Posts Tagged ‘δράμα’

Είναι κάτι μέρες.


Είναι κάτι μέρες που τα πάντα στραβώνουν. Είναι κάτι μέρες που τίποτα δεν σου κάθεται έτσι όπως το θες. Είναι κάτι μέρες που κάθεσαι στην καρέκλα κιουρία, αμέριμνη, μακάρια, και, τσουπ, αυτή σπάει. Διαολεμένη καρέκλα.

Είναι κάτι μέρες που σου πέφτουν τα μαλλιά. Είναι κάτι μέρες που βουλώνει η αποχέτευση και πλημμυρίζει το μπάνιο. Είναι κάτι μέρες που σφουγγαρίζεις βρωμόνερα στις 2 το πρωί και στεγνώνεις το κρεβάτι σου με το πιστολάκι. Καταραμένες τρίχες.

Είναι κάτι μέρες που το μανικιούρ δεν έχει στεγνώσει ενώ νόμιζες πως είχε στεγνώσει και πας να χτενίσεις τα μαλλιά σου. Μαλλιά στο μανό και μανό στα μαλλιά. Αναθεματισμένο μανό.

Είναι κάτι μέρες που νυστάζεις, μα δε μπορείς να κοιμηθείς, γιατί η σκέψη σου πηδάει από τη μία θεματική στην άλλη, γιατί δεν θες να σκέφτεσαι αυτό το Ένα και Μοναδικό Θέμα που θες να σκεφτείς. Κι εσύ ζορίζεσαι να μην σκεφτείς. Κι όσο ζορίζεσαι τόσο ξυπνάς και όσο ξυπνάς τόσο δεν κοιμάσαι και να, η ώρα πήγε τέσσερις. Κατάρα.

Είναι κάτι μέρες που δεν θες να είσαι στο σπίτι και δεν θες να είσαι ούτε εκτός σπιτιού. Είναι κάτι μέρες που δεν θες να είσαι. Ανάθεμα.

Είναι κάτι μέρες που θες λίγη στοργή και προδέρμ και αντ’αυτού βιώνεις απόρριψη και ενοχή.

Είναι κάτι μέρες που συμβαίνουν όλα αυτά.

Αυτές οι μέρες, διαπίστωσα, τείνουν να συμπίπτουν με τις μέρες που δεν έχω μαθήματα ή εξεταστική.

Είναι κάτι μέρες που έχω διακοπές.

Και κάπως έτσι γεννιούνται οι γουορκαχόλιξ, φαντάζομαι.

Δεν είναι ότι αγαπάμε να δουλεύουμε. Είναι που φοβόμαστε τι θα μας συμβεί αν σταματήσουμε τη δουλειά.

(εγώ)

 

Advertisements

I wanna be your dog.


Well, I woke up this morning and I got myself a beer. Άνοιξα τον υπολογιστή και μέχρι να φορτώσει πήγα για κατούρημα. The future is uncertain and the end is always near. Το τραγούδι γύρναγε στο μυαλό μου και η ζέστη μ’έκανε να ιδρώνω σαν άλογο. You gotta roll roll roll, you gotta thrill my soul. Περασμένα μεγαλεία, σκέφτηκα. Α ρε Τζιμ.

Ο καιρός ήταν υγρός και ο ιδρώτας κύλαγε στην πλάτη μου. Έφτιαξα καφέ, ζεστό, μ’ένα παγάκι. Και μέλι. Κάθισα. Έξω ο ήλιος έκαιγε, ήταν καλή μέρα για βόλτα. Μα η μούρη μου καρφωμένη στην οθόνη. Και στα βιβλία, διάβαζα. Κατακαλόκαιρο κι εγώ είχα εξεταστική. Hey hey mama, said the way you move gonna make you sweat gonna make you groove. Μόνο που εγώ δεν κουνιόμουν. Προσηλωμένη στο βιβλίο, διάβαζα χωρίς να διαβάζω, πέρναγα τη ματιά μου πάνω από τις λέξεις, τη μία μετά την άλλη, στη σειρά, και μετά από κάτω, μα το μυαλό αλλού.

I don’t know, but I’ve been told, a big legged woman ain’t got no soul. Το μυαλό τρέχει σε μακριά πόδια, ψηλές γυναίκες, άντρες με κατσαρά μαλλιά και ξεκούμπωτα πουκάμισα. Α ρε Τζιμ. Α ρε Ρόμπερτ. Καλοκαίρια αλλιώτικα, εύκολα, σε θάλασσες και συναυλίες σε αμμουδιές, με μπύρες και παγωμένο τζιν, μαύρισμα και μουσική. Υπάρχουν, αμέ. Όσο υπάρχει κι ο Άγιος Βασίλης.

