Posts Tagged ‘άσχετο’

I wanna be your dog.


Well, I woke up this morning and I got myself a beer. Άνοιξα τον υπολογιστή και μέχρι να φορτώσει πήγα για κατούρημα. The future is uncertain and the end is always near. Το τραγούδι γύρναγε στο μυαλό μου και η ζέστη μ’έκανε να ιδρώνω σαν άλογο. You gotta roll roll roll, you gotta thrill my soul. Περασμένα μεγαλεία, σκέφτηκα. Α ρε Τζιμ.

Ο καιρός ήταν υγρός και ο ιδρώτας κύλαγε στην πλάτη μου. Έφτιαξα καφέ, ζεστό, μ’ένα παγάκι. Και μέλι. Κάθισα. Έξω ο ήλιος έκαιγε, ήταν καλή μέρα για βόλτα. Μα η μούρη μου καρφωμένη στην οθόνη. Και στα βιβλία, διάβαζα. Κατακαλόκαιρο κι εγώ είχα εξεταστική. Hey hey mama, said the way you move gonna make you sweat gonna make you groove. Μόνο που εγώ δεν κουνιόμουν. Προσηλωμένη στο βιβλίο, διάβαζα χωρίς να διαβάζω, πέρναγα τη ματιά μου πάνω από τις λέξεις, τη μία μετά την άλλη, στη σειρά, και μετά από κάτω, μα το μυαλό αλλού.

I don’t know, but I’ve been told, a big legged woman ain’t got no soul. Το μυαλό τρέχει σε μακριά πόδια, ψηλές γυναίκες, άντρες με κατσαρά μαλλιά και ξεκούμπωτα πουκάμισα. Α ρε Τζιμ. Α ρε Ρόμπερτ. Καλοκαίρια αλλιώτικα, εύκολα, σε θάλασσες και συναυλίες σε αμμουδιές, με μπύρες και παγωμένο τζιν, μαύρισμα και μουσική. Υπάρχουν, αμέ. Όσο υπάρχει κι ο Άγιος Βασίλης.

Summertime and the living is easy. Λάθος σου τα’πανε Μπίλι, το καλοκαίρι η ζωή είναι ακόμα πιο ζόρικη.

Ο ήλιος έπεσε, το ίδιο κι οι αντιστάσεις μου. Άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί και έβαλα τη μουσική δυνατά. Άρχισα να χορεύω και να κουνάω το κεφάλι μου πάνω κάτω. Κούναγα τα πόδια μου άτσαλα, σκόνταψα και παραλίγο να πέσω. Τα γυαλιά μου έφυγαν από τη μύτη, τα πρόλαβα όμως. Ο ιδρώτας κυλούσε. Η καρδιά χτυπούσε. A girl can do what she wants to do and that’s what Im gonna do and I don’t give a damn about my bad reputation.

Ναι, αλλά.

Τι άλλα; Δεν έχει αλλά. Τι αλλά;

Ναι, αλλά, τι θέλει το κορίτσι;

Ξέρω.

So messed up I want you here. I my room, I want you here. Now we’re gonna be face to face. And I lay right down to my favourite place. Now I wanna be your dog.

WELL COME ON!

Θέλω την έξαψη.

Γιατί κάπου την έχασα.

 

Advertisements

Το μπαρ Το Ναυάγιο.


Προχθές αργά, στο μπαρ Το Ναυάγιο, βρέθηκα να τα πίνω μ’έναν Άγιο. Καθότανε στο διπλανό σκαμπό και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό.

Του είπα: -Παππούλη, τι ζητάς εδώ; Δεν είναι μέρος για έναν Άγιο αυτό.

Μου είπε: -Τέκνον, κάνεις μέγα λάθος. Εδώ ο φόβος των ανθρώπων και το πάθος.

Κοίταξε γύρω του στεγνούς και μεθυσμένους και είπε:

-Εγώ τους αγαπάω τους κολασμένους. Αν θες ν’αγιάσεις πρέπει ν’αμαρτήσεις. Ε, κι αν προλάβεις, ας μετανοήσεις.

