Archive for Πραγματικότητα

22


Είκοσι δύο.

Άργησα λίγο, μα δεν γινόταν να μην γράψω κάτι με αφορμή τα γενέθλια. Τρίτος χρόνος, πάω για καθιέρωση.

Πέρασε μια βδομάδα, ήμουν έξω βλέπεις. Πολύ έξω. Έξω από τη χώρα. Έξω από την ήπειρο. Έξω από αυτό το κομμάτι γης. Πέρασα τον Ατλαντικό.

Μαλάκα μου, πήγα Αμερική.

Και δεν ήθελα να φύγω. Και θέλω να ξαναπάω.

Είκοσι δύο το λοιπόν. Να μία καλή ηλικία να σε χτυπήσουν τα υπαρξιακά σου στη μούρη. Είκοσι δύο.

1. Εγώ πότε θα πάρω πτυχίο;

2. Το θέλω με βαθμό ή δε με νοιάζει;

3. Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω;

4. Πού θα κάνω ειδικότητα;

5. Ευρώπη ή Αμερική; Ή μήπως Καναδά; Η Αυστραλία πέφτει μακριά.

6. Παθολογία ή χειρουργική;

7. Πότε θα παντρευτώ;

8. Άραγε θα παντρευτώ;

9. Εγώ πότε θα γίνω μάνα;

10. Θα γίνω καλός γονιός;

11. Πότε θ’αρχίσω δίαιτα;

12. Και γυμναστήριο;

13. Πότε επιτέλους θα μάθω να περπατάω με τακούνια;

14. Πώς βάζουν λακ;

15. Προφυλακτικά ή αντισυλληπτικά;

16. Κιθαρίστας ή ντράμερ;

17. Ποιο είναι το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σε ένα κρουασάν;

18. Πώς ζει κάποιος έτσι, εδώ, τώρα;

19. Πώς ζει κανείς μόνος του;

20. Πώς είναι να είναι κανείς ενήλικος; Κανονικά εννοώ, όχι μόνο ηλικιακά.

21. Πώς κρατάς τους φίλους σου φίλους σου;

22. Γιατί έτσι;

Χέσε ψηλά κι αγνάντευε.

Ο Πωλ το έθεσε πιο κομψά. Λετ ιτ μπη.

Advertisements

Black Jack


Blackjack, σαναλέμε εικοσιμία. Τραβάς φύλλα μέχρι να φέρεις άθροισμα εικοσιένα ή τέλος πάντων μέχρι να νικήσεις τη Μάνα. Τον κρουπιέρη που λένε και στα καζίνα. Μπούρδες. Η τριανταμία είναι καλύτερη, και έχει και το φύλλο άσσο-τέσσερα που κερδίζει τα πάντα. Εκτός από το τριάντα ένα φυσικά.

Εικοσιμία, σαναλέμε είκοσι ενός. Είκοσι ενός χρονών πρέπει να είσαι τουλάχιστον για να παίξεις σε καζίνο. Στην Αμερική πίνεις και μπύρα άμα θες.

Κι έτσι όπως κάθεσαι ακουμπώντας το ένα χέρι στην τσόχα και κρατώντας στο άλλο χέρι το τζιντόνικ, μετράς τα χαρτιά κι υπολογίζεις, έφτασες τα εικοσιένα, στοπ τώρα. Και σε κοιτάζει η Μάνα και σε ρωτάει τι θες να κάνεις μετά. Πώς θα συνεχίσεις; Θα πάρεις το ποτηράκι σου και θα πας αλλού ή θα συνεχίσεις να τζογάρεις; Μετρώντας να φτάσεις τα εικοσιδύο και μετά τα εικοσιτρία και μετά τα εικοσιτέσσερα και μετά τα εικοσιπέντε και μετά τα…

Και διαλέγεις να συνεχίσεις φυσικά γιατί έτσι παν’αυτά. Ως τα εικοσιένα σου κάθεται καλά το φύλλο και αράζεις. Ωραία είμαστε εδώ, ας συνεχίσουμε.

Σλουρρρρ, τραβάς γουλιά από τον τζιντόνικ σου. Χιτ μι. Οχτώ, δεκαοχτώ, είκοσι, ρίξε κι άλλο, το’χω, ντάμα, φτου γκαντεμιά, τριάντα, κάηκες.

