Posts Tagged ‘Λογοτεχνία’

Έρωτας; Πάει, μας τέλειωσε.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδάκι. Το παιδάκι αυτό είχε έναν κακό μπαμπά και μια χαζή μαμά. Όταν γεννήθηκε αποφάσισαν να το βαφτίσουν Έρωτα. Το βρήκαν ταιριαστό, μιας και το παιδάκι ήταν προϊόν του παράφορου έρωτά τους.

Το παιδάκι στην αρχή δεν καταλάβαινε τι σημαίνει το όνομά του. Ωραίες εποχές τότε. Ήταν ένα νήπιο όπως όλα τα άλλα. Ίσως δέχτηκε μερικά παραπάνω τσιμπήματα στο μάγουλο από υπερρομαντικές μητέρες άλλων παιδιών. Ύστερα πήγε δημοτικό.

Τις πρώτες χρονιές η ζωή κυλούσε ήρεμα. Μετά οι συμμαθητές του άρχισαν να μαθαίνουν τι περίπου σημαίνει αυτό το όνομα. Τότε άρχισαν τα βάσανα.

Καζούρα, πειράγματα, φάρσες. Όλη η απανθρωπιά μιας χούφτας δεκάχρονων στοχοπροσηλωμένη στον μικρό Έρωτα. Σκληρές κουβέντες. Μέχρι και το χοντρό παιδάκι της τάξης την έβγαλε καθαρή στο δημοτικό. Όσο για το παιδί με τα γυαλιά και τα σιδεράκια, συμμετείχε κι αυτό στον εξευτελισμό του Έρωτα. Μικρές ουλές σημάδεψαν την ψυχή του.

Έπειτα γυμνάσιο. Και μετά λύκειο. Και μετά πανεπιστήμιο. Αφοσιωμένος στη μελέτη πέρασε την εφηβεία και τα νιάτα του. Τα βιβλία άλλωστε ήταν η μόνη του παρηγοριά. Κανείς δεν ήθελε για φίλο κάποιον με το όνομα Έρωτας και καμία κοπέλα δεν εκτιμούσε τόσο τον ρομαντισμό του ονόματός του όσο και τον πληγωμένο ψυχισμό του.

Έρωτας, ετών 27. Νέος, φθαρμένος και άπειρος. Ψάχνει για δουλειά και τελικά βρίσκει κοπέλα. Ματίλντα, ετών 25. ή τουλάχιστον τόσο δηλώνει. Δεν τον ένοιαζε ακόμα κι αν ήταν 35. Ή 45. Ή 55. Επιτέλους βίωνε αυτό που περιέγραφε το όνομά του. Ο Έρωτας ερωτευμένος. Του ακουγόταν τόσο γελοίο. Μα κι ο έρωτας, γελοίος δεν είναι; Σε ωθεί σε πράξεις γελοίες και σκέψεις παράλογες, σε τυφλώνει, σε μεθάει, σε κατακλύζει, σε καταστρέφει, σε απογειώνει. Το παιδάκι για πρώτη φορά ήταν ευτυχισμένο.

Όχι για πολύ.

Η Ματίλντα δεν ήταν αυτή που νόμιζε ο Έρωτας.Ήταν κάτι άλλο.  Γυναίκα μαύρη, επικίνδυνη, θανατηφόρα. Θηλυκό ακαταμάχητο. Χήρα δεκάδων αντρών. Κι ακόμα ενός. Του Έρωτα. Με δηλητήριο γέμιζε την ψυχή του για μήνες και τον καφέ του εκείνο το απόγευμα. Κι όταν ο Έρωτας τη φίλησε για να την ευχαριστήσει, με όλη τη γλύκα και την τρυφερότητα ενός ερωτευμένου ανθρώπου, τότε εκείνη αφήνιασε. Τα νύχια της έγιναν κοφτερές λεπίδες και η ματιά της έβγαζε φωτιά. Η γλώσσα της κόκκινο μαστίγιο εμποτισμένο με δηλητήριο και τοξίνες. Το απαλό κορμί της έγινε πυρωμένο σίδερο.

Το δηλητήριο είχε αρχίσει να επιδρά στον Έρωτα. Πράσινοι αφροί έβγαιναν από το στόμα του και τα πόδια του λύγισαν από αδυναμία. Αφόρητοι πόνοι στο στομάχι του και στον λαιμό του τον δίπλωναν στα δύο, μα εκείνος κοίταζε τη Ματίλντα. Και αναρωτιόταν. Πώς; Γιατί;

Απάντηση δεν πήρε ποτέ. Μόνο μίσος τον πλημμύρισε γι’αυτή τη γυναίκα, γι’αυτό το πλάσμα από την κόλαση που τρεφόταν με τα πιο ευγενικά συναισθήματά του. Και τον άφηνε να πεθάνει μόνος, γεμάτος στεγνό μίσος γι’αυτή και για όλο τον κόσμο.

Πόσο μισούσε τη Ματίλντα. Πόσο μισούσε τους ανθρώπους. Η ματιά του έλαμψε για τελευταία φορά με αυτές τις σκέψεις και μετά έσβησε. Το κορμί του απανθρακωμένο από τον καυτό δολοφονικό έρωτα της Ματίλντα.

Στάχτες και σκόνη.

Αυτό έμεινε από τον Έρωτα.

Η ψυχή σου μου ανήκει.


[Συγγραφή: StavroZ του My Two Cents και εγώ η ίδια βεβαίως βεβαίως. ]

Χτυπάει το τηλέφωνο. Η εισαγωγή του Noone Knows αντηχεί στο δωμάτιο. Εκείνη τινάζεται και ζαβλακωμένη ακόμα από τον ύπνο το σηκώνει μ’ένα αγουροξυπνημένο «ναι». Δεν έχει ξημερώσει καλά καλά και η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής ανακοινώνει τα νέα. Πέθανε.

Πάει κι αυτός. Άλλος ένας. Ο πέμπτος σε διάστημα δύο μηνών. Κλείνει το τηλέφωνο και ξαναξαπλώνει. Βουβά δάκρυα γεμίζουν τα μάτια της και μουσκεύουν το μαξιλάρι. Η ησυχία εκκωφαντική. Και κάθεται έτσι για ώρες.

Ο ήλιος πια μεσουρανεί και φωτίζει το δωμάτιο από τις χαραμάδες των μπατζουριών. Εκείνη έχει πια σηκωθεί και ντυθεί. Κοιτάζει έξω από το παράθυρό της, χωρίς να τολμήσει να το ανοίξει φυσικά. Δε βλέπει κανέναν, αλλά πρέπει να είναι έξτρα προσεκτική, κρυψώνες υπάρχουν πολλές και οι σκιές είναι κοντές. Το έχει αποφασίσει, θα βγει έξω. Ύστερα όμως από έξι βδομάδες απομόνωσης και αποκλεισμού από την ανθρωπότητα δεν είναι εύκολο. Ζώνεται με θάρρος, κουράγιο, μαχαίρια και αλυσίδες και ανοίγει την εξώπορτα. Παίρνει βαθιά ανάσα και εισπνέει τον φρέσκο αέρα. Βγαίνει.

Το φως του ήλιου τόσο έντονο που την αναγκάζει να μορφάσει πίσω απ’ τα μαύρα της γυαλιά. Ο καθαρός αέρας τής γεμίζει το στήθος, δίνοντάς της στήριγμα για να συνεχίσει να στέκεται στα πόδια της. Είναι κάπως βαριά ντυμένη για τέτοια μέρα κι αυτό την αγχώνει περισσότερο μα αυτά που κρύβουν τα ρούχα από κάτω τους είναι οι μόνοι σύντροφοί της σ’ αυτήν τη διαδρομή.

