Posts Tagged ‘Επιστολές’

Το dada και άλλα δεινά.


Dada δε σημαίνει τίποτα.

Διανοούμενοι και ψευτοκουλτουριάρηδες υπάρχουν.

«Η λογική είναι μια περιπλοκή. Η λογική είναι πάντα ψευδής.»

Όταν παθαίνει νευρικό κλονισμό και υστερία, μην την ακουμπάς.

Άνδρα μοι έννεπε, μούσα, πολύτροπον, ος μάλα πολλά πλάγχθη.

Γιατρέ μου, μ’αρέσεις.

Ένα έργο τέχνης δεν υποχρεούται να είναι αισθητικά αποδεκτό.

Αυτή είναι η αληθινή επανάσταση.

Dada, κάθε προϊόν αηδίας.

Δεν χωράς πουθενά. Τι κρίμα.

Δίαιτα.

«Υπάρχουν μέρες που κανένας τόπος δεν είναι αρκετά βαρύς για να χωρέσει τη μελαγχολία σου.»

Μα τι λέτε συνάδελφε. Το κηρ της Κηρός μου είναι διαθέσιμο για εσάς.

Η αγάπη μας είναι λίγο πιο μικρή απ’το σύμπαν γιατί πρέπει να χωράει κάπου.

Μωρτιμαζλές.

Δε μας χέζεις, ρε Νταλάρα.

Άστρα μη με μαλώνετε που κατουρώ τη νύχτα.


Το έχω ξαναπεί. Δεν τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς. Τι λόγια να πω σε κάποιον που δεν ξαναδώ ποτέ; Για κάποιον που δεν θα ξαναδώ ποτέ; Δε μπορώ λέμε. Γι’αυτό θα χρησιμοποιήσω τα δικά του λόγια. Δεν είναι λόγια αποχαιρετισμού, είναι απλώς ατάκα τσαχπίνικια και χιουμοριστική, όπως κι αυτός.

Άστρα μη με μαλώνετε που κατουρώ τη νύχτα.

Από όλα όσα είχε πει δεν ξέρω κατά πόσο θα ήθελε να τον μνημονεύουμε γι’αυτά τα λόγια. Ως παρακαταθήκη δεν λένε και πολλά. Αλλά δε με νοιάζει, γιατί για μένα συμβολίζουν αυτόν στη ζωή μου. Τα καλοκαίρια στον μύλο, το Πάσχα στο Πεύκο, τις ρέγουλες, τους χοχλιούς τους ανεμολιαστούς, τον παππού μου. «Αδέρφι!»

Άστρα μη με μαλώνετε που κατουρώ τη νύχτα.

Θείε Γιώργο.

Καλά να περνάτε τ’ αδέρφια εκεί που σμίξατε τώρα.

Βροχή και αποχαιρετισμοί.


Ξύπνησα σήμερα κι έβρεχε. Ξύπνησα νωρίς ενώ είχα κοιμηθεί αργά. Φυσικά σηκώθηκα με τα χίλια ζόρια. Είχα να πάω να αποχαιρετήσω. Δεν τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς.

Αμηχανία. Ξέχειλη, τρελή, κυριαρχική. Φυσικό επακόλουθο τα χαζά αστεία και οι άγαρμπες κινήσεις. Δεν τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς λέμε. Μη μου ζητάς να πω δυο λόγια. Δεν ξέρω τι να πω, θα πω καμιά βλακεία. Δεν αποχαιρετώ ποτέ. Ακόμα και όταν φεύγω δε λέω «γεια», λέω «φιλάκια». Δε μπορώ να κάνω περίληψη της ζωής σου, ούτε να εκθειάσω τις χάρες σου κρύβοντας διακριτικά τα ελαττώματά σου. Είσαι και οι χάρες και τα ελαττώματά σου. Είσαι τόσα πράγματα, έχεις κάνει τόσα πράγματα, εγώ ούτε καν τα ξέρω όλα αυτά που έχεις κάνει, πώς θα μιλήσω για σένα; Και μάλιστα εν συντομία; Και να σε αποχαιρετήσω κιόλας; Δε μπορώ, δε μπορώ, δε μπορώ, δε μπορώ.

Και δεν θέλω κιόλας. Δεν θέλω να σε αποχαιρετήσω, δεν θέλω να φύγεις, δεν θέλω να αισθάνομαι το κενό που θα αφήσεις όταν θα φύγεις τελικά. Άσε που έχω παραλύσει από την αμηχανία. Γι’αυτό και θα χαχανίσω δυνατά στην πιο ακατάλληλη στιγμή, κι ας θυμώσεις, θα καταλάβεις. Με ξέρεις άλλωστε, πάντα αυτό κάνω.