Προχθές αργά, στο μπαρ Το Ναυάγιο, βρέθηκα να τα πίνω μ’έναν Άγιο. Καθότανε στο διπλανό σκαμπό. Στο τέλος πλήρωσε και τον λογαριασμό.

Υγρό 2010.


Το 2010 ήτο υγρό, πολύ υγρό. Και κύλισε αργά και εντόνως βασανιστικά.

Και τι εννοώ όταν λέω υγρό.

Άλφα) Υγρασία. Τι υγρασία ήταν αυτή ρε μάναμ’; Έβγαινες απ’το σπίτι με μάσκα και βατραχοπέδιλα. Τα μιράντα στην κουζίνα είχαν μουλιάσει. (Κάτι που δεν ήταν και τόσο κακό, μ’αρέσουν τα μουλιασμένα μιράντα) Η πόρτα η ξύλινη είχε φουσκώσει τόσο που δεν άνοιγε. Άκουγες τα κόκκαλά σου να τρίζουν και τη μούχλα στους τοίχους να κερδίζει έδαφος.

Βήτα) Και μετά έβρεξε. Και η βρόχε έπεφτε στρέι θρου. Αγγλία γίναμε. Η νιτσεράδα έκανε απόσβεση και στην τσάντα υπήρχε δεύτερο ζευγάρι κάλτσες καβάτζα -ελπίζω να μη μου μείνει κουσούρι αυτό.

Γάμα) τα. Τα κλάματα. Εκεί που λες εγώ θα ζήσω για πάντα, ποιος χάρος και πράσιν’ άλογα, γιατί είσαι νέος, δεν ξέρεις, τότε αυτός σου δίνει μια στο κεφάλι, εις τριπλούν κιόλας, για να το καταλάβεις καλά, λες και η μία δεν είναι αρκετή. Κι ο θρήνος μπορεί να γίνει βουβός, μα στεγνός όχι.

Δέλτα) Κι αφού έβρεξε και βρόντηξε και άστραψε, έβγαλε ουράνιο τόξο και η ομορφιά του ήταν τέτοια που πάλι δάκρυσες και χαμογέλασες.

Κι επειδή ο συμβολισμός εδώ μπορεί να μην είναι σαφής, κι εγώ δεν είμαι καμιά συγγραφέας ή ποιήτρια ή καλλιτέχνις να κάνω συμβολισμούς για να τους ερμηνεύσετε όπως θέλετε, θα γίνω πιο συγκεκριμένη.

Τη χειρότερη χρονιά της ζωής μου, ύστερα από όλες αυτές τις αναποδιές και τα χτυπήματα, σκέφτηκα πως η ζωή ίσως και να είναι ωραία τελικά. Χάρη σ’αυτόν.

Το λοιπόν, πολλή υγρασία. Αν βρέχει, έχει καλώς. Τουλάχιστον ακούμε τις σταγόνες στο ταβάνι και ξυπνάει ο ρομαντικός εαυτός μας. Αλλά καλύτερος είναι ο βοριάς, μένουν  στεγνά και τα μιράντα, γιατί όταν είναι μουλιασμένα τα τρώω μάτια μου κι αυτά παχαίνουν.

Χυλόπιτες.


Είμαστε άνθρωποι. Και ως τέτοιοι τρέφουμε αισθήματα για άλλους ανθρώπους, είτε διαρκείας, είτε προσωρινά, δυνατά ή χλιαρά, αρνητικά ή θετικά. Τίποτα περίεργο ως εδώ. Το αξιοπερίεργο είναι το εξής. Ένα μικρό μέρος, πολύ μικρό, από αυτά τα αισθήματα χαίρει ανταπόκρισης. Κοινώς, η χυλόπιτα είναι στάνταρ στο μενού ημερησίως. Με διάφορες παραλλαγές βεβαίως βεβαίως. Παραθέτω ορισμένες:

Πρώτα απ’όλα, η ερωτική χυλόπιτα. Γουστάρεις γκομενάκι κι αυτό στο παίζει βαρύ πεπόνι. Ασκείς γοητεία εσύ, τίποτα. Βάζεις πειθώ και στυλ, τίποτα. Δε σε γουστάρει το γκομενάκι, φιλαράκο, τι να κάνουμε. Παίζει να βαρέσεις και μια χαζογκομενίαση, αλλά τελικώς το παίρνεις απόφαση. Δε γουστάρει, πάμ’ παρακάτω.