Δεν πα’ να ρίξεις καμιά ματιά στο πόκερ καλύτερα;

Εγώ πάντως προτιμώ την πρέφα. Ξεκινώ με κάσα τριάντα και κατεβάζω. Κι άμα μου κάτσει καλή καραμπίνα το φωνάζω εννιά άχρωμα και μαζεύω καπίκια να φαν’ κι οι κότες.

Αυτό μάλιστα. Άμα χάσεις κερνάς λουκουμάκι και πάμ’ απ’την αρχή. Άμα κερδίσεις είσαι ο άρχοντας της πρέφας και παμ’ απ’την αρχή. Δίκαια πράγματα. Πονταρίσματα κι αηδίες. Κι άμα δε σου κάτσει καλό το φύλλο «Ιχ. Ανατριχιαστικό! Πάσο». Και σε πληρώνουν κιόλας.

Με πιάνεις;

Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ’ένα κρουασάν είναι να το αλείψεις με μερέντα και να το φας.

Του χρόνου θα δοκιμάσω το τάβλι.

Εχθές τσακώθηκα με τα γράμματα.


39′ 1201915  187125171  31712124  12151315  125  1179812152018.  9182418  12017915  131  191  1411312171520125  125  191  317112121191.  51116624  162418  1319,  121520  591319  51419175199101  12151115  131  31712124  222417918  120171.  52224  1019  514519118199107,  1216151759  15  51451911819718  131  12713  101191111259  19η  211720197191  191520  101231  121520  125  191  317112121191  1019  131  125  10152359.  101199  1951915915  81  71913  16151120  1491015.  511169624  131  191  1411312171520125  1820131915121  125  191  317112121191.

20


Είκοσι χρονών. Εντός ολίγων ωρών.

Πότε πέρασαν είκοσι χρόνια ζωής;

Σαν χθες θυμάμαι τότε στο νηπιαγωγείο που με πήγαινε η μητέρα μου κι ερχόταν το μεσημέρι να με πάρει ο παππούς. Και με κράταγε από το χέρι και περνάγαμε τον δρόμο τρέχοντας, ναι, τρέχοντας.

Κι ύστερα, στο δημοτικό, όταν ήμουν παρίας και όλοι με κοροίδευαν και κάθε πρωί έκλαιγα και έκανα τη ζωή της μάνας μου δύσκολη. Με τα χίλια ζόρια με έμπαζε στην τάξη.

Στο γυμνάσιο η πρώτη μου μεγάλη αλλαγή. Η πρώτη μου επιστροφή με το λεωφορείο ολομόναχη. Ακόμα θυμάμαι το άγχος και τη νύστα που είχα. Έπαιρνα τηλέφωνο συνέχεια τον αδερφό μου να βεβαιωθώ ότι πάω καλά.

Λύκειο και τα μυαλά στα μπλέντερ. Διάβασμα, σχολικό και εξωσχολικό. Η αναζήτηση της μόρφωσης, η επιδίωξη μίας συνειδητής διαφορετικότητας, η εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο.

Και κάπως έτσι ξεκίνησε μία σειρά λαθών και κακών αποφάσεων που πληρώνω.

Τον τελευταίο χρόνο έζησα εμπειρίες τραυματικά μοναδικές και μοναδικά τραυματικές. Το ένα χτύπημα μετά το άλλο. Και δεν έζησα πράγματα που αναμένεται να ζήσει κανείς στην ηλικία των 19. Ίσως τα ζήσω καθυστερημένα. Ίσως και ποτέ.

Μα σε λίγο κλείνω τα είκοσι. Μπαίνω στην τρίτη δεκαετία της ζωής μου, κορίτσι για παντρειά δηλαδή. Η γιαγιά έχει ετοιμάσει ήδη τα προικιά και αναμένει γαμπρό.

Μα πότε σταμάτησα να χαίρομαι για τα γενέθλιά μου; Νομίζω όταν σταμάτησαν να με ενδιαφέρουν τα δώρα. Δεν τα βλέπω πια ως ευκαιρία να μου πάρουν την καινούρια Barbie ή το κουκλόσπιτό της. Δεν τα βλέπω ούτε ως ευκαιρία να πιω και να διασκεδάσω. Το προσπάθησα τραυματικά -κι αυτό- ανεπιτυχώς.