Πρέπει να βιαστώ σιγοψιθυρίζει. Πρέπει να το κάνω και κανείς και τίποτα δεν πρόκειται να με σταματήσει!

Η κίνηση στο δρόμο εφιαλτική. Προχωρά με γρήγορο σταθερό βήμα κοιτάζοντας ίσαμε δυο βήματα μπρος. Περνά ανάμεσα απ’ τους περαστικούς σπρώχνοντάς τους σχεδόν. Τα φανάρια μοιάζουν να κρατούν το κόκκινο για μια αιωνιότητα αλλά αδιαφορεί, τα προσπερνά, κι αυτή η κωλόγρια μπροστά της κάνει ό,τι μπορεί για να την καθυστερήσει. Λες και βάλθηκε να τα χαλάσει όλα. Λες και νομίζει πως είναι ικανή να αλλάξει τη γαμημένη τη μοίρα.

Καταπιέζει την επιθυμία να κόψει το λαιμό της γριάς και να την πετάξει στην άκρη για να κάνει χώρο μπροστά της και συνεχίζει την πορεία της. Κοιτάει με καχυποψία κάθε περαστικό, ο καθένας τους μπορεί να είναι ένας από αυτούς. Κοιτάζει λοξά τα μάτια τους, προσπαθώντας να καταλάβει. Αν είναι λευκά τότε δεν έχει πρόβλημα. Αν όμως κάποιος από αυτούς έχει ωχρό ασπράδι τότε θα πρέπει να τρέξει. Βλέπετε, την αναγνωρίζουν αμέσως μόλις πλησιάσουν σε απόσταση ενός μέτρου από αυτή. Πρέπει να είναι προσεκτική αν θέλει να ζήσει. Και θέλει να ζήσει. Γιατί έχει μια δουλειά να τελειώσει. Μία πολύ σοβαρή δουλειά.

Ο ιδρώτας τρέχει στην πλάτη της σταγόνες. Επιτέλους έφτασε στον προορισμό της. Στέκεται. Αφήνει κάτω τα πράγματα και παίρνει μιαν ανάσα. Και τότε ακούει έναν δυνατό κρότο πίσω της.

Η βαριά σιδερένια πόρτα της εγκαταλελειμμένης αποθήκης έκλεισε. Το φως στο χώρο λιγόστεψε μαζί με τις δυνάμεις της, κάνοντας τα πόδια της να τρέμουν. «Που είσαι;», φώναξε στον άντρα τη φωνή του όποιου είχε ακούσει λίγες ώρες πριν στο τηλέφωνο. Είναι σίγουρα αυτός σκέφτηκε, μόνο αυτός γνώριζε ότι θα έπρεπε να βρίσκεται σ’ αυτό το ραντεβού. Τους υπόλοιπους πέντε της συντροφιάς τους είχαν σκοτώσει ήδη οι σιχαμένοι οι κιτρινομάτηδες.

Σκύβει αργά αργά και σηκώνει τα δύο μεγάλα μαχαίρια της. Γυρίζει κρατώντας τα σφιχτά αλλά δε βλέπει κανέναν πίσω της. «Είσαι εκεί;» Ξάφνου αντιλαμβάνεται κάποιες γρήγορες κινήσεις, σκιές που τρέχουν να κρυφτούν στα σκονισμένα βαρέλια που υπήρχαν διάσπαρτα στο χώρο. Ο φόβος είχε κυριεύσει την ψυχή της και το κορμί ήταν έτοιμο να ακολουθήσει τις προσταγές του. «Εδώ είμαι», ακούστηκε στο βάθος η φωνή του. «Μείνε εκεί σε παρακαλώ και μην κάνεις καμιά βλακεία. Με κρατούν αυτοί.»

Πάγωσε ολόκληρη. Εφτά άτομα σε ολόκληρο τον κόσμο είχαν την ικανότητα να αναγνωρίζουν αυτά τα τρία τέρατα που κρατούσαν τον σύντροφό της αιχμάλωτο. Εφτά άτομα μόνο μπορούσαν να τους σκοτώσουν κι έμεινε πια σ’ αυτήν η υποχρέωση να σώσει τον κόσμο.

Μόνη της απέναντι σε τρία τέρατα της φύσης. Δεν τα είχε δει ποτέ ξανά από κοντά, αλλά είχε ακούσει γι’αυτά. Κάποιοι λέγαν ότι πρόκειται για τους γιους του διαβόλου. Άλλοι μίλαγαν για έναν τρελό επιστήμονα στις αρχές του αιώνα, ο οποίος προσπαθούσε να φτιάξει ανθρώπους από διάφορα ζώα. Έπαιρνε σκύλους, αρκούδες, αγελάδες, πιθήκους, λιοντάρια, και ένα σωρό άλλα κτήνη, και τα βασάνιζε για μήνες παλεύοντας μάταια να τους δώσει ανθρώπινη μορφή και συμπεριφορά. Αποτέλεσμα των πειραμάτων του, αυτά τα δαιμόνια. Τι πραγματικά είναι κανείς δεν ξέρει. Δεν την ενδιαφέρει αυτό έτσι κι αλλιώς. Όσο προχωράει στην αποθήκη τα πνευμόνια της γεμίζουν με μια περίεργη μυρωδιά μέντας. Τη σιχαινόταν αυτή τη μυρωδιά. Ήξερε από μικρή ότι αυτά χρησιμοποιούν άρωμα μέντας για να καλύψουν την πραγματική οσμή τους. Σαπίλας, αποσύνθεσης, μούχλας, μυρωδιά από έναν άλλο κόσμο, κατώτερο του δικού μας.

Και τότε τα είδε. Ψηλά όσο τρία μέτρα, γυμνά από ρούχα και τρίχωμα, σκέτη σάρκα να κολλάει πάνω σε ογκώδη οστά. Στο σημείο που στέκονταν είχε σχηματιστεί μία καφέ βρωμερή λιμνούλα, προφανώς από τα υγρά που απέβαλαν συνεχώς από κάθε πόρο του κορμιού τους. Αμέσως πάγωσε. Έμεινε να τα κοιτάει έκθαμβη. Παρατήρησε ότι το κάθε ένα από αυτά συμπλήρωνε το άλλο. Σαν τα κομμάτια ενός τερατόμορφου παζλ. Μόνο που έλειπε ένα από τα κομμάτια.

«Τι λείπει;», αναρωτήθηκε. «Και τι θα γίνει αν ενωθούν και τα τέσσερα μαζί;»

Μέσα σ’ αυτήν την αποπνικτική ατμόσφαιρα ή μόνη ευχάριστη μυρωδιά ήταν αυτή που ανέδυε το ιδρωμένο κορμί της. Θύμιζε τουλάχιστον κάτι ανθρώπινο, κάτι από τον ίδιο της τον εαυτό. Μέσα από μια θύελλα σκέψεων θυμήθηκε ξαφνικά ότι σήμερα ήταν τα γενέθλιά της. Έκλεινε τα 44 της χρόνια. Γεννήθηκε μια ζεστή ημέρα σαν και αυτήν, στις 6 Ιουνίου του 1966.

Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι το στοιχείο που τη συνέδεσε σε αυτό εφιαλτικό ταξίδι με τους υπόλοιπους έξι, ήταν η ηλικία τους. Και οι 7 είχαν γεννηθεί ακριβώς την ίδια στιγμή, πριν από 44 χρόνια. Στις 6/6/1966, η ώρα 6:06:06 το απόγευμα! Και οι εφτά είχαν παραλάβει το ίδιο σημείωμα πριν από 6 μήνες που έγραφε Η ψυχή σου μου ανήκει.