Ακολούθως, η φιλική χυλόπιτα. Έχεις φιλαράκι και το εμπιστεύεσαι. Είναι φίλος σου με την ουσιαστική έννοια του όρου. Ώσπου μια μέρα σε παρατάει ξεκρέμαστο στη μέση του δρόμου να ψάχνεσαι. Ή σε πουλάει ο φίλος-λαδέμπορας για μια χούφτα δολλάρια. Ή έστω, ευρώ. Ή λίρες. Άντε να την ξεπεράσεις αυτή τη χυλόπιτα.

Έπειτα, η κρύα χυλόπιτα. Και να που έχεις βρει ένα άτομο και το θεωρείς πολύ κουλ ρε παιδί μου. Το θαυμάζεις σαν να λέμε. Αποζητάς την επιδοκιμασία του. Σε νοιάζει η γνώμη του. Και να που προσπαθείς να σε προσέξει, να που προσπαθείς να το μιμηθείς, να που προσπαθείς να αποδείξεις τον εαυτό σου, να που τρως τη χυλόπιτα, γιατί κατά πως φαίνεται οι προσπάθειες δεν πιάσανε τόπο.

Τέταρτη, η γονεϊκή χυλόπιτα. Ναι, ναι, καλά καταλάβατε. Είτε είσαι κόρη είτε είσαι γιος, η γονεϊκή χυλόπιτα είναι από τις χειρότερες και χωρίζεται σε γονεϊκή χυλόπιτα πρώτου βαθμού, όπου ο γονιός δεν εγκρίνει τις επιλογές σου αλλά σε υποστηρίζει, γονεϊκή χυλόπιτα δευτέρου βαθμού, όπου ο γονιός αμ δεν εγκρίνει τις επιλογές σου, αμ δε σε στηρίζει, η γονεϊκή χυλόπιτα τρίτου βαθμού, όπου ο γονιός σε διώχνει μακριά του, και η γονεϊκή χυλόπιτα τέταρτου βαθμού, όπου ασ’τα να πάν’ στο διάολο, ψάξε αλλού για γονείς.

Λαστ μπατ νοτ λιστ, η ιντερνετική χυλόπιτα. Τα’χουμε ξαναπεί. Facebook, Twitter, Tumblr, msn, yahoo messenger, skype, gtalk, buzz, meme, friendfeed και όλα αυτά τα site κοινωνικής δικτύωσης και μη. Γνωρίζεις κόσμο εκεί. Ακολουθείς, προσθέτεις, ζητάς άδειες, αιτήσεις και βρίσκεις ανθρώπους μ’ένα σωρό τρόπους. Και βρίσκεις και κάποιον που σε ενδιαφέρει. Για οποιοδήποτε λόγο. Και τους στέλνεις ένα request. Και τζουπ τρως ένα ignore μεγαλοπρεπέστατο και μένεις με το πουλί στο χέρι. Να αναρωτιέσαι. Μα γιατί;

Πολλές οι χυλόπιτες που τρώμε εμείς οι άνθρωποι. Τόσες που αναρωτιέμαι, γιατί συνεχίζουμε να κάνουμε παρέα με άλλους ανθρώπους αφού μας απορρίπτουν έτσι στην ψύχρα; Λίγοι και καλοί θα μου πεις. Αξίζει τον κόπο όμως;

Γαμώ την κοινωνία μου, θα πάω να κάτσω πάνω σ’ένα βουνό και θα σας βλέπω όλους από ψηλά. Θα βλέπω εσάς και τη μιζέρια σας αλλά δεν θα σας έχω ανάγκη. Γιατί είμαι ο Χουλκ.

Χαζογκομενίαση, παρτ θρι: Η Μεγάλη Αναμονή


Καιρός πάει από την τελευταία αναφορά στη μείζονος σημασίας κοινωνική τούτη μάστιγα. Πολλά τα νοσοκομεία, πού καιρός για έρωτες, ξεμυαλίσματα και ασύστολη χαζογκομενίαση. Αλλά ως σπουδαία παρατηρήτρια που είμαι, διέγνωσα άλλο ένα σημείο της συναισθηματικής αυτής πάθησης, την αναμονή.

