Posts Tagged ‘με πιάνς;’

Αγκαλίτσος


Ο σκύλος μου ο Καρχαρίας είναι 14 μηνών, ζυγίζει 30 κιλά, αν σηκωθεί στα δυο του πόδια φτάνει περίπου το 1,60 σε ύψος, και είναι ένας τεράστιος αγκαλίτσος.
Θέλει συνέχεια γούτσου και αγκαλίτσες.

Αν θέλει αγκαλίτσα, θα βάλει τη μουσούδα του στη μασχάλη μου.
Αν θέλει χάδια, θα μου σκουντήξει το χέρι με τη μύτη του.
Όταν με βλέπει, κουνάει την ουρά, γαβγίζει χαρούμενα, και χοροπηδάει.

Πόσο πιο εύκολα θα ήταν τα πράγματα αν μπορούσαμε και οι άνθρωποι να το κάνουμε αυτό.

Χαίρεσαι που με βλέπεις, κουνάς ουρά, την βλέπω που κουνιέται, χαίρομαι, κουνάω κι εγώ την ουρά.

Και μετά τα φτιάχνουμε, και αγαπιόμαστε, και παντρευόμαστε, και κάνουμε δέκα παιδιά.

Ορίστε, θα έπρεπε όλοι να είμαστε σαν τον Καρχαρία.

Καρχαρίας

Advertisements

Σύνδρομο Οδυσσέας, ή Ο Γύρος του Κόσμου σε Ογδόντα Γαμωτοσουποτεγυρνάς



Δέκα χρόνια έκανε στην Τροία ο Οδυσσέας. Κι άλλα δέκα μέχρι να γυρίσει στην Ιθάκη.
Ή κάπου τόσα, δεν θυμάμαι, πόσα ήταν, τόσα δεν ήταν, δέκα χρόνια έχουν περάσει από τότε που έκανα τον Όμηρο στο γυμνάσιο. Τριάντα το σύνολο.

Είκοσι χρόνια έλειπε, λοιπόν, ο Οδυσσέας. Είκοσι χρόνια τον περίμενε η καψερή η Πηνελόπη να γυρίσει.
Κιουρία, όμως, λέει, η Πηνελόπη.
Μία αυλή γεμάτη γκομενάκια να την φλερτάρουν, εκείνη βράχος, ο Οδυσσέας κορώνα στο κεφάλι.
Και καθόταν, λέει, στον αργαλειό, έπλεκε τη μέρα, ξήλωνε τη νύχτα.
Πιστή και αφοσιωμένη σύζυγος.

Πιστή και αφοσιωμένη μεν, χάλασε την πιάτσα δε.

Εμ, την χάλασε.
Γιατί τόσους αιώνες αργότερα, χιλιετίες, ένα γκομενάκι να ξενιτευτεί, να βγει λίγο παραέξω, έχει απαιτήσεις.
Να τον περιμένεις, να είσαι πιστή, να τον σκέφτεσαι ολημερίς, να τον ποθείς διακαώς, να απωθείς τον ανταγωνισμό.
Ε όχι, κύριος. Έχουμε κι άλλες δουλειές.

Κι αν έγραφα γράμμα, θα έγραφα πως σε σκέφτομαι και πως μετρώ αντίστροφα.

Εσύ είσαι εκεί κι εγώ είμαι εδώ και μόνο στο μυαλό μου η απόσταση αυτή παύει να υφίσταται, γίνεται χρόνος. Τα χιλιόμετρα γίνονται μέρες, η θάλασσα εβδομάδες.

100. 93. 86. 79. 72.

Δεκαεφτά και σήμερα.

Αυτά θα έγραφα σ’ένα γράμμα, αν έγραφα.
Μα δεν θα γράψω.
Γιατί έχω και δουλειές.
Δεν είμαι Πηνελόπη.

Ελένη, είσαι μία ροκού;


Σήμερα με ρώτησαν τι μουσική ακούω. 

Τι εύκολα που απαντούσα σ’αυτή την ερώτηση στο γυμνάσιο. Μου κότσαρα την ταμπελίτσα «ροκού» και ήμασταν όλοι ικανοποιημένοι. 