Summertime and the living is easy. Λάθος σου τα’πανε Μπίλι, το καλοκαίρι η ζωή είναι ακόμα πιο ζόρικη.

Ο ήλιος έπεσε, το ίδιο κι οι αντιστάσεις μου. Άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί και έβαλα τη μουσική δυνατά. Άρχισα να χορεύω και να κουνάω το κεφάλι μου πάνω κάτω. Κούναγα τα πόδια μου άτσαλα, σκόνταψα και παραλίγο να πέσω. Τα γυαλιά μου έφυγαν από τη μύτη, τα πρόλαβα όμως. Ο ιδρώτας κυλούσε. Η καρδιά χτυπούσε. A girl can do what she wants to do and that’s what Im gonna do and I don’t give a damn about my bad reputation.

Ναι, αλλά.

Τι άλλα; Δεν έχει αλλά. Τι αλλά;

Ναι, αλλά, τι θέλει το κορίτσι;

Ξέρω.

So messed up I want you here. I my room, I want you here. Now we’re gonna be face to face. And I lay right down to my favourite place. Now I wanna be your dog.

WELL COME ON!

Θέλω την έξαψη.

Γιατί κάπου την έχασα.

 

Howl.


I try so hard to be cold

I try so hard to not show

I give you nothing to doubt and you doubt me

You give me all that you have but I don’t see

Now I know that my eyes must close here

Every word seems to feel like I don’t care

But you know that I am so confused and afraid

I just want you to be one true thing that don’t fade

I don’t wanna give up tomorrow

I just can’t understand why we’re going on

I try so hard to not be heard

I try so hard to not hurt

I give you nothing to doubt and you doubt me

You give me all that you have but I don’t see

I just can’t understand why we’re going on

I don’t wanna be sad, I don’t wanna be scared

I wait for you in silence

I see the road is long.

[Οι στίχοι είναι παραλλαγή και όχι οι πρωτότυποι στίχοι του τραγουδιού των BRMC]

Κάτι παραπάνω από ένα τουίτ.


Τούτη ‘δω η σκέψη θαρρώ αξίζει κατιτίς παραπάνω από ένα απλό τουίτ.

Να τη λοιπόν.

Άμα έχεις χάσει πρόσωπα, το να χάνεις πράγματα χάνει κάπως τη σημαντικότητά του.

Αυτό ήταν. Κάτι παραπάνω από ένα τουίτ, κάτι λιγότερο από ένα ποστ.

Εκδίκηση.


Το δωμάτιο είναι σκοτεινό. Μόνο η γωνία φωτίζεται από το φως των κεριών. Εκπέμπουν άρωμα βανίλιας και κανέλας. Εκείνη ντύνεται νωχελικά ακούγοντας σε επανάληψη το αγαπημένο της τραγούδι. Αργό. Μελαγχολικό. You would be nothing without me, I could be nothing without you. Αυτός, πληγωμένος, έχει αποκοιμηθεί στον καναπέ.

Τα ρούχα της γκρι και αδιάφορα. Τα μαλλιά της αχτένιστα. Μόνο τα κόκκινα χείλη της σπάνε τη μουντίλα του παρουσιαστικού της. Μόνο η λάμψη των λεπίδων στη ζώνη της διαταράσσει την αθωότητα της εμφάνισής της. Λεπίδες καλά ακονισμένων μαχαιριών που για ακόμη μία φορά προορίζονται για τον λαιμό του άτυχου που τόλμησε να επιτεθεί σ’αυτόν.

Τον αγαπούσε πολύ. Τον είχε γνωρίσει πριν πολύ καιρό, όταν αυτός ήταν ακόμη δυνατός και κανείς δεν τον απειλούσε. Είχε ισχύ τότε και γόητρο, φιλοδοξίες και ικανότητες. Κι εκείνη ήταν απλώς ένα κορίτσι που δεν ήξερε τον κόσμο. Μα οι καιροί άλλαξαν και τώρα ήρθε η ώρα για εκδίκηση.

Περπατάει στον δρόμο και προσπερνάει χωρίς φόβο τους άστεγους, τα πρεζάκια, τις πουτάνες, που την πλησιάζουν με ειρωνικό ύφος. «Τι δουλειά έχεις κοριτσάκι εδώ; Χάσαμε το δρόμο μας;» Μα το ειρωνικό χαμόγελό τους χάνεται μονομιάς στη θέα των μαχαιριών.