Για τα γενέθλιά μου, λοιπόν, δεν θέλω τίποτα.

Δεν θέλω τίποτα σπουδαίο.

Δεν θέλω τίποτα σπουδαίο τελικά.

Μόνο εσένα και τραγούδια ηλεκτρικά.

Θέλω μονάχα εσένα δίπλα μου, μου ξεστραβώνεις το μυαλό μου και την τύφλα μου.

Που είπαν και οι Magic DeSpell.

Ναι, εσένα.

Εσένα ντε.

Ναι.

2010, The playlist.


Είναι ακόμα Σεπτέμβριος, το ξέρω, αλλά νιώθω την ανάγκη να κάνω άλλον έναν απολογισμό. Αυτόν του 2010. Μπορεί να έχουμε ακόμα δυόμιση μήνες μέχρι να τελειώσει, αλλά θεωρώ και ελπίζω ότι ένας κύκλος οδεύει στο τέλος του αυτές τις μέρες. Ο κύκλος αυτός ξεκίνησε γύρω στον Φλεβάρη και καθώς προχωρούσε έφερνε μαζί του ένα σωρό δυσάρεστες καταστάσεις, τη μία αποτυχία μετά την άλλη, το ένα τραύμα μετά το άλλο, τον ένα θάνατο μετά τον άλλον. Τελευταία τα πράγματα δείχνουν λίγο καλύτερα. Τα σύννεφα έχουν αρχίσει να διαλύονται και σαν να αχνοφαίνονται και μερικά αστέρια στο βάθος. Δε λέω μεγάλα λόγια, μην το γρουσουζέψω.

Στις δύσκολες ώρες του 2010 πιστός σύντροφός μου στάθηκε η μουσική. Στιγμές που λαχταρούσα μια αγκαλιά αλλά δεν υπήρχε άνθρωπος να μου τη δώσει, είχα το ipod στο χέρι και μια φωνή να τραγουδάει σπαραχτικά στα αυτιά μου. Κι έτσι αποκοιμιόμουν και ξέχναγα για λίγο την απελπισία μου.

Αποφάσισα λοιπόν να φτιάξω μια λίστα με δέκα από αυτά τα τραγούδια χάρη στα οποία κατάφερα να την παλέψω αυτή τη σάπια χρονιά.

Με τυχαία σειρά:

1) Over the hill – Monika

2) Howl – Black Rebel Motorcycle Club

3) Sweet come down – Black Ryder

4) Hurt – Johnny Cash

5) This mess we’re in – PJ harvey & Thom York

6) Lies – The Black Keys

7) Mother of Earth – The Gun Club (εδώ να ευχαριστήσω τούτον εδώ τον τυπάκο που το μπλίπαρε και το άκουσα και το ερωτεύτηκα)

8) Sour times – Portishead

9) The kids are on High Street – Madrugada

10) The End – The Doors

Και last-but-not-least bonus:

+1) Somersault – I got you on tape (αυτό μου το έβαλε να το ακούσω ένας φίλος πριν δύο μέρες. Το ερωτεύτηκα αμέσως. Τον ευχαριστώ που μου στέλνει τόσο όμορφα τραγούδια.)

Μεγάλες αλλαγές έρχονται και μεγάλα ζόρια. Μα όσο έχω μουσικές δε φοβάμαι. Την πολυπόθητη αγκαλιά θα μου τη δίνει ο Sivert κι ο Thom και η Patti και όλοι οι άλλοι.

Κι ελπίζω το 2011 να έχει πιο χαρωπό soundtrack.

Χυλόπιτες.