Άμα θες θα σου μαγειρέψω, θα σου φτιάξω γλυκό, θα σε καθαρίσω, θα σε στολίσω. Θα οργανώσω δείπνο αποχαιρετιστήριο. Ή καφέ ή ποτό ή έξοδο ή μάζωξη μέσα. Αλλά στο τέλος μην περιμένεις να πω αντίο.

Θα σου πω «τα λέμε, φιλάκια». Και όταν θα φύγεις εγώ θα σε σκέφτομαι και θα σου μιλάω και στο μυαλό μου θα κάνουμε διαλόγους. Και θα μου δίνεις συμβουλές ή θα τσακωνόμαστε όπως πάντα. Θα μου λείψουν οι τσακωμοί μας.

Τα λέμε. Φιλάκια.

Πρίγκηπά μου, μελαχρινό μου όνειρο,δούλα σου εγώ για πάντα.Ρώτα και τον Άνεμο.


Ω ωραίε μου,

Ω Πανέμορφε Πρίγκηπά μου, πόσο μου έχουν λείψει τα μεγάλα μαύρα μάτια σου, να με κοιτούν υγρά, γεμάτα θλίψη και γυαλάδα, αυτή που το αλκοόλ και ο φτηνός καπνός που τόσο σιχαίνομαι, γιατί, αγάπη μου, τη σιχαίνομαι αυτή σου τη συνήθεια, κιτρινίζει τα λεπτεπίλεπτα και στιβαρά σου δάχτυλα, βρωμίζει με θολούς καπνούς τα χυτά σου μαλλιά, αλλά πάνω απ’όλα, μελαχρινέ μου Πρίγκηπα, καταστρέφει τα δυο σου πνευμόνια. Τα όργανά σου αυτά που παράγουν την υπέροχη βραχνή φωνή σου. Και αν πάθεις τίποτα, μελαχρινό μου όνειρο, πώς θα μπορέσεις να μου ξαναπείς πόσο μ’αγαπάς, εμένα, την Πριγκίπισσά σου, την σκλάβα του έρωτά σου, της ομορφιάς σου, των σκέψεών σου. Ω ναι. Γιατί αυτό είμαι, εξωτικέ μου μάγε. Σκλάβα, δούλα, υποχείριό σου, ό, τι θες με κάνεις. Ορίζεις τη σκέψη μου, τη διάθεσή μου, την επιθυμία μου για ζωή, για δουλειά. Κι όταν καλέ μου Πρίγκηπα έφυγες εκείνο το βροχερό απόγευμα, η καρδιά μου ράγισε και έσπασε σε μικροσκοπικά θρύψαλα. Και ποιος μπορεί να τα ενώσει πάλι, κανείς. Μόνο  εσύ, αστέρι μου σε νύχτα χωρίς φεγγάρι. Γι’αυτό, μελαχρινό μου όνειρο, εγώ σε περιμένω εδώ, στο ίδιο φτηνό ξενοδοχείο, στο ίδιο φτηνό δωμάτιο, το έχω φυλάξει ίδιο, ακριβώς όπως το άφησες όταν έφυγες, μέχρι και το ξυραφάκι που χρησιμοποίησες εκείνο το πρωί έχω κρατήσει στο ίδιο σημείο. Απόρθητο κάστρο έχω φτιάξει το υγρό, σκοτεινό δωμάτιο που φιλοξένησε τον έρωτά μας, αυτόν τον μεγάλο έρωτα, τον μοναδικό έρωτά μας, που είναι τόσο δυνατός που ακόμα σε περιμένω εδώ, μετά από τόσο καιρό, κι ας έχουν μακρύνει τα γένια σου, κι ας έχεις βγάλει ρυτίδες στα πλάγια των μαύρων σου, λάγνων σου ματιών, κι ας έχουν ασπρίσει τα κορακίσια σου μαλλιά, να επιστρέψεις σε μένα, Ωραίε μου, Άρχοντά μου, Πρίγκηπά μου.

Σημ.: Η παρούσα επιστολή δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αν και είχα κάποιο στο μυαλό μου όσο την έγραφα. Αποτελεί απόδειξη την επιρροής που μπορεί να ασκήσει ένα μυθιστόρημα και το ιδιαίτερο ύφος του συγγραφέα του. Εμπνευσμένο από τον Τζον Φάντε και το έργο του Ρώτα τον Άνεμο (John Fante, Ask the Dust). Σ’αυτό βασίστηκε και η ομότιτλη ταινία με Κόλιν Φάρελ και Σάλμα Χάγιεκ. Την οποία δεν έχω δει, αλλά τώρα που το διάβασα, θέλω να τη δω διακαώς!

Ask the Dust

Ask the Dust