Όλα άρχισαν να αποκτούν κάποιο νόημα πια. Οι τρεις άνθρωποι με τα κίτρινα μάτια που τους κυνηγούσαν εδώ και έξι μήνες, δεν ήταν άλλοι από αυτά τα τέρατα που έβλεπε αυτή τη στιγμή μπροστά της. Η ανθρώπινη μορφή ήταν η κάλυψή τους για να περιφέρονται στον έξω κόσμο, μέχρι να μαζέψουν και τους 7 για να πάρουν από αυτούς την ψυχή που τους ανήκε.

Δεν ήξερε με ποιον τρόπο, αλλά ήξερε ότι έπρεπε πάση θυσία να σταματήσει αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Τη δική της ψυχή δεν θα την έπαιρναν ποτέ και ίσως αν ήταν τυχερή, ούτε και του μόνου συντρόφου που της είχε απομείνει. Ήξερε ότι θα έπρεπε με κάθε τρόπο να εξολοθρεύσει αυτά τα κτήνη, πριν πάρουν αυτό που ζητούσαν τόσο καιρό και πριν ενωθούν για να δημιουργήσουν το τέταρτο κομμάτι του παζλ. Το τέταρτο κομμάτι που δεν έπρεπε να γνωρίσει ποτέ αυτός ο κόσμος.

Κοιτάζει το ρόλοι της. Η ώρα είναι ήδη 5:43 λεπτά. Έχει μόνο λίγο χρόνο στη διάθεσή της έως ότου τελειώσει οριστικά αυτό που έπρεπε να κάνει. Ότι είναι να γίνει θα πρέπει να γίνει πριν από τις 6 η ώρα, 6 λεπτά και 6 δευτερόλεπτα.

Στο μυαλό της όμως επικρατούσε το απόλυτο κενό. Δε μπορούσε να σκεφτεί τίποτα, ούτε καν το όνομά της. Ο φόβος είχε κατακλύσει όχι μόνο το κορμί της αλλά και το νου της. Αντίθετα με αυτή, τα τρία τέρατα ήταν σε εγρήγορση και οσμίζονταν τον τρόμο της. Χωρίς χασομέρι, όρμηξε το πρώτο από αυτά κατά πάνω της. Δεν είχε υπολογίσει όμως τα αντανακλαστικά της. Αυτή αποφεύγει με ευκολία το γλοιώδες αυτό κτήνος και του πετυχαίνει μαχαιριά στην πλάτη. Το τέρας ξεφυσάει αλλά δε δείχνει πόνο. Μόνο ενόχληση. Εκείνη το μαχαιρώνει μερικές φορές ακόμα, αλλά αυτό είναι σκληρόπετσο,δε νιώθει πόνο.

«Στο πόδι!», φωνάζει δυνατά ο σύντροφός της εγκλωβισμένος στα δεσμά του. Κακώς. Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις που είπε. Λίγη προσπάθεια κατέλαβε το τέρας που τον φύλαγε για να του σπάσει τον λαιμό. Πάει και ο έκτος. Η ώρα είναι 6 ακριβώς.

Στο πόδι. Στο πόδι. Στο πόδι. Στο πόδι. Στο πόδι. Οι λέξεις αυτές αντηχούσαν στο μυαλό της ασταμάτητα. Στο πόδι. Μα τι εννοούσε; Όταν την ξαναπλησίασε το τέρας σήκωσε το μαχαίρι ψηλά και με όση δύναμη της είχε απομείνει το κάρφωσε στο πόδι του. Αυτό στρίγγλισε σαν μικρό κοριτσάκι κι εκείνη γονάτισε κλείνοντας τα αυτιά της. Είχε καταλάβει όμως πια. Δεν χρειάστηκε πάνω από τρία λεπτά μέχρι να εξουδετερώσει και τα τρία αυτά κτήνη.

Επιτέλους σιωπή. Η ώρα είχε πάει έξι και μισή. Εκείνη βουτηγμένη ολόκληρη στα καφετιά υγρά και το κολλώδες αίμα των αηδιαστικών πλασμάτων που μόλις είχε κατακρεουργήσει. Η βρώμα της έφερνε δύσπνοια. Με δυσκολία σηκώθηκε και έβγαλε ένα μπουκάλι με νερό. Ξέπλυνε το πρόσωπό της και άνοιξε τις πόρτες της αποθήκης. Στάθηκε και εισέπνευσε τον φρέσκο αέρα. Βγήκε.

Η γριά με το ψυχολογικό τραύμα.


Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010. Κυριακάτικη μουργέλα και ζέστη. Ο ήλιος μπαίνει από τα παράθυρα και καίει τα έπιπλα. Η καφέ πολυθρόνα με το λευκό σεμεδάκι ζεματάει και εκείνη κάθεται και αναστενάζει ικανοποιημένη καθώς η ζέστη ανακουφίζει τον πόνο στη μέση της. Πόνος που τη βασανίζει είκοσι χρόνια τώρα, από εκείνη την υγρή βραδιά του Αυγούστου που η ζωή της άλλαξε για πάντα.

Γριά μόνη, με μοναδική έγνοια τα αδέσποτα γατιά της γειτονιάς. Χωρίς καμία χαρά και ικανοποίηση, χωρίς παιδιά και εγγόνια, χωρίς φίλες και συγγενείς, χωρίς καμιά επιθυμία ή φιλοδοξία. Κάθε πρωί σηκώνεται, πλένει τα μούτρα της, φοράει τη μασέλα της, ντύνεται και κάθεται στην παλιά καφέ πολυθρόνα να πιει γάλα. Είκοσι χρόνια η ίδια ρουτίνα.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 1990. Το ξυπνητήρι χτυπάει ανελέητα, πήγε έξι, είναι ώρα να ξυπνήσει. Το κλείνει, ξυπνάει τον άντρα της που κοιμάται δίπλα της και κατευθύνεται προς το μπάνιο. Κοιτάζεται στον καθρέφτη και βλέπει τα γκρίζα μαλλιά της, «έχω αρχίσει να γερνάω», μονολογεί. Κοιτάει τις ρυτίδες, τα πεσμένα βλέφαρα, εντάξει, είναι και πενήντα έξι χρονών, δεν είναι κανένα νιάτο. Ο άντρας της φτιάχνει καφέ. Ετοιμάζονται για την δουλειά. Βοηθός αυτή στο εργαστήριο ερευνητικής χημείας για την ανάπτυξη νέων φυτοφαρμάκων. Ηλεκτρολόγος ο άλλος. Αυτός παίρνει το αμάξι, αυτή το τρένο, όπως πάντα. Κατά κανόνα μπαίνει στο τελευταίο βαγόνι, είναι πιθανότερο να βρει άδεια θέση να κάτσει. Άσε που άμα τρακάρουν με άλλο τρένο ο κίνδυνος είναι μικρότερος για το τελευταίο βαγόνι. Τόσα βλέπουμε στις ειδήσεις, ας είμαστε προνοητικοί. Η σημερινή μέρα δεν αποτελεί εξαίρεση. Το τρένο σταματάει μπροστά της κι αυτή μπαίνει στο τελευταίο βαγόνι. Μόνο που σήμερα το βρίσκει εντελώς άδειο. «Έφυγαν όλοι για τα νησιά. Αααχ, να πηγαίναμε κι εμείς διακοπές σε νησί. Να κάνουμε μπανάκια, να λιαστούμε»…Ένα κουδούνι διακόπτει τις σκέψεις της. Σταθμός Φάληρο. Μία έγκυος μπαίνει στο ίδιο βαγόνι. Κατεβαίνει στην επόμενη στάση. Το ίδιο κουδούνι ακούγεται ξανά. Και ένας άντρας με μαύρο κοστούμι κάθεται απέναντί της. Θυμίζει κοράκι, σκέφτεται αυτή και αρχίζει να πλάθει ιστορίες για το παρελθόν του. Ξάφνου όμως τον βλέπει να σηκώνεται και βιαστικά να βγάζει ένα μαντήλι από την τσέπη του. Ο νους της θόλωσε γρήγορα και τα μάτια της έκλεισαν.

