέρω κατά πόσο θα ήθελε να τον μνημονεύουμε γι’αυτά τα λόγια. Ως παρακαταθήκη δεν λένε και πολλά. Αλλά δε με νοιάζει, γιατί για μένα συμβολίζουν αυτόν στη ζωή μου. Τα καλοκαίρια στον μύλο, το Πάσχα στο Πεύκο, τις ρέγουλες, τους χοχλιούς τους ανεμολιαστούς, τον παππού μου. «Αδέρφι!»

Άστρα μη με μαλώνετε που κατουρώ τη νύχτα.

Θείε Γιώργο.

Καλά να περνάτε τ’ αδέρφια εκεί που σμίξατε τώρα.

Οι αγαπητικιοί.


Οι αγαπητικιοί. Εφηβικοί, νεαροί, καλοκαιρινοί, κεραυνοβόλοι, αμοιβαίοι, χωρίς ανταπόκριση, ώριμοι, ενήλικες, τριαντάρηδες, σύντομοι, διαρκείας, κοντοί ως επί το πλείστον, με δύο, όχι λάθος, τρεις εξαιρέσεις. Μουσάτοι ή ξυρισμένοι, χοντροί και αδύνατοι, μαλλιάδες ή καραφλοί, ροκάδες, σκυλάδες και ρέηβ, υλικοί ή διαδικτυακοί, αποπροσανατολισμένοι, εξερευνητές, επαναστάτες, κομφορμιστές, συντηρητικοί, περιπετειώδεις. Απολογισμός έξι χρόνων εφηβείας.

Όλοι τώρα στέκονται στην ουρά. Τα κάρβουνα στη φωτιά καίνε. Το σίδερο πυρώθηκε. Η σφραγίδα βγάζει ένα συριγμό καθώς ακουμπάει το μπράτσο του Βασίλη, του πρώτου στην ουρά. Η κραυγή πόνου ακούγεται μέχρι το τέλος της ουράς. Ο Θάνος έχει πολλές τέτοιες κραυγές να ακούσει ακόμα. Αγόρια οι μισοί, αμούστακα ακόμα, δεν αντέχουν τον πόνο, την αγωνία της αναμονής. Οι άντρες, με όλες τις ρυτίδες της ηλικίας τους, δεν αντέχουν τον εξευτελισμό. Κρίμα. Θα τον υποστούν έτσι κι αλλιώς.

Οι μαρκαρισμένοι προχωράνε παρακάτω. Τους γδύνουν και τους πλένουν. Η βρώμα έξι χρόνων χύνεται στο πάτωμα. Λερώνει παλιές φωτογραφίες, mix-tapes σε cd, μηνύματα και τσατ συζητήσεις. Κανείς δεν τα θέλει αυτά πια, κανείς δεν τα χρειάζεται. Όλοι τώρα με έχουν χαραγμένη καλά στη μνήμη τους. Και στο στέρνο τους. Αυτό το «Ε» θα σημαδεύει για πάντα το δικό μου παρελθόν στα δικά τους σώματα. Αλλά όχι για πολύ.

Ο Αλέξανδρος φωνάζει «άντε πηδήξου». Κερδίζει την πρώτη θέση. Κρίμα, γιατί ήταν ψηλός και μ’άρεσε πολύ.

Αλλά είμαι αισθηματίας, γαμώ το.

Αφήνω τον γάντζο και πιάνω το σπαθί. Η λεπίδα του βαριά και αστραφτερή θολώνει από τη θέρμη του κορμιού του και λερώνεται καθώς το αίμα κυλάει από τον λαιμό του και πιτσιλάει τους υπόλοιπους αγαπητικούς. Καθαρίζω το πρόσωπό μου και πετάω το σπαθί. Πολύ βαρύ για μένα. Πολύ μεσαιωνικό επίσης.