Φτάνει στον προορισμό της. Στέκεται έξω από την πόρτα και εισπνέει βαθιά. Ψιθυρίζει το όνομά του και βουβά αλλά δυναμικά μπαίνει. Αντικρύζει έναν όγκο να πάλλεται ρυθμικά κάτω από τα σκεπάσματα. Ροχαλίζει. Ο λαιμός καλύπτεται από την κουβέρτα μα αυτό δεν την ενοχλεί. Με μία κραυγή τον ξυπνάει και το γέρικο μυαλό του δυσκολεύεται να κατανοήσει τι συμβαίνει. Τον εγκλωβίζει ξαπλωμένο με τη λεπίδα να ακουμπά απειλητικά την καρωτίδα του. Τα μάτια της του τρυπούν το κούτελο καθώς εκλιπαρεί απορημένος για οίκτο.

«Σκάσε», λέει εκείνη.

Και το μόνο που ακούγεται μετά είναι ο ήχος του λαιμού να σκίζεται και του αίματος καθώς λερώνει τον τοίχο, τα σεντόνια, το κρεβάτι, το πρόσωπό της.

Ο όγκος πια είναι ακίνητος καθώς κλείνει την πόρτα πίσω της.

Επιστρέφει σπίτι. Πλένεται. Τον παίρνει αγκαλιά και ξεσπάει σε κλάματα.

Forgive me Father, for I have sinned.

 

 

 

2010, The playlist.


Είναι ακόμα Σεπτέμβριος, το ξέρω, αλλά νιώθω την ανάγκη να κάνω άλλον έναν απολογισμό. Αυτόν του 2010. Μπορεί να έχουμε ακόμα δυόμιση μήνες μέχρι να τελειώσει, αλλά θεωρώ και ελπίζω ότι ένας κύκλος οδεύει στο τέλος του αυτές τις μέρες. Ο κύκλος αυτός ξεκίνησε γύρω στον Φλεβάρη και καθώς προχωρούσε έφερνε μαζί του ένα σωρό δυσάρεστες καταστάσεις, τη μία αποτυχία μετά την άλλη, το ένα τραύμα μετά το άλλο, τον ένα θάνατο μετά τον άλλον. Τελευταία τα πράγματα δείχνουν λίγο καλύτερα. Τα σύννεφα έχουν αρχίσει να διαλύονται και σαν να αχνοφαίνονται και μερικά αστέρια στο βάθος. Δε λέω μεγάλα λόγια, μην το γρουσουζέψω.

Στις δύσκολες ώρες του 2010 πιστός σύντροφός μου στάθηκε η μουσική. Στιγμές που λαχταρούσα μια αγκαλιά αλλά δεν υπήρχε άνθρωπος να μου τη δώσει, είχα το ipod στο χέρι και μια φωνή να τραγουδάει σπαραχτικά στα αυτιά μου. Κι έτσι αποκοιμιόμουν και ξέχναγα για λίγο την απελπισία μου.

Αποφάσισα λοιπόν να φτιάξω μια λίστα με δέκα από αυτά τα τραγούδια χάρη στα οποία κατάφερα να την παλέψω αυτή τη σάπια χρονιά.

Με τυχαία σειρά:

1) Over the hill – Monika

2) Howl – Black Rebel Motorcycle Club

3) Sweet come down – Black Ryder

4) Hurt – Johnny Cash

5) This mess we’re in – PJ harvey & Thom York

6) Lies – The Black Keys

7) Mother of Earth – The Gun Club (εδώ να ευχαριστήσω τούτον εδώ τον τυπάκο που το μπλίπαρε και το άκουσα και το ερωτεύτηκα)

8) Sour times – Portishead

9) The kids are on High Street – Madrugada

10) The End – The Doors

Και last-but-not-least bonus:

+1) Somersault – I got you on tape (αυτό μου το έβαλε να το ακούσω ένας φίλος πριν δύο μέρες. Το ερωτεύτηκα αμέσως. Τον ευχαριστώ που μου στέλνει τόσο όμορφα τραγούδια.)

Μεγάλες αλλαγές έρχονται και μεγάλα ζόρια. Μα όσο έχω μουσικές δε φοβάμαι. Την πολυπόθητη αγκαλιά θα μου τη δίνει ο Sivert κι ο Thom και η Patti και όλοι οι άλλοι.

Κι ελπίζω το 2011 να έχει πιο χαρωπό soundtrack.

Η γριά με το ψυχολογικό τραύμα.


Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010. Κυριακάτικη μουργέλα και ζέστη. Ο ήλιος μπαίνει από τα παράθυρα και καίει τα έπιπλα. Η καφέ πολυθρόνα με το λευκό σεμεδάκι ζεματάει και εκείνη κάθεται και αναστενάζει ικανοποιημένη καθώς η ζέστη ανακουφίζει τον πόνο στη μέση της. Πόνος που τη βασανίζει είκοσι χρόνια τώρα, από εκείνη την υγρή βραδιά του Αυγούστου που η ζωή της άλλαξε για πάντα.