Και που λες, βρήκες καινούριο αντικείμενο του πόθου και είστε στην αρχή ακόμα, τότε που τίποτα δεν είναι σίγουρο και ακριβώς προσδιορισμένο. Καληνυχτίζεστε με αγάπες, καρδούλες, ματάκια, ροζ συννεφάκια, τσαχπινιές, υποσχέσεις, χαριτωμενιές. Πας για ύπνο, τον ή την ονειρεύεσαι κιόλας. Όνειρα υγρά, όνειρα απατηλά, όνειρα θερινής νυκτός, όνειρα τρομακτικά.

Και να που ξημερώνει και ξυπνάς. Κοιτάς το κινητό, ούτε κλήση, ούτε μήνυμα. «Άχουτομωρέ δεν έχει ξυπνήσει ακόμα». Και περιμένεις. Και τότε ξεκινάει η Μεγάλη Αναμονή. Σηκώνεσαι, πλένεσαι, τσεκάρεις το κινητό, τίποτα. Πας στη δουλειά, πας για διάβασμα, πού να συγκεντρωθείς, το μυαλό στο κινητό, γιατί δεν έχει πάρει, πότε θα πάρει, πότε θα πάρει. Τα κάνεις μαντάρα στη δουλειά, δε βγάζεις νόημα από το βιβλίο που έχεις μπροστά σου, λες ας ανοίξω το πισί. Μπαίνεις facebook, μπαίνεις twitter, μπαίνεις msn, yahoo messenger, gtalk, skype, google buzz, meme, μέχρι και σε blip και mubi μπαίνεις, όλα ανοιχτά τα έχεις. Σου μιλάει όλος ο κόσμος, εκτός από αυτό το μοναδικό άτομο που προκάλεσε την πάθησή σου. Κι εσύ υποφέρεις.

Και τότε ξεκινάνε οι σκέψεις. «Με ξέχασε», «δεν ενδιαφέρεται», «μήπως έπαθε τίποτα;», «λες να έχασε τον αριθμό μου, να του κάηκε ο υπολογιστής και να του κλέψαν το κινητό;», «μήπως απήχθη από εξωγήινους;», «μήπως ξενέρωσε;», «μήπως γύρισε στην ή στον πρώην;», «μήπως το γύρισε σε γκέυ;», μήπως μήπως μήπως μήπως μήπως.

Και να που σκέψη με την σκέψη σε κυριεύει η παράνοια. Και να που κάνεις σχέδια για το πώς θα πας να συναντήσεις τον πόθο σου έξω από το σπίτι του, να του κάνεις καντάδα, να του φτιάξεις mix-tape, να τον κερδίσεις πίσω. Και η παράνοια, ακολουθείται από άγχος.

Και να που βράδιασε και η φίλη δε μπορεί να βγείτε γιατί έχει συνέντευξη για δουλειά. Και ο φίλος δε μπορεί να σου μιλήσει στο τηλέφωνο να του πεις τον πόνο σου, να σε συνεφέρει από τον παραλογισμό σου, γιατί είναι με το γκομενάκι. Και να που μένεις μόνος με τις σκέψεις σου. Και το μάτι γουρλώνει και οι σκέψεις πληθαίνουν και γίνονται όλο και πιο ακραίες.

Και, ναι, σε έχω ήδη ξεκοιλιάσει με πέντε διαφορετικούς τρόπους στο μυαλό μου.

Στείλε ένα μήνυμα κι εσύ!

Φεγγάρια και χαμόγελα.


Τα τελευταία μου ποστ ήταν φανταστικές ιστορίες, στις οποίες κάποιος σκότωνε κάποιον άλλο. Σ’αυτό το ποστ δεν θα σκοτώσω κανένα. Θα μιλήσω για το φεγγάρι. Και το κορίτσι που περπάταγε κοιτώντας ψηλά.