Τρίτη, 7 Αυγούστου 1990. Το κεφάλι και το σώμα της πονάει. Κοιμήθηκε στον καναπέ. Είναι πολύ μεγάλη πια για να αποκοιμιέται στον καναπέ. Δεν το σκέφτεται όμως αυτό. Το μυαλό της καταστρώνει σχέδια και στρατηγικές. Κάποιος τη βίασε εχθές και αυτό δε μπορεί να το αφήσει να περάσει έτσι. Δε μπορεί να πάρει την αστυνομία, ξέρει την ανικανότητά τους και δεν έχει και κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τον βιασμό. Ο καταραμένος ήταν προσεκτικός και μεθοδικός. «Ανάθεμα! Ανάθεμα!», δε μπορεί να σταματήσει να μουρμουράει κατάρες. Ξυπνάει ο άντρας της και τρομάζει. «Πώς είσαι έτσι; Πάλι ξενύχτησες στην τηλεόραση; Να δω πώς θα πας στη δουλειά». Μάλιστα. Ό,τι ακριβώς της χρειαζόταν τώρα. Η ειρωνεία του ξεμωραμένου άντρα της. Τον αγνοεί και πάει να ετοιμαστεί. Κόβει και βάφει τα μαλλιά της. Βάζει ψεύτικες βλεφαρίδες και φοράει εκείνο τα μαύρο φόρεμα που είχε πάρει για γάμους και κηδείες. Βάφεται και φεύγει φροντίζοντας να μη δει ο άντρας της την αλλαγή της.

Βρίσκεται την ίδια ακριβώς ώρα στο ίδιο ακριβώς βαγόνι στο ίδιο ακριβώς κάθισμα. Στάση Φάληρο. Η ίδια έγκυος μπαίνει και βγαίνει στην επόμενη στάση. Τον βλέπει ξανά μπροστά της, να κάθετα ξανά στην θέση απέναντί της. Την κοιτάζει ερευνητικά, χωρίς όμως να δείχνει ότι την αναγνωρίζει. Προτού όμως σηκωθεί αυτός, σηκώνεται αυτή και τον ναρκώνει με μία επικίνδυνα γερή δόση υπνωτικού αερίου. Ευτυχώς τα φαρμακεία ανοίγουν νωρίς και ως χημικός μπορεί να αγοράσει ό,τι ουσία θέλει χωρίς να χρειάζεται βεβαιώσεις, υπεύθυνες δηλώσεις και άλλα γραφειοκρατικά. Ο κουστουμαριστός σωριάζεται με βρόντο στο πάτωμα.

Όταν συνέρχεται βρίσκεται δεμένος σε μία καφέ πολυθρόνα. Βλέπει τη γυναίκα με το μαύρο φόρεμα να σπρώχνει μακριά έναν καναπέ. Αυτή αντιλαμβάνεται ότι ξύπνησε και με το πάσο της φέρνει από την κουζίνα μία πετσέτα με πολλά διαφορετικά μαχαίρια μέσα. Βάζει το ραδιόφωνο να παίζει δυνατά.

«Με θυμάσαι;» του λέει. «Ποια είσαι; Τι θες από μένα; Τι σου έχω κάνει;»

Αυτή η ερώτηση την εξοργίζει. Του δίνει σφαλιάρα με όση δύναμη έχει και το φχαριστιέται. «Δε με θυμάσαι, ε; Χθες όταν με βίαζες με θυμόσουν όμως. Όταν με έβαζες να σκύβω και να σου λέω βρωμόλογα με θυμόσουν. Όταν μετά με έπλενες με το βρωμοσάπουνό σου με θυμόσουν.Όταν με παράτησες στο σταθμό με τα μάτια δεμένα με θυμόσουν».

Ο άντρας γουρλώνει τα μάτια. Το πρώτο μαχαίρι διαπερνάει την κοιλιά του. Αντί να το βγάλει, εκείνη συνεχίζει την τομή. Βρίσκει το στομάχι και με μανία το σκίζει. Και σταματάει. Ο άντρας φωνάζει και βογγάει. Αφαιρεί το μαχαίρι και αίματα και στομαχκά υγρά χύνονται παντού. Τότε ο άντρας φωνάζει ακόμα περισσότερο, ακόμα πιο απελπιμένα. Τα οξεά του στομάχου καίνε όσα σπλάχνα έχουν μείνει άθικτα. Τον αφήνει να πεθάνει αργά και βασανιστικά στο ίδιο του το ζουμί.

Ικανοποιημένη του γυρίζει την πλάτη και έκπληκτη αντικρίζει τον βλάκα τον άντρα της. «Ο μαλάκας σήμερα βρήκε να γυρίσει νωρίτερα;», σκέφτεται, και χωρίς καθυστέρηση βγάζει μια δυνατή στριγγλιά και του ορμάει με το μεγάλο μαχαίρι.

Και ξαφνικά έχει δύο νεκρά σώματα στο σαλόνι της. Και μια λίμνη αίματος.

Πλαστικές σακούλες, φτυάρι, κήπος, χώμα, άζαξ, χλωρίνη και νερό, άφθονο νερό. Στους γείτονες λέει ότι έπλυνε τα χαλιά κι αυτά είναι κόκκινα και ξέβαψαν. Την πίστεψαν. Γιατί όχι στο κάτω κάτω;

Όταν νυχτώνει για τα καλά και όλη η γειτονιά κοιμάται βγάζει στον κήπο ένα ένα τα πτώματα. Πρώτα του μακαρίτη του άντρα της που αν και δεν του άξιζε τέτοιο τέλος, δε μπορεί να στεναχωρεθεί γι’αυτόν. Ούτε να μετανιώσει. Και μετά το κάθαρμα που ευθύνεται για όλα αυτά. Τον πετάει με απέχθεια στη λακκούβα και ξεκινάει να την κλείνει.

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 1990. Επιτέλους τέλειωσε. Κάθεται στην καφέ πολυθρόνα και αφήνει ένα βογγητό. Ο πρώτος πόνος στη μέση. Αυτός που θα τη βασανίζει για τα επόμενα είκοσι χρόνια.

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 1990. Η αστυνομία βρίσκει νεκρό άντρα αγνώστου ταυτότητος και εκείνη τον αναγνωρίζει ως τον σύζυγό της. Και επίσημα πια θεωρείται χήρα. Βγαίνοντας από το νεκροτομείο, συναντάει την έγκυο. Είχε γεννήσει το μεσημέρι στο ίδιο νοσοκομείο και τη μεταφέρανε στο θάλαμό της. Μετά από δύο μήνες επιτέλους χαμογέλασε.

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010. Πίνει το γάλα της μονορούφι. Τα χέρια και τα πόδια της τινάζονται, το κορμί της συσπάται, από το στόμα της βγαίνουν αφροί, οι κόρες των ματιών της διαστέλλονται και αμέσως συστέλλονται κενές. Άδειο κουφάρι, νεκρό κορμί. Είχε ξεχάσει να βάλει φαγητό για τις γάτες. Κι αυτές μπαίνουν από το παράθυρο πεινασμένες…

Οι αγαπητικιοί.


