Archive for Οίστρος

Προσοχή στο κενό μεταξύ Άντρα και Γυναίκας


Έχω έναν φίλο, ο οποίος είναι Άντρας. Είναι ό, τι έχουμε στο μυαλό μας όταν σκεφτόμαστε το ανδρικό φύλο, το ισχυρό φύλο, το κυρίαρχο, το πρώτο.
Η όψη του, η φωνή του, η αυτοπεποίθησή του -είναι και έξυπνος, και εμφανίσιμος, και χαρισματικός, και το ξέρει- τα μπράτσα του, ο τρόπος που μιλάει, κοιτάει, κινείται στον χώρο, όλα αντρικά. Είναι ένας Άντρας. Είναι ξεκάθαρο. Αν μου ζητήσει κάποιος να τον περιγράψω θα πω ότι είναι Άντρας.

Έχω και μία φίλη, η οποία είναι Γυναίκα. Είναι μία Μόνικα Μπελούτσι, μια Μπριζίτ Μπαρντό. Είναι θηλυκό. Γλυκιά, χαριτωμένη, τσαχπίνα, σέξι, σεμνή, ταπεινή, ντροπαλή, πρόστυχη. Σε κοιτάζει και τα οιστρογόνα σε μεθάνε, σου θολώνουν το μυαλό, την θες δικιά σου. Είναι έξυπνη και δυναμική, ευάλωτη και αδύναμη.
Είναι όμορφη, μα κι αν δεν ήταν δεν θα σ’ένοιαζε, γιατί την κοιτάς στα μάτια και τα γόνατά σου λυγίζουν, δεν χρειάζεται να κοιτάξεις αλλού. Είναι θηλυκό. Είναι ξεκάθαρο. Αν μου ζητήσει κάποιος να την περιγράψω θα πω ότι είναι Γυναίκα.

Και κάπου στη μέση, ανάμεσα στον Άντρα και την Γυναίκα, υπάρχω εγώ, ένα Ουδέτερο Ον, γένους θηλυκού, όψης σφαιρικής και τριχωτής, με τον αέρα που έχει ένας άχαρος γορίλλας με μεγάλα βυζιά που τον εμποδίζουν να κάνει πλήρως όλες τις κινήσεις των άνω άκρων. Με νοοτροπία homo universalis, διαβάζω τα πάντα, κάνω τα πάντα, μαθαίνω τα πάντα, μίλησε κανείς για στερεότυπα; Τι είναι αυτά;
Και μουσακά θα ψήσω, και σωλήνες θα ξεβουλώσω, και σφουγγαρόπανο θα στίψω, και λάμπες θα αλλάξω, και νύχια θα βάψω, και τσαμπουκάδες θα κάνω, και, τέλος πάντων, όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω, είμαι αυτάρκης.

Είναι περίεργο. Μου φαίνονται παράξενοι αυτοί οι άνθρωποι, τόσο ξένοι ως προς εμένα και την ουδετερότητά μου. Τους παρατηρώ και εντυπωσιάζομαι, είναι σαν εξωτικοί. Νιώθω έλξη και περιέργεια. Πόσοι να υπάρχουν, άραγε, εκεί έξω τόσο αντιπροσωπευτικοί του φύλου τους;

Μα ακόμα κι αν αυτοί οι άνθρωποι ξεφεύγουν επίσης από τα στερεότυπα του φύλου τους, που οι φίλοι μου ξεφεύγουν, μπορεί να μην το χαίρονται πάντα, αλλά ξεφεύγουν, αποπνέουν τον Αέρα του Φύλου. Ακόμα κι αν δεν κάνουν τίποτα, αν απλώς σε κοιτάνε. Αόρατες άηχες άοσμες ακτίνες Αντρίλας ή Θηλυκότητας.

Κι αυτοί οι άνθρωποι, άραγε, ζευγαρώνουν μεταξύ τους, ή μήπως έλκονται από την ξένη ως προς αυτούς και εξωτική κατά συνέπεια ουδετερότητα;

Τι έχει να μας πει η Σιμόν επί του θέματος;

Κοριτσάκια. Είμαστε. Και δεχόμαστε και ερωτήσεις.


Ας εξηγήσουμε κάποια πράγματα για εμάς τα κοριτσάκια σε εσάς τα αγοράκια, γιατί κάποιοι έχετε απορίες και δεν σας τις έχει λύσει κανένα κοριτσάκι εκεί έξω.

Εμείς τα κοριτσάκια έχουμε μαλλιά.

Κοντά, μακριά, φυσικά, βαμμένα, ίσια, κατσαρά, είναι δικά μας και είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας. Κάποιες φορές μας αρέσει να τα φτιάχνουμε, άλλες τα αφήνουμε αχτένιστα. Όπως και να είναι, είναι δικά μας και είμαστε δεμένες μ’αυτά. Δεν είναι «απλώς τρίχες», είναι εαυτός. Σε άλλες λιγότερο, σε άλλες περισσότερο. Είναι μέσο έκφρασης διάθεσης, προσωπικότητας, και σκοπών.