Πώς απαντάς όμως σε τέτοια ερώτηση στα 23; 

Θεωρώντας, βεβαίως, ως βάση ότι οι άνθρωποι εξελισσόμαστε όσο μεγαλώνουμε. Διευρύνουμε τα μυαλά, εμπλουτίζουμε τις γνώσεις, πειραματιζόμαστε, δοκιμάζουμε. Δεν έχουμε μείνει, δηλαδή, οι ίδιοι άνθρωποι, στάσιμοι, έτσι όπως ήμασταν όταν πηγαίναμε σχολείο. Δε συμβαίνει σε όλους αυτό ε. 

Η μουσική είναι τέχνη. Ποίηση, τρόπος ζωής, τρόπος έκφρασης, νοοτροπία, άποψη, συναίσθημα, σκέψεις. Δεν περιορίζεται. Οπότε, γιατί να καταπιεστείς με ένα είδος και μία ταμπέλα;

Δε θυμάμαι ποιος, μα κάποιος είχε απαντήσει σ’αυτή την ερώτηση κάπως έτσι: Ακούω τρία είδη μουσικής. Αυτή με την οποία με μεγάλωσαν, αυτή που άκουγα ως έφηβος, και αυτή που ανακαλύπτω καθώς μεγαλώνω. 

Αυτό. Ακριβώς αυτό. 

Ενδεικτικά.

1. The Doors – Whiskey, mystics and men

2. Patti Smith – Dancing barefoot

3. Led Zeppelin – Black dog

4. PJ Harvey – To bring you my love

5. The Gun Club – Mother of Earth

6. Portishead – Machine gun

7. Squirrel Nut Zippers – Put a lid on it

8. David Bowie – Cat people

9. Yeah Yeah Yeahs – Y control

10. Queen – I want it all

11. Gogol Bordello – Think locally, fuck globally

12. Florence + the machine – No light, no light

13. Simple Minds – (Don’t you) Forget about me

14. The Burger Project – Bed of nails

15. Alice Cooper – Bed of nails

16. Ella Fitzgerald – It don’t mean a thing

17. Black Rebel Motorcycle Club – Red eyes and tears

18. Τρύπες – Πάρτυ στον 13ο όροφο

19. Μελίνα Τανάγρη – Βυζάκια έξω λοιπόν

20. Kyuss – Green machine

21. Μάρκος Βαμβακάρης – Νόστιμο τρελό μικρό μου

22. The Lost Fingers – Touch me

23. Μικρούτσικος/Καββαδίας – Το μαχαίρι

24. Vaya con Dios – Johnny

25. Mogwai – Glasgow Mega Snake

[Να, και η playlist, οργανωμένα πράγματα, αμ τι]  

Όσο γράφω, τόσο ελλιπής μου φαίνεται τούτη εδώ η λιστίτσα. 

Και τόσο συνειδητοποιώ πόσο λίγες είναι οι γυναίκες σε σχέση με τους άντρες εκεί μέσα. 

Γαμώτο της. 

Ας περιμένουν οι γυναίκες.


Queen, the Doors, Scorpions, Iron Maiden, Guns n’ Roses, the Beatles, Rolling Stones, Led Zeppelin, Black Sabbath, the Who. Κι άλλα τέτοια άκουγα όταν πήγαινα σχολείο. Μ’άρεσαν πολύ, καμιά φορά καθόμουν μπροστά στο σιντιπλέηερ και το κοίταζα ενώ έπαιζε μουσική και διάβαζα τους στίχους των τραγουδιών από τα βιβλιαράκια των σιντί. Ώσπου κάποια στιγμή παρατήρησα.

Άντρες. Παντού. Σχεδόν ολόκληρη η εφηβεία μου είχε σάουντρακ αντρικές φωνές από αντρικές μπάντες.

Και κάπως έτσι, ένα βράδυ της τρίτης λυκείου, μαθηματικά διάβαζα θαρρώ, το αποφάσισα. Θα έψαχνα και θα έβρισκα και θα άκουγα γυναίκες.

Πήγα το λοιπόν μετά το σχόλασμα μια μέρα στο κοντικό Μετρόπολις, εκεί στο υπόγειο, κι άρχισα να ψάχνω τα γυναικεία ονόματα. Και να σου.