Οι αγαπητικιοί. Εφηβικοί, νεαροί, καλοκαιρινοί, κεραυνοβόλοι, αμοιβαίοι, χωρίς ανταπόκριση, ώριμοι, ενήλικες, τριαντάρηδες, σύντομοι, διαρκείας, κοντοί ως επί το πλείστον, με δύο, όχι λάθος, τρεις εξαιρέσεις. Μουσάτοι ή ξυρισμένοι, χοντροί και αδύνατοι, μαλλιάδες ή καραφλοί, ροκάδες, σκυλάδες και ρέηβ, υλικοί ή διαδικτυακοί, αποπροσανατολισμένοι, εξερευνητές, επαναστάτες, κομφορμιστές, συντηρητικοί, περιπετειώδεις. Απολογισμός έξι χρόνων εφηβείας.

Όλοι τώρα στέκονται στην ουρά. Τα κάρβουνα στη φωτιά καίνε. Το σίδερο πυρώθηκε. Η σφραγίδα βγάζει ένα συριγμό καθώς ακουμπάει το μπράτσο του Βασίλη, του πρώτου στην ουρά. Η κραυγή πόνου ακούγεται μέχρι το τέλος της ουράς. Ο Θάνος έχει πολλές τέτοιες κραυγές να ακούσει ακόμα. Αγόρια οι μισοί, αμούστακα ακόμα, δεν αντέχουν τον πόνο, την αγωνία της αναμονής. Οι άντρες, με όλες τις ρυτίδες της ηλικίας τους, δεν αντέχουν τον εξευτελισμό. Κρίμα. Θα τον υποστούν έτσι κι αλλιώς.

Οι μαρκαρισμένοι προχωράνε παρακάτω. Τους γδύνουν και τους πλένουν. Η βρώμα έξι χρόνων χύνεται στο πάτωμα. Λερώνει παλιές φωτογραφίες, mix-tapes σε cd, μηνύματα και τσατ συζητήσεις. Κανείς δεν τα θέλει αυτά πια, κανείς δεν τα χρειάζεται. Όλοι τώρα με έχουν χαραγμένη καλά στη μνήμη τους. Και στο στέρνο τους. Αυτό το «Ε» θα σημαδεύει για πάντα το δικό μου παρελθόν στα δικά τους σώματα. Αλλά όχι για πολύ.

Ο Αλέξανδρος φωνάζει «άντε πηδήξου». Κερδίζει την πρώτη θέση. Κρίμα, γιατί ήταν ψηλός και μ’άρεσε πολύ.

Αλλά είμαι αισθηματίας, γαμώ το.

Αφήνω τον γάντζο και πιάνω το σπαθί. Η λεπίδα του βαριά και αστραφτερή θολώνει από τη θέρμη του κορμιού του και λερώνεται καθώς το αίμα κυλάει από τον λαιμό του και πιτσιλάει τους υπόλοιπους αγαπητικούς. Καθαρίζω το πρόσωπό μου και πετάω το σπαθί. Πολύ βαρύ για μένα. Πολύ μεσαιωνικό επίσης.

Το στιλέτο κάνει μια χαρά τη δουλειά του. Σκίζει λαιμούς, τρυπάει κοιλιές, σπλάχνα ξεπετάγονται, το αίμα λιμνάζει, τίποτα δε με σταματάει. Ούτε καν το βλέμμα του Κώστα, αυτό που κάποτε έκανε τα γόνατά μου να λυγίζουν και που τώρα εκλιπαρεί για σωτηρία. Οι μπούκλες του τινάζονται και προσγειώνονται με κρότο δίπλα στα έντερα του Παναγιώτη. Ή μήπως του Θόδωρου; Δεν ξεχωρίζεις πλέον ποια είναι ποιανού. Μόνο τα μάτια προσέχω, αυτά δεν τα αγγίζω. Τα θέλω ανέπαφα, αναμνηστικά του παρελθόντος που τόσο αιματηρά προσπαθώ να καθαρίσω.

Η αποσύνθεση άρχισε κιόλας. Ιούνιος μήνας, ντάλα ήλιος, μεσημέριασε. Λέω να κάνω ένα διάλειμμα. Να ξεκουραστώ και να φάω. Ω, πόσο κουραστικό είναι να αναπολείς!

Αφήνω τον Νίκο, τον Άγγλο και τον καραφλό για μετά.

Και που ξέρεις. Μπορεί να τους αφήσω να ζήσουν.

Εκλεκτοί; Μην αυταπατάσαι. Αγαπημένοι αγαπητικιοί μόνο.

Προς το παρόν.

Μυστικός πόθος.


Εγώ.

Εγώ που με βλέπετε δεν ήμουν πάντα έτσι. Κάποτε ήμουν ένα κοριτσάκι σαν όλα τ’άλλα, σαν τα κρύα τα νερά, στο άνθος της ηλικίας μου, με όλη τη ζωή μπροστά μου και όλα αυτά. Διάβαζα, πήγαινα στα μαθήματα, έπαιρνα καλούς βαθμούς, έβγαινα με τις φίλες μου, πήγαινα σινεμά, πήγαινα σε μπαρ για ποτάκι. Θα περιέγραφε κανείς τη ζωή μου «φυσιολογική», χωρίς ακρότητες, χωρίς μεγάλα δράματα και χωρίς μεγάλες χαρές. Χωρίς σκοτούρες στο μυαλό, πάντα χαμογελούσα. Καλή μαθήτρια, καλή φίλη, καλή αδερφή, καλή κόρη.

Αυτός.

Και τότε γνώρισα Αυτόν. Αρκετά μεγαλύτερος από εμένα, με γοήτευσε εύκολα. Η αυτοπεποίθησή του, ο τρόπος που χειριζόταν τις καταστάσεις, ο τρόπος που μίλαγε, ενδείξεις και αποδείξεις μιας ωριμότητας ακαταμάχητης. Αλλά ήταν και όμορφος. Ψηλός, γεροδεμένος, με πυκνά μαλλιά που ακόμα δεν είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Μπορούσε να έχει όποια γυναίκα θέλει. Αυτό σκεφτόμουν και ένιωθα τόσο περήφανη που από όλες τις γυναίκες είχε διαλέξει εμένα. Δε με παραξένευε τότε πώς ένα κελεπούρι σαν κι αυτόν ήταν ακόμα μόνος. Έλεγα δεν βρήκε την κατάλληλη, φοβόταν τις δεσμεύσεις και άλλα τέτοια. Δεν ήξερα.

Αυτό.

Αυτό το αισχρό, κακοηθές σαν όγκος, μιασματικό πράσινο μίζερο ειδεχθές πλάσμα. Με ακονισμένα δόντια και αιχμηρή ουρά. Έτοιμο να καταστρέψει. Η ζήλια. Αυτός γινόταν όλο και πιο απόμακρος και εγώ ζήλευα. Έκανε παρέα με άλλες γυναίκες, ζήλευα. Μίλαγε με άλλες γυναίκες, ζήλευα. Κοίταζε άλλες γυναίκες, ζήλευα. Ζήλια, ζήλια, ζήλια. Και όσο ζήλευα τόσο απομακρυνόταν και όσο απομακρυνόταν τόσο ζήλευα. Φαύλος κύκλος, ζήλιας, τσακωμών και δακρύων. Ώσπου μια μέρα, εκεί που έβλεπα ταινία περιμένοντας να μου τηλεφωνήσει, με πλημμύρισε η σφοδρή επιθυμία, ο διακαής πόθος να περάσω τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του, να νιώσω την καρωτίδα του και τους παλμούς του και να σφίξω. Να σφίξω τόσο δυνατά που να μη μπορεί να αντιδράσει, να γίνει μπλε, να δω τον πανικό στα μάτια του και τη λάμψη από αυτά να χάνεται. Να τα δω να συστέλλονται νεκρά. Να δω το στήθος του να παύει να ανεβοκατεβαίνει. Να τον δω να πεθαίνει. Να τον σκοτώσω. Εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε ο μυστικός μου πόθος.