Ένα ανοιξιάτικο δειλινό σαν όλα τ’άλλα το κορίτσι περπάταγε τους δρόμους της γειτονιάς της, ανέμελα, χωρίς σκοπό. Έκανε βόλτα και χάζευε στον ουρανό το φεγγάρι, σχεδόν πανσέληνος, κυκλωμένο από ένα γκρίζο σύννεφο. Ο ήλιος δεν είχε δύσει ακόμα οπότε είχε αρκετό φως για να βλέπει πού πηγαίνει και ποιος υπάρχει γύρω. Εκείνη βέβαια κοιτούσε μόνο το φεγγάρι. Με το στόμα μισάνοιχτο, σαν αποχαυνωμένη από την καθαρότητα του ουρανού και το στρογγυλό του φεγγαριού.

Ώσπου είδε ένα παλικάρι να στέκεται σ’ένα πεζούλι στην άκρη του δρόμου. Κοίταζε μία αυτή, μία τον ουρανό. Εκείνη γέλασε, της φάνηκε αστείο που κάποιος κοίταξε ψηλά επειδή εκείνη κοίταζε ψηλά. Και τότε το παλικάρι μίλησε. «Ωραίο το φεγγάρι απόψε, ε;»

Ένας άγνωστος της μίλησε. Να απαντήσει; Να του μιλήσει; Κι αυτό που της μαθαίναν οι γονείς και οι παππούδες τόσα χρόνια; «Δε μιλάμε σε ξένους». Σκέψεις που άλλοτε θα την έφερναν σε δίλημμα, τώρα διαλυθήκαν μονομιάς.

Τον κοίταξε και χαμογέλασε πλατιά. «Ναι», είπε. Και συνέχισε τον δρόμο της κοιτάζοντας το φεγγάρι.

Αν κι εσείς δείτε καμιά κοπέλα ή κανένα παλικάρι να κοιτάζει τον ουρανό, κοιτάξτε κι εσείς. Κι αν σας δει, χαμογελάστε και πείτε γεια. Χαλεποί οι καιροί που ζούμε, ας μην γίνουμε κι άλλο εσωστρεφείς.

Χαζογκομενίαση παρτ του. (part two)


Τα τελευταία δείγματα της έρευνας μου σχετικά με την κοινωνική αυτή μάστιγα, το φλέγον κοινωνικό ζήτημα, το κοινωνικό φαινόμενο μείζονος σημασίας, την χαζογκομενίαση, με ώθησαν στην εξής παρατήρηση: οι κοινοί μέχρι τώρα, ανέμπνευστοι, συνηθισμένοι διάλογοι χαζογκομενίστικου περιεχομένου εμπλουτίζονται με νέες ιδέες, χαλαρή διάθεση, φρέσκο αίμα.

Παράδειγμα:

[σημ.: τα πρόσωπα είναι φανταστικά, οποιαδήποτε ομοιότητα με υπαρκτό πρόσωπο είναι καθαρή σύμπτωση]

Το σύνηθες, το κοινό:

– Αντρέας: Σματς

– Σούλα: Σμουτς

Το σπέσιαλ, το ευφάνταστο:

– Αντρέας: Ζμιτς

– Σούλα: Σμουρτ

Ω, η γλυκύς χαζογκομενίασις ευφραίνει καρδίαν και χαζεύει νούν.

Τυχαίες σκέψεις για τη φιλία και το παιδάκι που δεν ήξερε γι’αυτή.


Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα παιδάκι που δεν ήξερε τι πά’ να πει φιλία. Έκανε παρέα με άλλα παιδάκια, αλλά περιστασιακά και με κάποιο αντάλλαγμα. Τα σκασμένα όλο και κάτι του ζήταγαν για να το κάνουν παρέα. Το στυλό, τη γόμα, το αυτοκόλλητο, το κολατσιό. Στην αρχή το παιδάκι δεν έδινε σημασία, δεν το ενοχλούσε αυτό γιατί έκανε παρέα με τα άλλα παιδάκια και νόμιζε ότι είχε βρει φίλους επιτέλους. Με τον καιρό όμως κατάλαβε ότι αυτά τα παιδάκια δεν ήταν φίλοι του. Απλώς εκμεταλλεύονταν την καλή του προαίρεση. Κι έτσι αποφάσισε να μη μοιράζεται πια τα πράγματά του. Όταν τα άλλα παιδάκια κατάλαβαν τους σκοπούς του, σταμάτησαν να το κάνουν και παρέα. «Πα μαλ», σκέφτηκε το παιδάκι, «τι να τους κάνω τέτοιους φίλους, πφφφφ». Και έφυγε για να πάει γυμνάσιο.