Είμαστε άνθρωποι. Και ως τέτοιοι τρέφουμε αισθήματα για άλλους ανθρώπους, είτε διαρκείας, είτε προσωρινά, δυνατά ή χλιαρά, αρνητικά ή θετικά. Τίποτα περίεργο ως εδώ. Το αξιοπερίεργο είναι το εξής. Ένα μικρό μέρος, πολύ μικρό, από αυτά τα αισθήματα χαίρει ανταπόκρισης. Κοινώς, η χυλόπιτα είναι στάνταρ στο μενού ημερησίως. Με διάφορες παραλλαγές βεβαίως βεβαίως. Παραθέτω ορισμένες:

Πρώτα απ’όλα, η ερωτική χυλόπιτα. Γουστάρεις γκομενάκι κι αυτό στο παίζει βαρύ πεπόνι. Ασκείς γοητεία εσύ, τίποτα. Βάζεις πειθώ και στυλ, τίποτα. Δε σε γουστάρει το γκομενάκι, φιλαράκο, τι να κάνουμε. Παίζει να βαρέσεις και μια χαζογκομενίαση, αλλά τελικώς το παίρνεις απόφαση. Δε γουστάρει, πάμ’ παρακάτω.

Ακολούθως, η φιλική χυλόπιτα. Έχεις φιλαράκι και το εμπιστεύεσαι. Είναι φίλος σου με την ουσιαστική έννοια του όρου. Ώσπου μια μέρα σε παρατάει ξεκρέμαστο στη μέση του δρόμου να ψάχνεσαι. Ή σε πουλάει ο φίλος-λαδέμπορας για μια χούφτα δολλάρια. Ή έστω, ευρώ. Ή λίρες. Άντε να την ξεπεράσεις αυτή τη χυλόπιτα.

Έπειτα, η κρύα χυλόπιτα. Και να που έχεις βρει ένα άτομο και το θεωρείς πολύ κουλ ρε παιδί μου. Το θαυμάζεις σαν να λέμε. Αποζητάς την επιδοκιμασία του. Σε νοιάζει η γνώμη του. Και να που προσπαθείς να σε προσέξει, να που προσπαθείς να το μιμηθείς, να που προσπαθείς να αποδείξεις τον εαυτό σου, να που τρως τη χυλόπιτα, γιατί κατά πως φαίνεται οι προσπάθειες δεν πιάσανε τόπο.

Τέταρτη, η γονεϊκή χυλόπιτα. Ναι, ναι, καλά καταλάβατε. Είτε είσαι κόρη είτε είσαι γιος, η γονεϊκή χυλόπιτα είναι από τις χειρότερες και χωρίζεται σε γονεϊκή χυλόπιτα πρώτου βαθμού, όπου ο γονιός δεν εγκρίνει τις επιλογές σου αλλά σε υποστηρίζει, γονεϊκή χυλόπιτα δευτέρου βαθμού, όπου ο γονιός αμ δεν εγκρίνει τις επιλογές σου, αμ δε σε στηρίζει, η γονεϊκή χυλόπιτα τρίτου βαθμού, όπου ο γονιός σε διώχνει μακριά του, και η γονεϊκή χυλόπιτα τέταρτου βαθμού, όπου ασ’τα να πάν’ στο διάολο, ψάξε αλλού για γονείς.

Λαστ μπατ νοτ λιστ, η ιντερνετική χυλόπιτα. Τα’χουμε ξαναπεί. Facebook, Twitter, Tumblr, msn, yahoo messenger, skype, gtalk, buzz, meme, friendfeed και όλα αυτά τα site κοινωνικής δικτύωσης και μη. Γνωρίζεις κόσμο εκεί. Ακολουθείς, προσθέτεις, ζητάς άδειες, αιτήσεις και βρίσκεις ανθρώπους μ’ένα σωρό τρόπους. Και βρίσκεις και κάποιον που σε ενδιαφέρει. Για οποιοδήποτε λόγο. Και τους στέλνεις ένα request. Και τζουπ τρως ένα ignore μεγαλοπρεπέστατο και μένεις με το πουλί στο χέρι. Να αναρωτιέσαι. Μα γιατί;

Πολλές οι χυλόπιτες που τρώμε εμείς οι άνθρωποι. Τόσες που αναρωτιέμαι, γιατί συνεχίζουμε να κάνουμε παρέα με άλλους ανθρώπους αφού μας απορρίπτουν έτσι στην ψύχρα; Λίγοι και καλοί θα μου πεις. Αξίζει τον κόπο όμως;

Γαμώ την κοινωνία μου, θα πάω να κάτσω πάνω σ’ένα βουνό και θα σας βλέπω όλους από ψηλά. Θα βλέπω εσάς και τη μιζέρια σας αλλά δεν θα σας έχω ανάγκη. Γιατί είμαι ο Χουλκ.

Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει…


Τον τελευταίο καιρό το μυαλό μου υπολειτουργεί. Ή καλύτερα, δυσλειτουργεί. Ή υπολειτουργεί δυσλειτουργικά. Έχω βγάλει ταχύτητα και το ‘χω στο ρελαντί. Είναι χαμένο και το ψάχνω. Where is my mind? που λένε και οι Pixies.

Λόγοι πολλοί, δικαιολογία καμία. Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει, είπαν ο Γκόγκος κι ο Μπαγιαντέρας. Δεν είχαν κι άδικο.

Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει

Η κάθε σκέψη μου κοντά σου τριγυρίζει

Δεν ησυχάζω και στον ύπνο που κοιμάμαι

Εσένα πάντα αρχοντοπούλα μου θυμάμαι

Μες στης ταβέρνας τη γωνιά για σένα πίνω

Για την αγάπη σου ποτάμια δάκρυα χύνω

Λυπήσου με μικρή και μη μ’αφήνεις μόνο

Αφού το ξέρεις πως για σένα μαραζώνω

Αχ παιχνιδιάρα πάψε τώρα τα γινάτια

Και μη μου κάνεις την καρδούλα μου κομμάτια

Με μια ματιά σου σαν μου ρίχνεις αχ πώς λιώνω

Μαζί σου ξέρεις τον ξεχνάω κάθε πόνο

Άστρα μη με μαλώνετε που κατουρώ τη νύχτα.


Το έχω ξαναπεί. Δεν τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς. Τι λόγια να πω σε κάποιον που δεν ξαναδώ ποτέ; Για κάποιον που δεν θα ξαναδώ ποτέ; Δε μπορώ λέμε. Γι’αυτό θα χρησιμοποιήσω τα δικά του λόγια. Δεν είναι λόγια αποχαιρετισμού, είναι απλώς ατάκα τσαχπίνικια και χιουμοριστική, όπως κι αυτός.

Άστρα μη με μαλώνετε που κατουρώ τη νύχτα.

Από όλα όσα είχε πει δεν ξέρω κατά πόσο θα ήθελε να τον μνημονεύουμε γι’αυτά τα λόγια. Ως παρακαταθήκη δεν λένε και πολλά. Αλλά δε με νοιάζει, γιατί για μένα συμβολίζουν αυτόν στη ζωή μου. Τα καλοκαίρια στον μύλο, το Πάσχα στο Πεύκο, τις ρέγουλες, τους χοχλιούς τους ανεμολιαστούς, τον παππού μου. «Αδέρφι!»

Άστρα μη με μαλώνετε που κατουρώ τη νύχτα.

Θείε Γιώργο.

Καλά να περνάτε τ’ αδέρφια εκεί που σμίξατε τώρα.

Βροχή και αποχαιρετισμοί.


Ξύπνησα σήμερα κι έβρεχε. Ξύπνησα νωρίς ενώ είχα κοιμηθεί αργά. Φυσικά σηκώθηκα με τα χίλια ζόρια. Είχα να πάω να αποχαιρετήσω. Δεν τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς.

Αμηχανία. Ξέχειλη, τρελή, κυριαρχική. Φυσικό επακόλουθο τα χαζά αστεία και οι άγαρμπες κινήσεις. Δεν τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς λέμε. Μη μου ζητάς να πω δυο λόγια. Δεν ξέρω τι να πω, θα πω καμιά βλακεία. Δεν αποχαιρετώ ποτέ. Ακόμα και όταν φεύγω δε λέω «γεια», λέω «φιλάκια». Δε μπορώ να κάνω περίληψη της ζωής σου, ούτε να εκθειάσω τις χάρες σου κρύβοντας διακριτικά τα ελαττώματά σου. Είσαι και οι χάρες και τα ελαττώματά σου. Είσαι τόσα πράγματα, έχεις κάνει τόσα πράγματα, εγώ ούτε καν τα ξέρω όλα αυτά που έχεις κάνει, πώς θα μιλήσω για σένα; Και μάλιστα εν συντομία; Και να σε αποχαιρετήσω κιόλας; Δε μπορώ, δε μπορώ, δε μπορώ, δε μπορώ.