Το αίμα.

Συνειδητοποιούσα φυσικά ότι το να τον στραγγαλίσω με τα γυμνά μου χέρια δεν ήταν σωστό. Αν το επιχειρούσα δεν θα πετύχαινα ποτέ τον σκοπό μου. Αυτός ήταν πιο δυνατός από μένα, θα μπορούσε άνετα να με απομακρύνει και να αμυνθεί. Γι’αυτό οργανώθηκα. Όταν έφτασε η προγραμματισμένη μέρα ήμουν έτοιμη. Τον νάρκωσα και τον έδεσα. Περίμενα να ξυπνήσει, ήθελα να είναι ξύπνιος, να βλέπει. Έσκυψα και του φίλησα τον λαιμό, τελευταία φορά. Πέρασα ένα μαντήλι γύρω από τον λαιμό του και τότε άρχισε να φωνάζει. Αρχικά πανικοβλημένος, ύστερα ήρεμα, προσπαθούσε να με καλοπιάσει. Στο τέλος εξοργίστηκε. Εγώ το απολάμβανα. Ο μυστικός μου πόθος είχε έρθει να ενωθεί με τον φανερό μου πόθο, Αυτόν. Γέλασα δυνατά μέσα στην παράνοια μου. Και τότε είδα. Απέναντι μου πια δε βρισκόταν Αυτός, βρισκόταν ένα γιγάντιο, καραφλό τέρας. Με μάτια κόκκινα, έξω από τις κόγχες. Δόντια μεγάλα, με μυτερούς κυνόδοντες. Μύες γυμνασμένοι παντού, κανένα ίχνος τρίχας, μόνο σημάδια που σχημάτιζαν ψυχεδελικά σχέδια. Βρυχήθηκε και έτριξαν τα τζάμια. Με μια κίνηση λύθηκε από τα δεσμά του. Το γέλιο μου είχε παγώσει και είχα κοκκαλώσει στη θέση μου. Με πλησίασε, με άρπαξε με τα χέρια του και με πέταξε στον τοίχο σαν σπίρτο. Με γρατζούνισε με τα νύχια του. Αίμα έτρεξε από τα χέρια μου, τα πόδια μου, την πλάτη μου, το στήθος μου, την κοιλιά μου. Με δάγκωσε. Κραύγασα από τον πόνο και τον κλότσησα. Με ξαναδάγκωσε, στον λαιμό αυτή τη φορά. Ένιωσα τα δόντια του να σκίζουν το δέρμα μου, να μπαίνουν μέσα μου, να κόβουν μύες και νεύρα. Σπαρταρούσα, η ζωή χανόταν από τα δικά μου μάτια.

Ξαφνικά με αφήνει. Απλώς με αφήνει. Το αίμα τρέχει από κάθε πληγή στο σώμα μου κι εγώ τρέμω από φόβο και εξουθένωση. Το τέρας με κοιτάζει στα μάτια.

«…και τώρα που ξύπνησες τον δαίμονα μέσα μου…θα ενδόσεις;»

«…ναι…»

Σ’αγαπώ μέχρι θανάτου.


Ω, είναι ωραίο να αγαπάς και να σε αγαπούν. Ω, ναι. Είναι. Η ευτυχία κρύβεται στα απλά πράγματα και μία μικρή κίνηση μπορεί να περιέχει τόση αγάπη όσο όλες οι λέξεις των ανθρώπων δε μπορούν να εκφράσουν. Και ένα χαμόγελο ποτέ δεν είναι πιο γλυκό από την στιγμή που το συνειδητοποιείς αυτό. Τέτοιο ήταν και δικό της χαμόγελο εκείνο το πρωί, όταν ξύπνησε κι εκείνος κοιμόταν ακόμα δίπλα της. Ήρεμος, με τα μαλλιά ανακατωμένα, το στόμα ελαφρώς ανοιχτό, η ανάσα αργή και βαριά.

Αφού τον χάζεψε για μερικά λεπτά σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Ζαλισμένη ακόμα από τον ύπνο και την αγάπη. Το νερό έτρεχε και πιτσίλαγε τον καθρέφτη. Εκείνος την πλησίασε από πίσω, την αγκάλιασε και αντί για καλημέρα ψιθύρισε «σ’αγαπώ…μέχρι θανάτου». Το ίδιο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλια της και τα μάτια τους έλαμπαν όσο και ο ήλιος εκείνο το πρωινό.

Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Με δυσκολία αποχωρίστηκαν ο ένας από τον άλλο. Εκείνος έμεινε στην τουαλέτα, έκλεισε τη βρύση, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, τον σκούπισε και έμεινε να κοιτάζει και να χαμογελά ονειροπολώντας. Φαντασιωνόταν την κοπέλα που βρισκόταν μόλις πέντε μέτρα μακριά του, τα μάτια της, τα μαλλιά της, τα χείλια της. Τη ζωή μαζί της.

Γέλια ακούστηκαν από το δίπλα δωμάτιο. Αχ, το γέλιο της πόσο το αγαπούσε. Αγαπούσε καθετί πάνω της, δικό της.

Και τότε το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Γιατί γελούσε; Με ποιον μίλαγε; Ποιος μπορεί να ήταν τόσο νωρίς; Καχύποπτα βγήκε από την τουαλέτα και την πλησίασε προσπαθώντας να ακούσει τη συζήτηση. Εκείνη χαμογελαστή και ευδιάθετη, αιφνιδιάστηκε από την ύπουλη προσέγγισή του και τινάχτηκε.

«Ποιος είναι;», τη ρώτησε αυστηρά. «Η φίλη μου η Σοφία», απάντησε εκείνη. Όμως αυτός ήξερε ότι στην άλλη άκρη της γραμμής μιλούσε ένας άντρας. Είχε προλάβει να ακούσει τη βαριά φωνή, την τραχιά χροιά, είχε διακρίνει στο γέλιο της εκείνη τη νότα τη διαφορετική. Αυτή που μόνο όταν ήταν μαζί του έβγαζε. Κάτι δεν πήγαινε καλά.

Κάπως έτσι ήρθε το τέλος των ανέμελων ημερών. Εκείνος σκοτεινός, καχύποπτος για το παραμικρό. Το χαμόγελο είχε σβήσει πια από το πρόσωπό της. Το τέλος πλησίαζε.

«Η αγάπη είναι ένας σκύλος από την κόλαση».

Έτσι διαολεμένα η αγάπη τον ξεμυάλισε και τον τύφλωσε. Τόσο που κανένας φραγμός δεν συγκράτησε την οργή του. Τα μάτια του κόκκινα, γουρλωμένα, η φλέβα στον κρόταφό του να σφυροκοπάει, τα χέρια του να στάζουν αίμα. Τα μάτια της δύο τρύπες κενές, μόνο αίμα ανάβλυζε. Από το κεφάλι της να λείπουν τούφες μαλλιών. Στον λαιμό της σημάδια δαχτυλιές. Στο στέρνο έξι, εφτά, οχτώ μαχαιριές, έχασε το μέτρημα. Μελανιές και γδαρσίματα σε όλο της το κορμί. Αυτό που κάποτε έσφιζε από ζωντάνια και γοητεία τώρα κείτονταν νεκρό, άδειο, κουφάρι σάρκας έτοιμο να σαπίσει.

Ένας ακόμη Οθέλλος, μία ακόμα Δεισδαιμόνα. Τόση αγάπη σου αρρωσταίνει το νου.

«Σ’αγαπώ μέχρι θανάτου».

Του δικού σου.

weeping nude

"Weeping Nude" by Edvard Munch

Κεφάλι γεμάτο μούχλα.