Και μιας και μιλάμε για τρίχες.

Εμείς τα κοριτσάκια έχουμε τρίχες.

Ναι. Έχουμε. Παντού. Αχα. Ναι. Χέρια, πόδια, μασχάλες, δάχτυλα, μέση, κοιλιά, πρόσωπο, πισινό, μπικίνι. Μπικίνι είναι ο όρος που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την τριχοφυΐα στην ευρύτερη περιοχή των γεννητικών οργάνων. Όλα σχεδόν τα κοριτσάκια από μικρή ηλικία συμβιβάζονται με αυτή την κοινωνική προσταγή προς αποτρίχωση. Ο συμβιβασμός μάλιστα αγγίζει όρια αυτο-υποτίμησης όταν μετά από περίοδο αξυρισιάς αποζητούμε μία καλή χαλάουα «για να νιώσουμε πάλι γυναίκες». Αλλά αυτό είναι θέμα μίας άλλης συζήτησης. Βγάζουμε, λοιπόν, τις τρίχες ακολουθώντας τα κοινωνικά πρότυπα, για να νιώσουμε πιο όμορφες και ελκυστικές, γιατί ντρεπόμαστε να μας δείτε με τρίχες. Και δεν ζητάμε τίποτα γι’αυτό, παρά μόνο λίγη επιείκεια και ανεκτικότητα.

Και, προς θεού, ας μην έχει λιγότερες τρίχες από μένα!

Εμείς τα κοριτσάκια έχουμε βυζάκια.

Δύο. Ένα δεξί κι ένα αριστερό. Και ξέρεις τι; Δεν είναι ποτέ ίδια μεταξύ τους. Σε καμία γυναίκα. Σε σημείο που είναι εγκληματικό το ότι τα σουτιέν κυκλοφορούν συμμετρικά. Κανονικά θα έπρεπε να κυκλοφορούν μεμονωμένα για κάθε βυζάκι και να ενώνονται στο στέρνο και στην πλάτη. Και τα κοριτσάκια που νομίζουν πως έχουν συμμετρικό στήθος είναι γιατί είναι ελαφρώς μόνο ασύμμετρο. Είναι οι τυχερές. Υπάρχουν και οι πιο άτυχες που εκτός από την ασυμμετρία στο μέγεθος έχουν και ασυμμετρία στην κατεύθυνση της θηλής. Αυτό είναι το πραγματικό δράμα.

Και μιας και πιάσαμε μέρη του σώματος.

Εμείς τα κοριτσάκια έχουμε κώλο, κοιλιά, μπούτια, γάμπες, μύτες, και γενικώς, έχουμε απ’όλα.

Και είναι όλα διαθέσιμα για πιάσιμο, ξέρεις. Αφού ρωτήσεις βεβαίως αν μπορείς. Θέλει, όμως, προσοχή. Όλα τα κοριτσάκια έχουν ανασφάλειες με το σώμα τους. Η μία με τις γάμπες της, η άλλη με τη μύτη της, η τρίτη με τα σημάδια της ανεμευλογιάς. Καμιά φορά γινόμαστε ενοχλητικές, προκλητικές ίσως. Ψάχνουμε αφορμές για να γκρινιάξουμε. Ναι. Ίσως. Κάνουμε την τρίχα τριχιά. Την κάνουμε. Ας το να πέσει κάτω.

Βρε μήπως ξέχασα κάποιο μέρος του σώματος;

Ωπ. Ναι.

Εμείς τα κοριτσάκια έχουμε και κάτι ακόμα. Έχεις καταλάβει πού το πάω. Αχά. Ναι. Εμείς τα κοριτσάκια έχουμε μουνάκι.

Είναι κρυμμένο και ευαίσθητο και θέλει προσοχή, φροντίδα και προδέρμ. Θέλει άδεια εισόδου και τζιπιές. Δεν είναι κακό να ρωτάς. Σε κάθε κοριτσάκι είναι διαφορετικό και λειτουργεί διαφορετικά. Άσε που κάθε κοριτσάκι το φροντίζει διαφορετικά. Αν, λοιπόν, έχεις γίνει εξπέρ σε ένα, μην περιμένεις να είσαι εξπέρ σε όλα. Ξεκινάμε με σεβασμό και προχωράμε συντηρητικά.

Και μιας και πιάσαμε αυτή την περιοχή.

Εμείς τα κοριτσάκια έχουμε περίοδο.