Blondie.

Και τσουπ.

Patti Smith.

Ώπατης.

Stevie Nicks.

Το διάβασμα το μαθηματικών δεν ήταν ξανά το ίδιο από τότε που ένα βράδυ, περασμένες δώδεκα, έλυνα ολοκληρώματα ακούγοντας την Πάτη να ψέλνει ταΐ ταϊά. Καμιά πενηνταριά ολοκληρώματα πρέπει να’ταν που έλυσα παντελώς και βλακωδώς λάθος. Έπρεπε να τα ξανακάνω. Δε μ’ένοιαζε όμως, θα ξαναζούσα. We shall live again. 

Τα πρωινά άκουγα Blondie, που την ανεχότανε και η τότε κολλητή μου. The tide is high but I’m holding on ξανά και ξανά.

Και τότε ξες, ήμουν και δεκαεφτά μισό. Τελείωνα το σχολείο, γινόμουν ενήλικη οσονούπω. Στα όρια δηλαδή. At the edge of seventeen μου έλεγε η Στήβι, τι να’κανα, το ‘νιωθα.

Και τότε μπήκα στο πανεπιστήμιο. Και γνώρισα τη Μπεθ, την Κάρεν, την Τζόνι, την ΠιΤζεη, την Σούζι.

Κι αν ερωτεύτηκα τον Τζίμ και τον Ρόμπερτ μία φορά αυτές τις ερωτεύτηκα εκατό.

Γιατί, Τζιμ, όσες φορές κι αν μου ζητήσεις να σ’αγαπήσω, κι όσες υποσχέσεις κι αν μου δίνει ο Ρόμπερτ, η Μπεθ πάντα θα ξέρει ότι εγώ είμαι υπεύθυνη για τις επιλογές μου και η Σούζι θα μου μιλάει για μάγια και πόλεις μες στη σκόνη, θα χορεύω ξυπόλυτη με την Πάτη και η ΠιΤζεη θα εξηγεί πως γύρισε τον κόσμο όλο για να μου φέρει την αγάπη της.

Για κάτσε μια στιγμούλα. Δεν σ’αγαπάνε αυτοί όπως σ’αγαπώ εγώ. 

Πάω να βρω την Τζόνι να ελευθερώσουμε τις ψυχές μας μαζί.

Μπορεί να φταίει το φύλο, μπορεί να φταίει το ευαίσθητο της ηλικίας, μπορεί και να υπάρχει και αντικειμενική εξήγηση, μπορεί να είναι όλα αυτά μαζί, μα σαν ακούω γυναίκα να τραγουδά ρίγος με διαπερνά και αφοσιώνομαι.

Και ξέρεις, μεγαλώνοντας, ανοίγεσαι. Ακούς και διαφορετικά πράγματα, καινούρια για σένα. Έλα, Μπίλι, Νίνα, Τζούλι, Τζόαν, κι εσείς οι υπόλοιπες, περιμένετέ με, έρχομαι ε.

22


Είκοσι δύο.

Άργησα λίγο, μα δεν γινόταν να μην γράψω κάτι με αφορμή τα γενέθλια. Τρίτος χρόνος, πάω για καθιέρωση.

Πέρασε μια βδομάδα, ήμουν έξω βλέπεις. Πολύ έξω. Έξω από τη χώρα. Έξω από την ήπειρο. Έξω από αυτό το κομμάτι γης. Πέρασα τον Ατλαντικό.

Μαλάκα μου, πήγα Αμερική.

Και δεν ήθελα να φύγω. Και θέλω να ξαναπάω.

Είκοσι δύο το λοιπόν. Να μία καλή ηλικία να σε χτυπήσουν τα υπαρξιακά σου στη μούρη. Είκοσι δύο.

1. Εγώ πότε θα πάρω πτυχίο;

2. Το θέλω με βαθμό ή δε με νοιάζει;

3. Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω;

4. Πού θα κάνω ειδικότητα;

5. Ευρώπη ή Αμερική; Ή μήπως Καναδά; Η Αυστραλία πέφτει μακριά.