Γριά μόνη, με μοναδική έγνοια τα αδέσποτα γατιά της γειτονιάς. Χωρίς καμία χαρά και ικανοποίηση, χωρίς παιδιά και εγγόνια, χωρίς φίλες και συγγενείς, χωρίς καμιά επιθυμία ή φιλοδοξία. Κάθε πρωί σηκώνεται, πλένει τα μούτρα της, φοράει τη μασέλα της, ντύνεται και κάθεται στην παλιά καφέ πολυθρόνα να πιει γάλα. Είκοσι χρόνια η ίδια ρουτίνα.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 1990. Το ξυπνητήρι χτυπάει ανελέητα, πήγε έξι, είναι ώρα να ξυπνήσει. Το κλείνει, ξυπνάει τον άντρα της που κοιμάται δίπλα της και κατευθύνεται προς το μπάνιο. Κοιτάζεται στον καθρέφτη και βλέπει τα γκρίζα μαλλιά της, «έχω αρχίσει να γερνάω», μονολογεί. Κοιτάει τις ρυτίδες, τα πεσμένα βλέφαρα, εντάξει, είναι και πενήντα έξι χρονών, δεν είναι κανένα νιάτο. Ο άντρας της φτιάχνει καφέ. Ετοιμάζονται για την δουλειά. Βοηθός αυτή στο εργαστήριο ερευνητικής χημείας για την ανάπτυξη νέων φυτοφαρμάκων. Ηλεκτρολόγος ο άλλος. Αυτός παίρνει το αμάξι, αυτή το τρένο, όπως πάντα. Κατά κανόνα μπαίνει στο τελευταίο βαγόνι, είναι πιθανότερο να βρει άδεια θέση να κάτσει. Άσε που άμα τρακάρουν με άλλο τρένο ο κίνδυνος είναι μικρότερος για το τελευταίο βαγόνι. Τόσα βλέπουμε στις ειδήσεις, ας είμαστε προνοητικοί. Η σημερινή μέρα δεν αποτελεί εξαίρεση. Το τρένο σταματάει μπροστά της κι αυτή μπαίνει στο τελευταίο βαγόνι. Μόνο που σήμερα το βρίσκει εντελώς άδειο. «Έφυγαν όλοι για τα νησιά. Αααχ, να πηγαίναμε κι εμείς διακοπές σε νησί. Να κάνουμε μπανάκια, να λιαστούμε»…Ένα κουδούνι διακόπτει τις σκέψεις της. Σταθμός Φάληρο. Μία έγκυος μπαίνει στο ίδιο βαγόνι. Κατεβαίνει στην επόμενη στάση. Το ίδιο κουδούνι ακούγεται ξανά. Και ένας άντρας με μαύρο κοστούμι κάθεται απέναντί της. Θυμίζει κοράκι, σκέφτεται αυτή και αρχίζει να πλάθει ιστορίες για το παρελθόν του. Ξάφνου όμως τον βλέπει να σηκώνεται και βιαστικά να βγάζει ένα μαντήλι από την τσέπη του. Ο νους της θόλωσε γρήγορα και τα μάτια της έκλεισαν.

Τρίτη, 7 Αυγούστου 1990. Το κεφάλι και το σώμα της πονάει. Κοιμήθηκε στον καναπέ. Είναι πολύ μεγάλη πια για να αποκοιμιέται στον καναπέ. Δεν το σκέφτεται όμως αυτό. Το μυαλό της καταστρώνει σχέδια και στρατηγικές. Κάποιος τη βίασε εχθές και αυτό δε μπορεί να το αφήσει να περάσει έτσι. Δε μπορεί να πάρει την αστυνομία, ξέρει την ανικανότητά τους και δεν έχει και κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τον βιασμό. Ο καταραμένος ήταν προσεκτικός και μεθοδικός. «Ανάθεμα! Ανάθεμα!», δε μπορεί να σταματήσει να μουρμουράει κατάρες. Ξυπνάει ο άντρας της και τρομάζει. «Πώς είσαι έτσι; Πάλι ξενύχτησες στην τηλεόραση; Να δω πώς θα πας στη δουλειά». Μάλιστα. Ό,τι ακριβώς της χρειαζόταν τώρα. Η ειρωνεία του ξεμωραμένου άντρα της. Τον αγνοεί και πάει να ετοιμαστεί. Κόβει και βάφει τα μαλλιά της. Βάζει ψεύτικες βλεφαρίδες και φοράει εκείνο τα μαύρο φόρεμα που είχε πάρει για γάμους και κηδείες. Βάφεται και φεύγει φροντίζοντας να μη δει ο άντρας της την αλλαγή της.