Άνοιξη, ζέστη, ήλιος, τα πουλάκια κελαηδούν, οι πεταλούδες πετούν, οι μέλισσες φτιάχνουν μέλι, η φύση στα ντουζένια της. Η νεαρή φοιτήτρια ξυπνάει και ανοίγει το παράθυρο του μικρού δωματίου της. Ο ήλιος το γεμίζει με φως και φρέσκο αέρα. Χασμουριέται ράθυμα και πατάει το ΟΝ στον υπολογιστή της. «Τέτοια μέρα και θα πάω σχολή; Δεν είμαστε καλά. Θα ‘χουν μαζευτεί όλοι οι χαζοχαρούμενοι. Σαν τα σαλιγκάρια, αλλά με ήλιο».

Γεμίζει ένα ποτήρι γάλα και κάθεται. Παρά τον ήλιο, τα λουλούδια, την άνοιξη, τα πουλάκια, τις πασχαλίτσες, εκείνη απτόητη. Αλλά και πριν έρθει η άνοιξη εκείνη τα ίδια. Στη σχολή της πήγαινε μόνο όταν και εφόσον δε μπορούσε να το αποφύγει με κανέναν τρόπο, απέφευγε τους φίλους της, τους βαριόταν, κανένα αγοράκι δεν προσέλκυε αρκετά το ενδιαφέρον της, είχε αφήσει τον εαυτό της.

Η ραστώνη έχει γίνει πια καθημερινότητα για εκείνη. Από το κρεβάτι στην καρέκλα μπροστά στο πισί και από την καρέκλα στο κρεβάτι. Έχει πιο πολλές πυτζάμες από ρούχα εξόδου. Μία τέτοια φοράει και τώρα. Το χρώμα της ξεθωριασμένο, πρέπει κάποτε να ήταν γαλάζιο και να είχε χαρούμενα κοριτσίστικα σχέδια.

Ανοίγει τέσσερα παράθυρα, συνδέεται, βάζει τυχαία μουσική, πίνει το γάλα της μονορούφι και ξεκινάει άλλη μία μέρα πανομοιότυπη με τις προηγούμενες.

Η μέρα της μαρμότας.

Είστε σίγουροι;

Πέρασαν σχεδόν οχτώ ώρες και αυτή ακόμα στην ίδια θέση. Τα μάτια της δεν την ενοχλούν πια όπως παλιά, έχει συνηθίσει να αντικρίζει μία οθόνη για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Όπως τα τζάνκι, όσο περνάει ο καιρός συνηθίζουν σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις ναρκωτικού και μετά δεν τους πιάνει και ζητάνε κι άλλο.

Τότε  η νωθρότητα ταράζεται. Η οθόνη μαυρίζει, από τα ηχεία ακούγεται ένα συνεχές μπιπ, η κοπέλα σαστίζει. Γουρλώνει τα μάτια, αναρωτιέται τι έγινε, πώς θα το διορθώσει, ποιος θα το διορθώσει, αγχώνεται, η ρουτίνα έσπασε, κάτι δεν πάει καλά, κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Σηκώνεται, τα πόδια της έχουν πιαστεί για άλλη μία φορά. Και τότε ακούει έναν βαρύ γδούπο στην πόρτα της. Ακούει και έναν δεύτερο και η πόρτα τινάζεται στον απέναντι τοίχο.

Ένα πλάσμα προχωράει αργά και ερευνητικά μέσα στο δωμάτιό της. Πίσω του αφήνει λεκέδες πράσινης γλίτσας, ενώ μπροστά του προηγείται μία παράξενη, αποκρουστική μυρωδιά. Θυμίζει άνθρωπο αλλά δεν είναι. Ή μήπως δεν είναι πια; Η κοπέλα παγωμένη στη θέση της δεν ξέρει τι να κάνει. Έχει παραλύσει όχι τόσο από την όψη του πλάσματος όσο από αυτή τη φρικτή οσμή, σάρκας που έχει έρθει σε επαφή με βιτριόλι και μετά την πασάλειψαν με μουχλιασμένο τυρί. Το πλάσμα κινείται αργά, νωχελικά, όσο και η ζωή της τους τελευταίους μήνες. Έχει χρόνο να τρέξει, να γλιτώσει, να αντεπιτεθεί, να αντιδράσει. Όμως το μυαλό δε λειτουργεί. Την πλησιάζει και εκείνη απλώς κάθεται. Κάθεται εκεί που καθόταν τόσες μέρες, τόσους μήνες. Αποτρόπαιος θάνατος την προσεγγίζει μα εκείνη δε βλέπει τη ζωή της να περνά μπροστά από τα μάτια της σαν ταινία. Δεν σκέφτεται τίποτα, το κεφάλι κενό, ο νους αγύμναστος. Το πλάσμα απέχει πια λιγότερο από ένα μέτρο. Το βλέμμα της χαμμένο, δε μπορεί καν να το συγκεντρώσει σε αυτό που θα της στερήσει τη ζωή.

Την ποια;

Καλά να πάθει.

Mold

Κόκκινα χείλια, φρίκη και θάνατος.


[σημ. προ ανάγνωσης: αν θέλετε και σάουντρακ ταιριαστό, βάλτε αυτό: http://www.youtube.com/watch?v=sbLjM2NloaI ]

Μαύρες μπότες. Δικτυωτό καλσόν. Κοντό σορτσάκι. Ζουμερά μπούτια, γυναικεία. Δυο πόδια περπατούν στα στενά μιας μικρής πόλης της Αθήνας και το μαχαίρι στο χέρι στάζει αίμα. Η νεαρή κοπέλα προχωρά με αυτοπεποίθηση, δεν έχει χρόνο για δισταγμούς άλλωστε. Πίσω της ακολουθούν δύο άντρες, γύρω στα τριάντα, φοβισμένοι ως τα μπούνια, και μία πιτσιρίκα, ακόμα δεν έχει τελειώσει το σχολείο. Βρώμικοι, άπλυτοι για μέρες, πεινασμένοι, ιδρωμένοι και λεκιασμένοι με αίμα στον δρόμο της αναζήτησης.

Τα χείλια της είναι κόκκινα, αλλά όχι από αίμα. Ακόμα και σε ώρες όπως αυτή δεν ξεχνούσε ποτέ το κόκκινο κραγιόν. Απαραίτητο αξεσουάρ μαζί με το χασαπομάχαιρο, τον λοστό, το τσεκούρι, κι ένα μικρό σουγιαδάκι, πονηρά τοποθετημένο σε κρυφό και στρατηγικό σημείο για ώρα ανάγκης. Προπορεύεται όχι γιατί είναι η πιο γενναία, ούτε επειδή δεν αντιλαμβάνεται τον φόβο, αλλά επειδή εκείνη δεν έχει τίποτα να χάσει. Χωρίς οικογένεια, χωρίς φίλους, Αυτά της τα πήραν όλα από νωρίς. Ύστερα από δύο μήνες έχει μάθει να είναι σκληρόπετση και αποφασιστική αν θέλει να επιβιώσει.

Ο ήλιος τους καίει τα πρόσωπα καθώς αντανακλάται στο στεγνό τσιμέντο της πόλης. Είναι Μάρτιος αλλά στην Ελλάδα έχει βάλει ζέστη από νωρίς. Τόσο καθαρός ουρανός, τόσο βρώμικες μέρες.