Και στο γυμνάσιο το παιδάκι γνώρισε άλλα παιδάκια. Έκανε φίλους, κανονικούς αυτή τη φορά, που δε ζητούσαν κάποιο αντάλλαγμα, αλλά πάλι δεν ήταν ικανοποιημένο. Γιατί αυτοί οι φίλοι του δεν το καταλάβαιναν. Μίλαγε αυτό και εκείνα κουνούσαν το κεφάλι και μετά κοίταζαν αλλού. Αποφάσισε λοιπόν το παιδάκι να αναζητήσει αυτό που θα κάλυπτε το κενό της έλλειψης φίλων που να το καταλαβαίνουν. Χωρίς βέβαια να σταματήσει να είναι φίλος με τα παιδάκια του γυμνασίου. Στράφηκε λοιπόν, μόνο του, στη μ0υσική, το σινεμά και τα βιβλία. Και άρχισε να καλλιεργεί το μυαλό του και να γίνεται έξυπνο. Αποκτούσε γνώσεις που τα συνομήλικα παιδάκια δεν είχαν και απόψεις για θέματα που αυτά ούτε καν καταλάβαιναν. Οι φίλοι του συνέχισαν να είναι φίλοι του και συνέχισαν να μην το καταλαβαίνουν. Ήταν μόνο του παρέα με λίγους ανθρώπους ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους. Αλλά ακόμα του έλειπαν οι φίλοι που θα ήταν κανονικοί φίλοι και θα το καταλάβαιναν κιόλας. Γι’αυτό το παιδάκι πήγε στο Πανεπιστήμιο.

Εκεί πέρα το παιδάκι γνώρισε πάρα πολλά παιδάκια. Τόσα πολλά που έχασε το μέτρημα και τ’αβγά και τα πασχάλια και τον μπούσουλα. Αλλά πάλι δε μπόρεσε να βρει τον φίλο που τόσο αναζητούσε. Άλλωστε η αναζήτηση αυτή είναι σαν να ψάχνεις ψύλλο στ’ άχυρα. Πόσο μάλλον όταν δεν είναι λίγα αχυράκια αλλά ολόκληρη θημωνιά. Έτσι λοιπόν, το παιδάκι συνέχισε τη μοναχική του πορεία, έχοντας όμως πάντα δίπλα του αυτά τα παιδάκια που δεν το καταλάβαιναν αλλά ήταν ακόμα φίλοι του και πάντα δίπλα του. Γνώρισε και μερικά ακόμα τέτοια παιδάκια και τώρα έχει αρκετούς τέτοιους φίλους, που είναι κανονικοί φίλοι αλλά δεν το καταλαβαίνουν και όταν μιλάει το κοιτάζουν σαν εξωγήινο. Συνήθως το παιδάκι δεν το πειράζει που δεν το καταλαβαίνουν. Αλλά καμιά φορά, καμιά φορά λέω, το παιδάκι της ιστορίας μας έχει ανάγκη από κάποιο άλλο παιδάκι που θα το καταλάβει. Γιατί οι φίλοι που καταλαβαίνουν όχι μόνο για τι πράγμα μιλάς αλλά και γιατί το λες έτσι αυτό που λες και πώς προέκυψε καν να έχεις τέτοιες σκέψεις στο μυαλό σου είναι πιο σημαντικοί απ’τους απλούς. Είναι σπέσιαλ. Είναι με διπλή πίτα και απ’όλα. Είναι οικογειακό μέγεθος με μανιτάρια και πιπεριά και μπέικον.

Αλλά οι απλοί φίλοι, αυτοί που ποτέ δεν κατάλαβαν το παιδάκι, έχουν άλλη αξία. Το παιδάκι δεν το ξεχνάει αυτό. Γι’αυτό και συνεχίζει την αναζήτηση χωρίς να υποτιμά τα άλλα παιδάκια που είναι δίπλα του κι ας μην το καταλαβαίνουν.