Βρίσκεται την ίδια ακριβώς ώρα στο ίδιο ακριβώς βαγόνι στο ίδιο ακριβώς κάθισμα. Στάση Φάληρο. Η ίδια έγκυος μπαίνει και βγαίνει στην επόμενη στάση. Τον βλέπει ξανά μπροστά της, να κάθετα ξανά στην θέση απέναντί της. Την κοιτάζει ερευνητικά, χωρίς όμως να δείχνει ότι την αναγνωρίζει. Προτού όμως σηκωθεί αυτός, σηκώνεται αυτή και τον ναρκώνει με μία επικίνδυνα γερή δόση υπνωτικού αερίου. Ευτυχώς τα φαρμακεία ανοίγουν νωρίς και ως χημικός μπορεί να αγοράσει ό,τι ουσία θέλει χωρίς να χρειάζεται βεβαιώσεις, υπεύθυνες δηλώσεις και άλλα γραφειοκρατικά. Ο κουστουμαριστός σωριάζεται με βρόντο στο πάτωμα.

Όταν συνέρχεται βρίσκεται δεμένος σε μία καφέ πολυθρόνα. Βλέπει τη γυναίκα με το μαύρο φόρεμα να σπρώχνει μακριά έναν καναπέ. Αυτή αντιλαμβάνεται ότι ξύπνησε και με το πάσο της φέρνει από την κουζίνα μία πετσέτα με πολλά διαφορετικά μαχαίρια μέσα. Βάζει το ραδιόφωνο να παίζει δυνατά.

«Με θυμάσαι;» του λέει. «Ποια είσαι; Τι θες από μένα; Τι σου έχω κάνει;»

Αυτή η ερώτηση την εξοργίζει. Του δίνει σφαλιάρα με όση δύναμη έχει και το φχαριστιέται. «Δε με θυμάσαι, ε; Χθες όταν με βίαζες με θυμόσουν όμως. Όταν με έβαζες να σκύβω και να σου λέω βρωμόλογα με θυμόσουν. Όταν μετά με έπλενες με το βρωμοσάπουνό σου με θυμόσουν.Όταν με παράτησες στο σταθμό με τα μάτια δεμένα με θυμόσουν».

Ο άντρας γουρλώνει τα μάτια. Το πρώτο μαχαίρι διαπερνάει την κοιλιά του. Αντί να το βγάλει, εκείνη συνεχίζει την τομή. Βρίσκει το στομάχι και με μανία το σκίζει. Και σταματάει. Ο άντρας φωνάζει και βογγάει. Αφαιρεί το μαχαίρι και αίματα και στομαχκά υγρά χύνονται παντού. Τότε ο άντρας φωνάζει ακόμα περισσότερο, ακόμα πιο απελπιμένα. Τα οξεά του στομάχου καίνε όσα σπλάχνα έχουν μείνει άθικτα. Τον αφήνει να πεθάνει αργά και βασανιστικά στο ίδιο του το ζουμί.

Ικανοποιημένη του γυρίζει την πλάτη και έκπληκτη αντικρίζει τον βλάκα τον άντρα της. «Ο μαλάκας σήμερα βρήκε να γυρίσει νωρίτερα;», σκέφτεται, και χωρίς καθυστέρηση βγάζει μια δυνατή στριγγλιά και του ορμάει με το μεγάλο μαχαίρι.

Και ξαφνικά έχει δύο νεκρά σώματα στο σαλόνι της. Και μια λίμνη αίματος.

Πλαστικές σακούλες, φτυάρι, κήπος, χώμα, άζαξ, χλωρίνη και νερό, άφθονο νερό. Στους γείτονες λέει ότι έπλυνε τα χαλιά κι αυτά είναι κόκκινα και ξέβαψαν. Την πίστεψαν. Γιατί όχι στο κάτω κάτω;

Όταν νυχτώνει για τα καλά και όλη η γειτονιά κοιμάται βγάζει στον κήπο ένα ένα τα πτώματα. Πρώτα του μακαρίτη του άντρα της που αν και δεν του άξιζε τέτοιο τέλος, δε μπορεί να στεναχωρεθεί γι’αυτόν. Ούτε να μετανιώσει. Και μετά το κάθαρμα που ευθύνεται για όλα αυτά. Τον πετάει με απέχθεια στη λακκούβα και ξεκινάει να την κλείνει.

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 1990. Επιτέλους τέλειωσε. Κάθεται στην καφέ πολυθρόνα και αφήνει ένα βογγητό. Ο πρώτος πόνος στη μέση. Αυτός που θα τη βασανίζει για τα επόμενα είκοσι χρόνια.

