Archive for Συνεργασίες

Η ψυχή σου μου ανήκει.


[Συγγραφή: StavroZ του My Two Cents και εγώ η ίδια βεβαίως βεβαίως. ]

Χτυπάει το τηλέφωνο. Η εισαγωγή του Noone Knows αντηχεί στο δωμάτιο. Εκείνη τινάζεται και ζαβλακωμένη ακόμα από τον ύπνο το σηκώνει μ’ένα αγουροξυπνημένο «ναι». Δεν έχει ξημερώσει καλά καλά και η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής ανακοινώνει τα νέα. Πέθανε.

Πάει κι αυτός. Άλλος ένας. Ο πέμπτος σε διάστημα δύο μηνών. Κλείνει το τηλέφωνο και ξαναξαπλώνει. Βουβά δάκρυα γεμίζουν τα μάτια της και μουσκεύουν το μαξιλάρι. Η ησυχία εκκωφαντική. Και κάθεται έτσι για ώρες.

Ο ήλιος πια μεσουρανεί και φωτίζει το δωμάτιο από τις χαραμάδες των μπατζουριών. Εκείνη έχει πια σηκωθεί και ντυθεί. Κοιτάζει έξω από το παράθυρό της, χωρίς να τολμήσει να το ανοίξει φυσικά. Δε βλέπει κανέναν, αλλά πρέπει να είναι έξτρα προσεκτική, κρυψώνες υπάρχουν πολλές και οι σκιές είναι κοντές. Το έχει αποφασίσει, θα βγει έξω. Ύστερα όμως από έξι βδομάδες απομόνωσης και αποκλεισμού από την ανθρωπότητα δεν είναι εύκολο. Ζώνεται με θάρρος, κουράγιο, μαχαίρια και αλυσίδες και ανοίγει την εξώπορτα. Παίρνει βαθιά ανάσα και εισπνέει τον φρέσκο αέρα. Βγαίνει.

Το φως του ήλιου τόσο έντονο που την αναγκάζει να μορφάσει πίσω απ’ τα μαύρα της γυαλιά. Ο καθαρός αέρας τής γεμίζει το στήθος, δίνοντάς της στήριγμα για να συνεχίσει να στέκεται στα πόδια της. Είναι κάπως βαριά ντυμένη για τέτοια μέρα κι αυτό την αγχώνει περισσότερο μα αυτά που κρύβουν τα ρούχα από κάτω τους είναι οι μόνοι σύντροφοί της σ’ αυτήν τη διαδρομή.

Πρέπει να βιαστώ σιγοψιθυρίζει. Πρέπει να το κάνω και κανείς και τίποτα δεν πρόκειται να με σταματήσει!

Η κίνηση στο δρόμο εφιαλτική. Προχωρά με γρήγορο σταθερό βήμα κοιτάζοντας ίσαμε δυο βήματα μπρος. Περνά ανάμεσα απ’ τους περαστικούς σπρώχνοντάς τους σχεδόν. Τα φανάρια μοιάζουν να κρατούν το κόκκινο για μια αιωνιότητα αλλά αδιαφορεί, τα προσπερνά, κι αυτή η κωλόγρια μπροστά της κάνει ό,τι μπορεί για να την καθυστερήσει. Λες και βάλθηκε να τα χαλάσει όλα. Λες και νομίζει πως είναι ικανή να αλλάξει τη γαμημένη τη μοίρα.

Καταπιέζει την επιθυμία να κόψει το λαιμό της γριάς και να την πετάξει στην άκρη για να κάνει χώρο μπροστά της και συνεχίζει την πορεία της. Κοιτάει με καχυποψία κάθε περαστικό, ο καθένας τους μπορεί να είναι ένας από αυτούς. Κοιτάζει λοξά τα μάτια τους, προσπαθώντας να καταλάβει. Αν είναι λευκά τότε δεν έχει πρόβλημα. Αν όμως κάποιος από αυτούς έχει ωχρό ασπράδι τότε θα πρέπει να τρέξει. Βλέπετε, την αναγνωρίζουν αμέσως μόλις πλησιάσουν σε απόσταση ενός μέτρου από αυτή. Πρέπει να είναι προσεκτική αν θέλει να ζήσει. Και θέλει να ζήσει. Γιατί έχει μια δουλειά να τελειώσει. Μία πολύ σοβαρή δουλειά.

Ο ιδρώτας τρέχει στην πλάτη της σταγόνες. Επιτέλους έφτασε στον προορισμό της. Στέκεται. Αφήνει κάτω τα πράγματα και παίρνει μιαν ανάσα. Και τότε ακούει έναν δυνατό κρότο πίσω της.