[και τώρα βάλτε αυτό: http://www.youtube.com/watch?v=v5FW8Xo8ENo ]

Τα κόκκινα χείλια σφίγγουν. Τα μάτια της συγκεντρώνονται σε μία κίνηση, κάπου στον ορίζοντα. Κάνει σήμα με το μαχαίρι στους από πίσω να προσέχουν. Αυτοί σταματούν. Ο ένας παίρνει τη μικρή και κρύβονται πίσω από έναν κάδο. Ο άλλος την πλησιάζει και σηκώνει το ματωμένο τσεκούρι του. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα Αυτά είχαν κάνει την επίθεση τους. Γλοιώδη και σάπια, σάρκες να κρέμονται από κάθε τους πλευρά, μπαγιάτικο αίμα να στάζει από τα στόματά τους, βρωμάνε αποσύνθεση και ιδρώτα. Τα μάτια τους σχισμές στα παραμορφωμένα τους πρόσωπα. Μοιάζουν πεθαμένα αλλά οι κινήσεις τους είναι γρήγορες, σπασμωδικές αλλά ακριβείς. Είναι πέντε. Το ένα από αυτά σκίζει με τα κοφτερά νύχια του το πόδι της. Αυτή κραυγάζει αλλά, σαν ταύρος που αντικρίζει κόκκινο πανί, αντί να αποτραβηχτεί από τον πόνο, ορμάει με λύσσα και του κόβει το αναθεματισμένο χέρι. Ουρλιάζει και συνεχίζει να πετσοκόβει ό, τι βρει μπροστά της.

Αλλά ξέρει καλά ότι τίποτα δεν τα σταματά Αυτά. Ακόμα και χωρίς χέρια και πόδια, με έντερα σκόρπια δεξιά και αριστερά, Αυτά σέρνονται με ό, τι τρόπο μπορούν, κυλιούνται στο χώμα και τα σπλάχνα τους τραυματίζονται, ανοίγουν και αδειάζουν. Δυσωδία πλανάται στην ατμόσφαιρα, η μυρωδιά του θανάτου. Με τα χείλια ακόμα σφιγμένα και κόκκινα, λαχανιασμένη, σηκώνει τον λοστό ψηλά και με τα δύο χέρια και με όση δύναμη της έχει απομείνει τον αφήνει να πέσει πάνω στο κεφάλι του πλάσματος. Ένα οξύ κρακ ακούγεται, αίμα και μυαλά πετάγονται παντού, λερώνουν το κραγιόν της, τα μάτια της, μπαίνουν στις πληγές της. Αλλά δεν τη νοιάζει. Γιατί ήταν το τελευταίο από τα πέντε.

Αφήνει το λοστό και το μαχαίρι να πέσουν στο έδαφος με κρότο. Με το δεξί καρπό σκουπίζει το στόμα της. Φτύνει. Ξανασκουπίζεται. Δάκρυα γεμίζουν τα μάτια της αλλά καταπιέζει τον εαυτό της. Δεν πρέπει να φανεί αδύναμη. Δεν πρέπει να είναι αδύναμη. Υπάρχουν ακόμα εκατοντάδες από αυτά και αυτή είναι ίσως η μόνη που δεν τα φοβάται. Δεν προσπαθεί να σώσει τον κόσμο. Ούτε τους τρεις που την ακολουθούν, ούτε καν τον εαυτό της. Η επιθυμία για εκδίκηση κυλάει στο αίμα της και το κάνει να βράζει. Βάζει το χέρι στην κωλότσεπη και βγάζει το κόκκινο κραγιόν. Βάζει στα χείλια της με αργές, ήρεμες κινήσεις. Σηκώνει τον λοστό και το μαχαίρι και συνεχίζει να προχωράει. «Θεέ μας ξέχασες, αλλά δε με νοιάζεις πια. Οι νόμοι σου ανύπαρκτοι χωρίς τους ανθρώπους. Τώρα είμαστε όλοι ζώα. Ζώα που παλεύουν με άλλα ζώα. Και θα νικήσουν γαμώ το στανιό. Εγώ θα νικήσω!»

ΥΓ.: Το αφιερώνω στον biggest fan μου, ελπίζω να του άρεσε 😛

Blood

Πρίγκηπά μου, μελαχρινό μου όνειρο,δούλα σου εγώ για πάντα.Ρώτα και τον Άνεμο.


Ω ωραίε μου,

Ω Πανέμορφε Πρίγκηπά μου, πόσο μου έχουν λείψει τα μεγάλα μαύρα μάτια σου, να με κοιτούν υγρά, γεμάτα θλίψη και γυαλάδα, αυτή που το αλκοόλ και ο φτηνός καπνός που τόσο σιχαίνομαι, γιατί, αγάπη μου, τη σιχαίνομαι αυτή σου τη συνήθεια, κιτρινίζει τα λεπτεπίλεπτα και στιβαρά σου δάχτυλα, βρωμίζει με θολούς καπνούς τα χυτά σου μαλλιά, αλλά πάνω απ’όλα, μελαχρινέ μου Πρίγκηπα, καταστρέφει τα δυο σου πνευμόνια. Τα όργανά σου αυτά που παράγουν την υπέροχη βραχνή φωνή σου. Και αν πάθεις τίποτα, μελαχρινό μου όνειρο, πώς θα μπορέσεις να μου ξαναπείς πόσο μ’αγαπάς, εμένα, την Πριγκίπισσά σου, την σκλάβα του έρωτά σου, της ομορφιάς σου, των σκέψεών σου. Ω ναι. Γιατί αυτό είμαι, εξωτικέ μου μάγε. Σκλάβα, δούλα, υποχείριό σου, ό, τι θες με κάνεις. Ορίζεις τη σκέψη μου, τη διάθεσή μου, την επιθυμία μου για ζωή, για δουλειά. Κι όταν καλέ μου Πρίγκηπα έφυγες εκείνο το βροχερό απόγευμα, η καρδιά μου ράγισε και έσπασε σε μικροσκοπικά θρύψαλα. Και ποιος μπορεί να τα ενώσει πάλι, κανείς. Μόνο  εσύ, αστέρι μου σε νύχτα χωρίς φεγγάρι. Γι’αυτό, μελαχρινό μου όνειρο, εγώ σε περιμένω εδώ, στο ίδιο φτηνό ξενοδοχείο, στο ίδιο φτηνό δωμάτιο, το έχω φυλάξει ίδιο, ακριβώς όπως το άφησες όταν έφυγες, μέχρι και το ξυραφάκι που χρησιμοποίησες εκείνο το πρωί έχω κρατήσει στο ίδιο σημείο. Απόρθητο κάστρο έχω φτιάξει το υγρό, σκοτεινό δωμάτιο που φιλοξένησε τον έρωτά μας, αυτόν τον μεγάλο έρωτα, τον μοναδικό έρωτά μας, που είναι τόσο δυνατός που ακόμα σε περιμένω εδώ, μετά από τόσο καιρό, κι ας έχουν μακρύνει τα γένια σου, κι ας έχεις βγάλει ρυτίδες στα πλάγια των μαύρων σου, λάγνων σου ματιών, κι ας έχουν ασπρίσει τα κορακίσια σου μαλλιά, να επιστρέψεις σε μένα, Ωραίε μου, Άρχοντά μου, Πρίγκηπά μου.

Σημ.: Η παρούσα επιστολή δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αν και είχα κάποιο στο μυαλό μου όσο την έγραφα. Αποτελεί απόδειξη την επιρροής που μπορεί να ασκήσει ένα μυθιστόρημα και το ιδιαίτερο ύφος του συγγραφέα του. Εμπνευσμένο από τον Τζον Φάντε και το έργο του Ρώτα τον Άνεμο (John Fante, Ask the Dust). Σ’αυτό βασίστηκε και η ομότιτλη ταινία με Κόλιν Φάρελ και Σάλμα Χάγιεκ. Την οποία δεν έχω δει, αλλά τώρα που το διάβασα, θέλω να τη δω διακαώς!

Ask the Dust

Ask the Dust