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 1990. Η αστυνομία βρίσκει νεκρό άντρα αγνώστου ταυτότητος και εκείνη τον αναγνωρίζει ως τον σύζυγό της. Και επίσημα πια θεωρείται χήρα. Βγαίνοντας από το νεκροτομείο, συναντάει την έγκυο. Είχε γεννήσει το μεσημέρι στο ίδιο νοσοκομείο και τη μεταφέρανε στο θάλαμό της. Μετά από δύο μήνες επιτέλους χαμογέλασε.

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010. Πίνει το γάλα της μονορούφι. Τα χέρια και τα πόδια της τινάζονται, το κορμί της συσπάται, από το στόμα της βγαίνουν αφροί, οι κόρες των ματιών της διαστέλλονται και αμέσως συστέλλονται κενές. Άδειο κουφάρι, νεκρό κορμί. Είχε ξεχάσει να βάλει φαγητό για τις γάτες. Κι αυτές μπαίνουν από το παράθυρο πεινασμένες…

Οι αγαπητικιοί.


Οι αγαπητικιοί. Εφηβικοί, νεαροί, καλοκαιρινοί, κεραυνοβόλοι, αμοιβαίοι, χωρίς ανταπόκριση, ώριμοι, ενήλικες, τριαντάρηδες, σύντομοι, διαρκείας, κοντοί ως επί το πλείστον, με δύο, όχι λάθος, τρεις εξαιρέσεις. Μουσάτοι ή ξυρισμένοι, χοντροί και αδύνατοι, μαλλιάδες ή καραφλοί, ροκάδες, σκυλάδες και ρέηβ, υλικοί ή διαδικτυακοί, αποπροσανατολισμένοι, εξερευνητές, επαναστάτες, κομφορμιστές, συντηρητικοί, περιπετειώδεις. Απολογισμός έξι χρόνων εφηβείας.

Όλοι τώρα στέκονται στην ουρά. Τα κάρβουνα στη φωτιά καίνε. Το σίδερο πυρώθηκε. Η σφραγίδα βγάζει ένα συριγμό καθώς ακουμπάει το μπράτσο του Βασίλη, του πρώτου στην ουρά. Η κραυγή πόνου ακούγεται μέχρι το τέλος της ουράς. Ο Θάνος έχει πολλές τέτοιες κραυγές να ακούσει ακόμα. Αγόρια οι μισοί, αμούστακα ακόμα, δεν αντέχουν τον πόνο, την αγωνία της αναμονής. Οι άντρες, με όλες τις ρυτίδες της ηλικίας τους, δεν αντέχουν τον εξευτελισμό. Κρίμα. Θα τον υποστούν έτσι κι αλλιώς.

Οι μαρκαρισμένοι προχωράνε παρακάτω. Τους γδύνουν και τους πλένουν. Η βρώμα έξι χρόνων χύνεται στο πάτωμα. Λερώνει παλιές φωτογραφίες, mix-tapes σε cd, μηνύματα και τσατ συζητήσεις. Κανείς δεν τα θέλει αυτά πια, κανείς δεν τα χρειάζεται. Όλοι τώρα με έχουν χαραγμένη καλά στη μνήμη τους. Και στο στέρνο τους. Αυτό το «Ε» θα σημαδεύει για πάντα το δικό μου παρελθόν στα δικά τους σώματα. Αλλά όχι για πολύ.

Ο Αλέξανδρος φωνάζει «άντε πηδήξου». Κερδίζει την πρώτη θέση. Κρίμα, γιατί ήταν ψηλός και μ’άρεσε πολύ.

Αλλά είμαι αισθηματίας, γαμώ το.

Αφήνω τον γάντζο και πιάνω το σπαθί. Η λεπίδα του βαριά και αστραφτερή θολώνει από τη θέρμη του κορμιού του και λερώνεται καθώς το αίμα κυλάει από τον λαιμό του και πιτσιλάει τους υπόλοιπους αγαπητικούς. Καθαρίζω το πρόσωπό μου και πετάω το σπαθί. Πολύ βαρύ για μένα. Πολύ μεσαιωνικό επίσης.

Το στιλέτο κάνει μια χαρά τη δουλειά του. Σκίζει λαιμούς, τρυπάει κοιλιές, σπλάχνα ξεπετάγονται, το αίμα λιμνάζει, τίποτα δε με σταματάει. Ούτε καν το βλέμμα του Κώστα, αυτό που κάποτε έκανε τα γόνατά μου να λυγίζουν και που τώρα εκλιπαρεί για σωτηρία. Οι μπούκλες του τινάζονται και προσγειώνονται με κρότο δίπλα στα έντερα του Παναγιώτη. Ή μήπως του Θόδωρου; Δεν ξεχωρίζεις πλέον ποια είναι ποιανού. Μόνο τα μάτια προσέχω, αυτά δεν τα αγγίζω. Τα θέλω ανέπαφα, αναμνηστικά του παρελθόντος που τόσο αιματηρά προσπαθώ να καθαρίσω.