Το στιλέτο κάνει μια χαρά τη δουλειά του. Σκίζει λαιμούς, τρυπάει κοιλιές, σπλάχνα ξεπετάγονται, το αίμα λιμνάζει, τίποτα δε με σταματάει. Ούτε καν το βλέμμα του Κώστα, αυτό που κάποτε έκανε τα γόνατά μου να λυγίζουν και που τώρα εκλιπαρεί για σωτηρία. Οι μπούκλες του τινάζονται και προσγειώνονται με κρότο δίπλα στα έντερα του Παναγιώτη. Ή μήπως του Θόδωρου; Δεν ξεχωρίζεις πλέον ποια είναι ποιανού. Μόνο τα μάτια προσέχω, αυτά δεν τα αγγίζω. Τα θέλω ανέπαφα, αναμνηστικά του παρελθόντος που τόσο αιματηρά προσπαθώ να καθαρίσω.

Η αποσύνθεση άρχισε κιόλας. Ιούνιος μήνας, ντάλα ήλιος, μεσημέριασε. Λέω να κάνω ένα διάλειμμα. Να ξεκουραστώ και να φάω. Ω, πόσο κουραστικό είναι να αναπολείς!

Αφήνω τον Νίκο, τον Άγγλο και τον καραφλό για μετά.

Και που ξέρεις. Μπορεί να τους αφήσω να ζήσουν.

Εκλεκτοί; Μην αυταπατάσαι. Αγαπημένοι αγαπητικιοί μόνο.

Προς το παρόν.

Βροχή και αποχαιρετισμοί.


Ξύπνησα σήμερα κι έβρεχε. Ξύπνησα νωρίς ενώ είχα κοιμηθεί αργά. Φυσικά σηκώθηκα με τα χίλια ζόρια. Είχα να πάω να αποχαιρετήσω. Δεν τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς.

Αμηχανία. Ξέχειλη, τρελή, κυριαρχική. Φυσικό επακόλουθο τα χαζά αστεία και οι άγαρμπες κινήσεις. Δεν τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς λέμε. Μη μου ζητάς να πω δυο λόγια. Δεν ξέρω τι να πω, θα πω καμιά βλακεία. Δεν αποχαιρετώ ποτέ. Ακόμα και όταν φεύγω δε λέω «γεια», λέω «φιλάκια». Δε μπορώ να κάνω περίληψη της ζωής σου, ούτε να εκθειάσω τις χάρες σου κρύβοντας διακριτικά τα ελαττώματά σου. Είσαι και οι χάρες και τα ελαττώματά σου. Είσαι τόσα πράγματα, έχεις κάνει τόσα πράγματα, εγώ ούτε καν τα ξέρω όλα αυτά που έχεις κάνει, πώς θα μιλήσω για σένα; Και μάλιστα εν συντομία; Και να σε αποχαιρετήσω κιόλας; Δε μπορώ, δε μπορώ, δε μπορώ, δε μπορώ.

Και δεν θέλω κιόλας. Δεν θέλω να σε αποχαιρετήσω, δεν θέλω να φύγεις, δεν θέλω να αισθάνομαι το κενό που θα αφήσεις όταν θα φύγεις τελικά. Άσε που έχω παραλύσει από την αμηχανία. Γι’αυτό και θα χαχανίσω δυνατά στην πιο ακατάλληλη στιγμή, κι ας θυμώσεις, θα καταλάβεις. Με ξέρεις άλλωστε, πάντα αυτό κάνω.

Άμα θες θα σου μαγειρέψω, θα σου φτιάξω γλυκό, θα σε καθαρίσω, θα σε στολίσω. Θα οργανώσω δείπνο αποχαιρετιστήριο. Ή καφέ ή ποτό ή έξοδο ή μάζωξη μέσα. Αλλά στο τέλος μην περιμένεις να πω αντίο.

Θα σου πω «τα λέμε, φιλάκια». Και όταν θα φύγεις εγώ θα σε σκέφτομαι και θα σου μιλάω και στο μυαλό μου θα κάνουμε διαλόγους. Και θα μου δίνεις συμβουλές ή θα τσακωνόμαστε όπως πάντα. Θα μου λείψουν οι τσακωμοί μας.

Τα λέμε. Φιλάκια.

Nostalgia,you ugly c*nt


Όταν δεν έχεις μέλλον, λένε, γεμίζεις νοσταλγία για το παρελθόν. Αν αυτό ισχύει, χάρηκα πολύ που σας γνώρισα.