Η βαριά σιδερένια πόρτα της εγκαταλελειμμένης αποθήκης έκλεισε. Το φως στο χώρο λιγόστεψε μαζί με τις δυνάμεις της, κάνοντας τα πόδια της να τρέμουν. «Που είσαι;», φώναξε στον άντρα τη φωνή του όποιου είχε ακούσει λίγες ώρες πριν στο τηλέφωνο. Είναι σίγουρα αυτός σκέφτηκε, μόνο αυτός γνώριζε ότι θα έπρεπε να βρίσκεται σ’ αυτό το ραντεβού. Τους υπόλοιπους πέντε της συντροφιάς τους είχαν σκοτώσει ήδη οι σιχαμένοι οι κιτρινομάτηδες.

Σκύβει αργά αργά και σηκώνει τα δύο μεγάλα μαχαίρια της. Γυρίζει κρατώντας τα σφιχτά αλλά δε βλέπει κανέναν πίσω της. «Είσαι εκεί;» Ξάφνου αντιλαμβάνεται κάποιες γρήγορες κινήσεις, σκιές που τρέχουν να κρυφτούν στα σκονισμένα βαρέλια που υπήρχαν διάσπαρτα στο χώρο. Ο φόβος είχε κυριεύσει την ψυχή της και το κορμί ήταν έτοιμο να ακολουθήσει τις προσταγές του. «Εδώ είμαι», ακούστηκε στο βάθος η φωνή του. «Μείνε εκεί σε παρακαλώ και μην κάνεις καμιά βλακεία. Με κρατούν αυτοί.»

Πάγωσε ολόκληρη. Εφτά άτομα σε ολόκληρο τον κόσμο είχαν την ικανότητα να αναγνωρίζουν αυτά τα τρία τέρατα που κρατούσαν τον σύντροφό της αιχμάλωτο. Εφτά άτομα μόνο μπορούσαν να τους σκοτώσουν κι έμεινε πια σ’ αυτήν η υποχρέωση να σώσει τον κόσμο.

Μόνη της απέναντι σε τρία τέρατα της φύσης. Δεν τα είχε δει ποτέ ξανά από κοντά, αλλά είχε ακούσει γι’αυτά. Κάποιοι λέγαν ότι πρόκειται για τους γιους του διαβόλου. Άλλοι μίλαγαν για έναν τρελό επιστήμονα στις αρχές του αιώνα, ο οποίος προσπαθούσε να φτιάξει ανθρώπους από διάφορα ζώα. Έπαιρνε σκύλους, αρκούδες, αγελάδες, πιθήκους, λιοντάρια, και ένα σωρό άλλα κτήνη, και τα βασάνιζε για μήνες παλεύοντας μάταια να τους δώσει ανθρώπινη μορφή και συμπεριφορά. Αποτέλεσμα των πειραμάτων του, αυτά τα δαιμόνια. Τι πραγματικά είναι κανείς δεν ξέρει. Δεν την ενδιαφέρει αυτό έτσι κι αλλιώς. Όσο προχωράει στην αποθήκη τα πνευμόνια της γεμίζουν με μια περίεργη μυρωδιά μέντας. Τη σιχαινόταν αυτή τη μυρωδιά. Ήξερε από μικρή ότι αυτά χρησιμοποιούν άρωμα μέντας για να καλύψουν την πραγματική οσμή τους. Σαπίλας, αποσύνθεσης, μούχλας, μυρωδιά από έναν άλλο κόσμο, κατώτερο του δικού μας.

Και τότε τα είδε. Ψηλά όσο τρία μέτρα, γυμνά από ρούχα και τρίχωμα, σκέτη σάρκα να κολλάει πάνω σε ογκώδη οστά. Στο σημείο που στέκονταν είχε σχηματιστεί μία καφέ βρωμερή λιμνούλα, προφανώς από τα υγρά που απέβαλαν συνεχώς από κάθε πόρο του κορμιού τους. Αμέσως πάγωσε. Έμεινε να τα κοιτάει έκθαμβη. Παρατήρησε ότι το κάθε ένα από αυτά συμπλήρωνε το άλλο. Σαν τα κομμάτια ενός τερατόμορφου παζλ. Μόνο που έλειπε ένα από τα κομμάτια.

«Τι λείπει;», αναρωτήθηκε. «Και τι θα γίνει αν ενωθούν και τα τέσσερα μαζί;»

Μέσα σ’ αυτήν την αποπνικτική ατμόσφαιρα ή μόνη ευχάριστη μυρωδιά ήταν αυτή που ανέδυε το ιδρωμένο κορμί της. Θύμιζε τουλάχιστον κάτι ανθρώπινο, κάτι από τον ίδιο της τον εαυτό. Μέσα από μια θύελλα σκέψεων θυμήθηκε ξαφνικά ότι σήμερα ήταν τα γενέθλιά της. Έκλεινε τα 44 της χρόνια. Γεννήθηκε μια ζεστή ημέρα σαν και αυτήν, στις 6 Ιουνίου του 1966.

Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι το στοιχείο που τη συνέδεσε σε αυτό εφιαλτικό ταξίδι με τους υπόλοιπους έξι, ήταν η ηλικία τους. Και οι 7 είχαν γεννηθεί ακριβώς την ίδια στιγμή, πριν από 44 χρόνια. Στις 6/6/1966, η ώρα 6:06:06 το απόγευμα! Και οι εφτά είχαν παραλάβει το ίδιο σημείωμα πριν από 6 μήνες που έγραφε Η ψυχή σου μου ανήκει.

Όλα άρχισαν να αποκτούν κάποιο νόημα πια. Οι τρεις άνθρωποι με τα κίτρινα μάτια που τους κυνηγούσαν εδώ και έξι μήνες, δεν ήταν άλλοι από αυτά τα τέρατα που έβλεπε αυτή τη στιγμή μπροστά της. Η ανθρώπινη μορφή ήταν η κάλυψή τους για να περιφέρονται στον έξω κόσμο, μέχρι να μαζέψουν και τους 7 για να πάρουν από αυτούς την ψυχή που τους ανήκε.

Δεν ήξερε με ποιον τρόπο, αλλά ήξερε ότι έπρεπε πάση θυσία να σταματήσει αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Τη δική της ψυχή δεν θα την έπαιρναν ποτέ και ίσως αν ήταν τυχερή, ούτε και του μόνου συντρόφου που της είχε απομείνει. Ήξερε ότι θα έπρεπε με κάθε τρόπο να εξολοθρεύσει αυτά τα κτήνη, πριν πάρουν αυτό που ζητούσαν τόσο καιρό και πριν ενωθούν για να δημιουργήσουν το τέταρτο κομμάτι του παζλ. Το τέταρτο κομμάτι που δεν έπρεπε να γνωρίσει ποτέ αυτός ο κόσμος.

Κοιτάζει το ρόλοι της. Η ώρα είναι ήδη 5:43 λεπτά. Έχει μόνο λίγο χρόνο στη διάθεσή της έως ότου τελειώσει οριστικά αυτό που έπρεπε να κάνει. Ότι είναι να γίνει θα πρέπει να γίνει πριν από τις 6 η ώρα, 6 λεπτά και 6 δευτερόλεπτα.

Στο μυαλό της όμως επικρατούσε το απόλυτο κενό. Δε μπορούσε να σκεφτεί τίποτα, ούτε καν το όνομά της. Ο φόβος είχε κατακλύσει όχι μόνο το κορμί της αλλά και το νου της. Αντίθετα με αυτή, τα τρία τέρατα ήταν σε εγρήγορση και οσμίζονταν τον τρόμο της. Χωρίς χασομέρι, όρμηξε το πρώτο από αυτά κατά πάνω της. Δεν είχε υπολογίσει όμως τα αντανακλαστικά της. Αυτή αποφεύγει με ευκολία το γλοιώδες αυτό κτήνος και του πετυχαίνει μαχαιριά στην πλάτη. Το τέρας ξεφυσάει αλλά δε δείχνει πόνο. Μόνο ενόχληση. Εκείνη το μαχαιρώνει μερικές φορές ακόμα, αλλά αυτό είναι σκληρόπετσο,δε νιώθει πόνο.

«Στο πόδι!», φωνάζει δυνατά ο σύντροφός της εγκλωβισμένος στα δεσμά του. Κακώς. Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις που είπε. Λίγη προσπάθεια κατέλαβε το τέρας που τον φύλαγε για να του σπάσει τον λαιμό. Πάει και ο έκτος. Η ώρα είναι 6 ακριβώς.

Στο πόδι. Στο πόδι. Στο πόδι. Στο πόδι. Στο πόδι. Οι λέξεις αυτές αντηχούσαν στο μυαλό της ασταμάτητα. Στο πόδι. Μα τι εννοούσε; Όταν την ξαναπλησίασε το τέρας σήκωσε το μαχαίρι ψηλά και με όση δύναμη της είχε απομείνει το κάρφωσε στο πόδι του. Αυτό στρίγγλισε σαν μικρό κοριτσάκι κι εκείνη γονάτισε κλείνοντας τα αυτιά της. Είχε καταλάβει όμως πια. Δεν χρειάστηκε πάνω από τρία λεπτά μέχρι να εξουδετερώσει και τα τρία αυτά κτήνη.

Επιτέλους σιωπή. Η ώρα είχε πάει έξι και μισή. Εκείνη βουτηγμένη ολόκληρη στα καφετιά υγρά και το κολλώδες αίμα των αηδιαστικών πλασμάτων που μόλις είχε κατακρεουργήσει. Η βρώμα της έφερνε δύσπνοια. Με δυσκολία σηκώθηκε και έβγαλε ένα μπουκάλι με νερό. Ξέπλυνε το πρόσωπό της και άνοιξε τις πόρτες της αποθήκης. Στάθηκε και εισέπνευσε τον φρέσκο αέρα. Βγήκε.

Advertisements