Η αποσύνθεση άρχισε κιόλας. Ιούνιος μήνας, ντάλα ήλιος, μεσημέριασε. Λέω να κάνω ένα διάλειμμα. Να ξεκουραστώ και να φάω. Ω, πόσο κουραστικό είναι να αναπολείς!

Αφήνω τον Νίκο, τον Άγγλο και τον καραφλό για μετά.

Και που ξέρεις. Μπορεί να τους αφήσω να ζήσουν.

Εκλεκτοί; Μην αυταπατάσαι. Αγαπημένοι αγαπητικιοί μόνο.

Προς το παρόν.

Σ’αγαπώ μέχρι θανάτου.


Ω, είναι ωραίο να αγαπάς και να σε αγαπούν. Ω, ναι. Είναι. Η ευτυχία κρύβεται στα απλά πράγματα και μία μικρή κίνηση μπορεί να περιέχει τόση αγάπη όσο όλες οι λέξεις των ανθρώπων δε μπορούν να εκφράσουν. Και ένα χαμόγελο ποτέ δεν είναι πιο γλυκό από την στιγμή που το συνειδητοποιείς αυτό. Τέτοιο ήταν και δικό της χαμόγελο εκείνο το πρωί, όταν ξύπνησε κι εκείνος κοιμόταν ακόμα δίπλα της. Ήρεμος, με τα μαλλιά ανακατωμένα, το στόμα ελαφρώς ανοιχτό, η ανάσα αργή και βαριά.

Αφού τον χάζεψε για μερικά λεπτά σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Ζαλισμένη ακόμα από τον ύπνο και την αγάπη. Το νερό έτρεχε και πιτσίλαγε τον καθρέφτη. Εκείνος την πλησίασε από πίσω, την αγκάλιασε και αντί για καλημέρα ψιθύρισε «σ’αγαπώ…μέχρι θανάτου». Το ίδιο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλια της και τα μάτια τους έλαμπαν όσο και ο ήλιος εκείνο το πρωινό.

Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Με δυσκολία αποχωρίστηκαν ο ένας από τον άλλο. Εκείνος έμεινε στην τουαλέτα, έκλεισε τη βρύση, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, τον σκούπισε και έμεινε να κοιτάζει και να χαμογελά ονειροπολώντας. Φαντασιωνόταν την κοπέλα που βρισκόταν μόλις πέντε μέτρα μακριά του, τα μάτια της, τα μαλλιά της, τα χείλια της. Τη ζωή μαζί της.

Γέλια ακούστηκαν από το δίπλα δωμάτιο. Αχ, το γέλιο της πόσο το αγαπούσε. Αγαπούσε καθετί πάνω της, δικό της.

Και τότε το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Γιατί γελούσε; Με ποιον μίλαγε; Ποιος μπορεί να ήταν τόσο νωρίς; Καχύποπτα βγήκε από την τουαλέτα και την πλησίασε προσπαθώντας να ακούσει τη συζήτηση. Εκείνη χαμογελαστή και ευδιάθετη, αιφνιδιάστηκε από την ύπουλη προσέγγισή του και τινάχτηκε.

«Ποιος είναι;», τη ρώτησε αυστηρά. «Η φίλη μου η Σοφία», απάντησε εκείνη. Όμως αυτός ήξερε ότι στην άλλη άκρη της γραμμής μιλούσε ένας άντρας. Είχε προλάβει να ακούσει τη βαριά φωνή, την τραχιά χροιά, είχε διακρίνει στο γέλιο της εκείνη τη νότα τη διαφορετική. Αυτή που μόνο όταν ήταν μαζί του έβγαζε. Κάτι δεν πήγαινε καλά.

Κάπως έτσι ήρθε το τέλος των ανέμελων ημερών. Εκείνος σκοτεινός, καχύποπτος για το παραμικρό. Το χαμόγελο είχε σβήσει πια από το πρόσωπό της. Το τέλος πλησίαζε.

«Η αγάπη είναι ένας σκύλος από την κόλαση».