6. Παθολογία ή χειρουργική;

7. Πότε θα παντρευτώ;

8. Άραγε θα παντρευτώ;

9. Εγώ πότε θα γίνω μάνα;

10. Θα γίνω καλός γονιός;

11. Πότε θ’αρχίσω δίαιτα;

12. Και γυμναστήριο;

13. Πότε επιτέλους θα μάθω να περπατάω με τακούνια;

14. Πώς βάζουν λακ;

15. Προφυλακτικά ή αντισυλληπτικά;

16. Κιθαρίστας ή ντράμερ;

17. Ποιο είναι το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σε ένα κρουασάν;

18. Πώς ζει κάποιος έτσι, εδώ, τώρα;

19. Πώς ζει κανείς μόνος του;

20. Πώς είναι να είναι κανείς ενήλικος; Κανονικά εννοώ, όχι μόνο ηλικιακά.

21. Πώς κρατάς τους φίλους σου φίλους σου;

22. Γιατί έτσι;

Χέσε ψηλά κι αγνάντευε.

Ο Πωλ το έθεσε πιο κομψά. Λετ ιτ μπη.

Black Jack


Blackjack, σαναλέμε εικοσιμία. Τραβάς φύλλα μέχρι να φέρεις άθροισμα εικοσιένα ή τέλος πάντων μέχρι να νικήσεις τη Μάνα. Τον κρουπιέρη που λένε και στα καζίνα. Μπούρδες. Η τριανταμία είναι καλύτερη, και έχει και το φύλλο άσσο-τέσσερα που κερδίζει τα πάντα. Εκτός από το τριάντα ένα φυσικά.

Εικοσιμία, σαναλέμε είκοσι ενός. Είκοσι ενός χρονών πρέπει να είσαι τουλάχιστον για να παίξεις σε καζίνο. Στην Αμερική πίνεις και μπύρα άμα θες.

Κι έτσι όπως κάθεσαι ακουμπώντας το ένα χέρι στην τσόχα και κρατώντας στο άλλο χέρι το τζιντόνικ, μετράς τα χαρτιά κι υπολογίζεις, έφτασες τα εικοσιένα, στοπ τώρα. Και σε κοιτάζει η Μάνα και σε ρωτάει τι θες να κάνεις μετά. Πώς θα συνεχίσεις; Θα πάρεις το ποτηράκι σου και θα πας αλλού ή θα συνεχίσεις να τζογάρεις; Μετρώντας να φτάσεις τα εικοσιδύο και μετά τα εικοσιτρία και μετά τα εικοσιτέσσερα και μετά τα εικοσιπέντε και μετά τα…

Και διαλέγεις να συνεχίσεις φυσικά γιατί έτσι παν’αυτά. Ως τα εικοσιένα σου κάθεται καλά το φύλλο και αράζεις. Ωραία είμαστε εδώ, ας συνεχίσουμε.

Σλουρρρρ, τραβάς γουλιά από τον τζιντόνικ σου. Χιτ μι. Οχτώ, δεκαοχτώ, είκοσι, ρίξε κι άλλο, το’χω, ντάμα, φτου γκαντεμιά, τριάντα, κάηκες.

Δεν πα’ να ρίξεις καμιά ματιά στο πόκερ καλύτερα;

Εγώ πάντως προτιμώ την πρέφα. Ξεκινώ με κάσα τριάντα και κατεβάζω. Κι άμα μου κάτσει καλή καραμπίνα το φωνάζω εννιά άχρωμα και μαζεύω καπίκια να φαν’ κι οι κότες.

Αυτό μάλιστα. Άμα χάσεις κερνάς λουκουμάκι και πάμ’ απ’την αρχή. Άμα κερδίσεις είσαι ο άρχοντας της πρέφας και παμ’ απ’την αρχή. Δίκαια πράγματα. Πονταρίσματα κι αηδίες. Κι άμα δε σου κάτσει καλό το φύλλο «Ιχ. Ανατριχιαστικό! Πάσο». Και σε πληρώνουν κιόλας.

Με πιάνεις;

Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ’ένα κρουασάν είναι να το αλείψεις με μερέντα και να το φας.

Του χρόνου θα δοκιμάσω το τάβλι.