Αν σας άρεσε αυτή η ιστορία και θέλετε να τη γυρίσετε ταινία στην Ελλάδα, παρακαλώ να τη σκηνοθετήσει ο Ρένος Χαραλαμπίδης, να είναι λόου μπάτζετ και να έχει σάουντρακ ροκ και μπλουζ ήχους. Μερσί εκ των προτέρων.

Χαζογκομενίαση.


χαζογκομενίαση (η) {-ης κ.-άσεως | -άσεις, -άσεων}  η τακτική νέων και μεγαλύτερων γυναικών κατά κύριο λόγο αλλά και αντρών να συμπεριφέρονται ως χαζογκόμενες. Σύνηθες χαρακτηριστικό η χαζοχαρουμενίαση, καθώς επίσης και οι απότομες συναισθηματικές εναλλαγές μεταξύ ευδιαθεσίας και μελαγχολίας αναλογικά με την αλληλεπίδραση με το πρόσωπο του εκάστοτε ενδιαφέροντος. Ενίοτε μπορεί να συνοδεύεται από τάσεις φυγής από την παρέα και αράγματος αποκλειστικά με το πρόσωπο του προαναφερθέντος ενδιαφέροντος. Κάποιος που χαρακτηρίζεται από χαζοχαρουμενίαση δεν είναι υποχρεωτικά και χαζογκόμενα. Είναι περαστική και δεν αφήνει κουσούρια. Μπορεί όμως να προκαλέσει σπάσιμο νεύρων στους περιβάλλοντες ανθρώπους του πάσχοντος. Επιπλέον παρουσιάζει σημαντικό κίνδυνο ρεζιλέματος και επίδειξης γελοιότητας. -Και που λες φταρνίζεται πάνω απ’το φαί και μετά σκαλίζει τη μύτη του -Αχ το γλυκούλι (χαρακτηριστική αντίδραση σε φάση χαζογκομενίασης για τον γλοιώδη τύπο) -Δεν έχει σταματήσει να μιλάει γι’αυτήν από τότε που τα έφτιαξαν -Χαζογκομενίαση έπαθε ο τυπος.

[ΕΤΥΜ. <γεν. ουσ. χαζογκόμενα, -ες>]

Και για να μην ξεφεύγω από το ύφος αυτού εδώ του ιστολογίου, η χαζογκομενίαση επεκτείνεται και κινηματογραφικά. Από τη μία έχουμε τον πάσχοντα από χαζογκομενίαση που δέχεται αδιαμαρτύρητα να δει όποια ταινία και αν προτείνει το αντικείμενο της χαζογκομενίασης του, ακόμα κι αν υπό κανονικές συνθήκες δεν θα την έβλεπε ούτε με σφαίρες. Από την άλλη έχουμε τις γνωστές χαζογκομενίστικες ταινίες. Οι ξένοι τις αποκαλούν «chic flicks», διότι υποτίθεται απευθύνονται κυρίως στο γυναικείο κοινό. Άλλο αν υπάρχουν και άντρες οι οποίοι να κάνουν για καινούρια ταινία με Gerard Butler ή Ewan McGregor ή έστω Jonathan Rhys Mayers.

Αγαπητοί αναγνώστες αν διαβάζοντας αυτό το κείμενο βρήκατε κοινά σημεία με την δική σας κατάσταση, μην ανησυχήσετε. Η χαζογκομενίαση θα φύγει με τον καιρό. Υπομονή κάντε και λίγο κράτει για να περιορίσετε στο μέγιστο τη γελοιοποίηση του εαυτού σας.

χαζογκομενίαση

Ιστολογικός σουρρεαλισμός.


Επίκουρη Καθηγήτρια Υ. εν μέσω θεωρητικού τμήματος εργαστηριακής άσκησης Ιστολογίας – Εμβρυολογίας ΙΙ :

«Κύρος Γρανάζης! Τονκ! Ιδέα!» (παράλληλα τεντώνει το δεξί χέρι στον αέρα)

Σουρρεαλιστικές καταστάσεις.

« Previous entries