Έτσι διαολεμένα η αγάπη τον ξεμυάλισε και τον τύφλωσε. Τόσο που κανένας φραγμός δεν συγκράτησε την οργή του. Τα μάτια του κόκκινα, γουρλωμένα, η φλέβα στον κρόταφό του να σφυροκοπάει, τα χέρια του να στάζουν αίμα. Τα μάτια της δύο τρύπες κενές, μόνο αίμα ανάβλυζε. Από το κεφάλι της να λείπουν τούφες μαλλιών. Στον λαιμό της σημάδια δαχτυλιές. Στο στέρνο έξι, εφτά, οχτώ μαχαιριές, έχασε το μέτρημα. Μελανιές και γδαρσίματα σε όλο της το κορμί. Αυτό που κάποτε έσφιζε από ζωντάνια και γοητεία τώρα κείτονταν νεκρό, άδειο, κουφάρι σάρκας έτοιμο να σαπίσει.

Ένας ακόμη Οθέλλος, μία ακόμα Δεισδαιμόνα. Τόση αγάπη σου αρρωσταίνει το νου.

«Σ’αγαπώ μέχρι θανάτου».

Του δικού σου.

weeping nude

"Weeping Nude" by Edvard Munch

Πρίγκηπά μου, μελαχρινό μου όνειρο,δούλα σου εγώ για πάντα.Ρώτα και τον Άνεμο.


Ω ωραίε μου,

Ω Πανέμορφε Πρίγκηπά μου, πόσο μου έχουν λείψει τα μεγάλα μαύρα μάτια σου, να με κοιτούν υγρά, γεμάτα θλίψη και γυαλάδα, αυτή που το αλκοόλ και ο φτηνός καπνός που τόσο σιχαίνομαι, γιατί, αγάπη μου, τη σιχαίνομαι αυτή σου τη συνήθεια, κιτρινίζει τα λεπτεπίλεπτα και στιβαρά σου δάχτυλα, βρωμίζει με θολούς καπνούς τα χυτά σου μαλλιά, αλλά πάνω απ’όλα, μελαχρινέ μου Πρίγκηπα, καταστρέφει τα δυο σου πνευμόνια. Τα όργανά σου αυτά που παράγουν την υπέροχη βραχνή φωνή σου. Και αν πάθεις τίποτα, μελαχρινό μου όνειρο, πώς θα μπορέσεις να μου ξαναπείς πόσο μ’αγαπάς, εμένα, την Πριγκίπισσά σου, την σκλάβα του έρωτά σου, της ομορφιάς σου, των σκέψεών σου. Ω ναι. Γιατί αυτό είμαι, εξωτικέ μου μάγε. Σκλάβα, δούλα, υποχείριό σου, ό, τι θες με κάνεις. Ορίζεις τη σκέψη μου, τη διάθεσή μου, την επιθυμία μου για ζωή, για δουλειά. Κι όταν καλέ μου Πρίγκηπα έφυγες εκείνο το βροχερό απόγευμα, η καρδιά μου ράγισε και έσπασε σε μικροσκοπικά θρύψαλα. Και ποιος μπορεί να τα ενώσει πάλι, κανείς. Μόνο  εσύ, αστέρι μου σε νύχτα χωρίς φεγγάρι. Γι’αυτό, μελαχρινό μου όνειρο, εγώ σε περιμένω εδώ, στο ίδιο φτηνό ξενοδοχείο, στο ίδιο φτηνό δωμάτιο, το έχω φυλάξει ίδιο, ακριβώς όπως το άφησες όταν έφυγες, μέχρι και το ξυραφάκι που χρησιμοποίησες εκείνο το πρωί έχω κρατήσει στο ίδιο σημείο. Απόρθητο κάστρο έχω φτιάξει το υγρό, σκοτεινό δωμάτιο που φιλοξένησε τον έρωτά μας, αυτόν τον μεγάλο έρωτα, τον μοναδικό έρωτά μας, που είναι τόσο δυνατός που ακόμα σε περιμένω εδώ, μετά από τόσο καιρό, κι ας έχουν μακρύνει τα γένια σου, κι ας έχεις βγάλει ρυτίδες στα πλάγια των μαύρων σου, λάγνων σου ματιών, κι ας έχουν ασπρίσει τα κορακίσια σου μαλλιά, να επιστρέψεις σε μένα, Ωραίε μου, Άρχοντά μου, Πρίγκηπά μου.

Σημ.: Η παρούσα επιστολή δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αν και είχα κάποιο στο μυαλό μου όσο την έγραφα. Αποτελεί απόδειξη την επιρροής που μπορεί να ασκήσει ένα μυθιστόρημα και το ιδιαίτερο ύφος του συγγραφέα του. Εμπνευσμένο από τον Τζον Φάντε και το έργο του Ρώτα τον Άνεμο (John Fante, Ask the Dust). Σ’αυτό βασίστηκε και η ομότιτλη ταινία με Κόλιν Φάρελ και Σάλμα Χάγιεκ. Την οποία δεν έχω δει, αλλά τώρα που το διάβασα, θέλω να τη δω διακαώς!

Ask the Dust

Ask the Dust

« Previous entries