Και δεν θέλω κιόλας. Δεν θέλω να σε αποχαιρετήσω, δεν θέλω να φύγεις, δεν θέλω να αισθάνομαι το κενό που θα αφήσεις όταν θα φύγεις τελικά. Άσε που έχω παραλύσει από την αμηχανία. Γι’αυτό και θα χαχανίσω δυνατά στην πιο ακατάλληλη στιγμή, κι ας θυμώσεις, θα καταλάβεις. Με ξέρεις άλλωστε, πάντα αυτό κάνω.

Άμα θες θα σου μαγειρέψω, θα σου φτιάξω γλυκό, θα σε καθαρίσω, θα σε στολίσω. Θα οργανώσω δείπνο αποχαιρετιστήριο. Ή καφέ ή ποτό ή έξοδο ή μάζωξη μέσα. Αλλά στο τέλος μην περιμένεις να πω αντίο.

Θα σου πω «τα λέμε, φιλάκια». Και όταν θα φύγεις εγώ θα σε σκέφτομαι και θα σου μιλάω και στο μυαλό μου θα κάνουμε διαλόγους. Και θα μου δίνεις συμβουλές ή θα τσακωνόμαστε όπως πάντα. Θα μου λείψουν οι τσακωμοί μας.

Τα λέμε. Φιλάκια.

Reality check


Μέχρι τώρα έχω γράψει και έχω δημοσιεύσει εδώ τέσσερις ιστορίες φρίκης, τρόμου, διαστροφής, αιματοχυσίας, παραλόγου, φαντασίας. Έχω σκεφτεί και έχω φανταστεί πολλές ακόμα. Με τερατάκια, μούχλες, ζόμπι, γλίτσα, μαυρίλα, αδύναμους χαρακτήρες στο έλεος της μοίρας τους.

Τις τελευταίες μέρες όμως συνειδητοποίησα μερικά πράγματα και ένα από αυτά είναι το εξής. Μ’έχουν πει διαστροφική, μου έχουν πει ότι έχω άρρωστο μυαλό, μου έχουν πει ότι αυτά που γράφω είναι αηδίες. Και κατά πάσα πιθανότητα είναι. Αλλά καμία από αυτές τις νοσηρές φαντασιώσεις δε μπορεί να συγκριθεί με την ίδια την αρρωστημένη,αρρωστιάρικη πραγματικότητα. Κάντε μία βόλτα σε ένα οποιοδήποτε νοσοκομείο και παρατηρείστε τα γερόντια. Γέροι ασθενείς που παλεύουν για να ζήσουν μερικά χρόνια ακόμη. Ή μήνες. Ή μέρες. Δικαίωμά τους και καλά κάνουν. Αλλά η σταφιδιασμένη σάρκα, το κρεμασμένο δέρμα, το αφυδατωμένο στόμα, οι πληγές από τους καθετήρες και τους ορούς, ο ιδρώτας, το αίμα, τα ζουμιά του οιδήματος, οι πληγές από τα χειρουργεία, οι κατακλύσεις δημιουργούν ένα θέαμα πιο αποκρουστικό από οποιαδήποτε εικόνα φτιαγμένη από τη φαντασία.

Τα φανταστικά μου πλάσματα πήραν σάρκα και οστά με τον πιο ξαφνικό και ωμό τρόπο. Και τον πιο σκληρό επίσης. Διότι άλλο να έχουν αυτή την όψη επισκέπτες από την κόλαση,το διάστημα και τη φαντασία και άλλο πραγματικοί άνθρωποι που κάποτε ήταν νέοι σαν κι εμένα. Άνθρωποι που, ακόμα πιο απάνθρωπα, μπορεί να είναι συγγενείς.

Και τώρα βρίσκονται στο έλεος ενός άλλου πλάσματος, ανώτερου από μας, με τη δικιά του αρρωστημένη φαντασία. Τουλάχιστον στον κόσμο που έπλασα εγώ δεν υπάρχει η ανυπόστατη και καθ’όλα αβάσιμη ελπίδα για επιβίωση. Μας παραπλανείς μ’αυτές, να το ξέρεις!