Και τι είναι αυτή η περίοδος τέλος πάντων που όλοι την κουβεντιάζουν και όλοι τη φοβούνται και όλοι την κατηγορούν ότι μετατρέπει τα κοριτσάκια σε λυσασμένες σκύλες; Κάποια στιγμή, εκεί γύρω όταν είμαστε δώδεκα-δεκατριών-δεκατεσσάρων χρονών ξεκινάνε κάποιες διαδικασίες. Το σώμα μας ξεκινάει να ετοιμάζεται να δημιουργήσει απόγονο. Κάθε μήνα λοιπόν ένα ωάριο ωριμάζει σε μία ωοθήκη -έχουμε δύο- και σιγά σιγά ξεκινάει τη διαδρομή του προς τη μήτρα. Αν συναντήσει σπερματοζωάριο στο δρόμο, εκεί στα σκοτεινά στενά της σάλπιγγας, έχει καλώς. Τα βρίσκουν τα δυο τους, ενώνονται, φτιάχνουν το ζυγωτό και αυτό πάει και φυτεύεται στη μήτρα και εννιά μήνες μετά έχεις άνθρωπο. Αν δεν συναντήσει σπερματοζωάριο συνεχίζει μοναχικά την πορεία του προς τη μήτρα. Η μήτρα εν τω μεταξύ σου λέει, ωωωω περιμένω κόσμο, πρέπει να φτιάξω το σπίτι. Παχαίνει λοιπόν για να έχει χώρο να κάτσει το έμβρυο. Μα έρχεται το ωάριο μπακούρι και η μήτρα ξενερώνει κι αρχίζει να πετάει όλη την αχρησταδούρα. Αυτό λοιπόν είναι η περίοδος. Αίμα, βλέννα και ξενερωμένη μήτρα.

Και τώρα θα μου πεις, και καλά, προς τι τόσος πανικός γι’αυτή τη βλακεία; Και προς τι η Μεταμόρφωση;

Ε όλα αυτά που γίνονται δεν γίνονται έτσι, στο κουτουρού. Ελέγχονται και επηρεάζονται από αυτές τις αναθεματισμένες ορμόνες. Που ανάθεμα την ώρα και την στιγμή που κάποιος αποφάσισε να τις κάνει αρχηγούς. Αυξάνονται και μειώνονται και ενεργοποιούν και αναστέλλουν διαδικασίες και επιδρούν στα κοριτσάκια, κάθε μήνα, κυκλικά, κι εμείς έρμαια, προσπαθούμε να μπαλώσουμε τα κατορθώματά τους.

Όλα τα κοριτσάκια επηρεάζονται. Άλλα λιγότερο, άλλα περισσότερο. Υπάρχουμε εμείς οι τυχερές που δεν πονάμε, αλλά είμαστε αγριάνθρωποι. Υπάρχουμε εμείς που πονάμε αλλά υπομένουμε στωικά. Υπάρχουμε εμείς που είμαστε αεράτες και εμείς που άπαξ και πιάσαμε μια θέση δεν κουνιόμαστε ούτε γι’αστείο.

Το κόλπο είναι υπομονή και φαΐ.

Εδώ δες τι γίνεται με τις ορμόνες. Πανικός.

Εδώ δες τι γίνεται με τις ορμόνες. Πανικός.

Φυσικά, τα κοριτσάκια δεν είμαστε μόνο αυτά. Και, είπαμε, κάθε κοριτσάκι είναι διαφορετικό.

Αν έχεις απορία, να τη ρωτάς.

Κι αν είσαι κοριτσάκι και πάλι έχεις απορίες κι εσύ να τις ρωτάς.

Δεν ξυπνήσαμε μια μέρα γνωρίζοντας τι ακριβώς συμβαίνει στο σώμα μας. Ρωτήσαμε.

 

Ωδή στη μελιτζάνα.


Ω γλυκιά μελιτζάνα!
αναφώνησε προχθές η Γιοβάνα

Αυτό το λαμπρό χρωματάκι
το σκούρο μα ωραίο μωβάκι
αντανακλά τις ακτίνες του ηλίου
σαν τα μαλλιά του εκλίποντος θείου

Κι αυτή η σφαιρική περιφέρεια
που θυμίζει τη Μαρία απ’τη Βέροια
Μου θυμίζεις πολλές περιφέρειες
και όλες αυτές είν’ αιθέριες

Σε κόβω ροδέλες και κύβους
Μα δεν αρέσεις σε όλους τους φίλους
Ακόμα καλύτερα για μένα -χα
Περισσότερη μελιτζάνα για έναν

Σ’αγαπώ στρογγυλή μελιτζάνα
ψιθύρισε ντροπαλά η Γιοβάνα

Σκόρπιες σκέψεις περί ομορφιάς.


Τι είναι όμορφο; Ποιος; Ποια; Γιατί μου αρέσεις σήμερα, αλλά αύριο δεν θέλω ούτε να σε βλέπω; Αυτά με προβλημάτισαν σήμερα, ανήμερα Χριστούγεννα, μετά από ένα μεσημεριανό θεσπέσιας γεμιστής γαλοπούλας και επιδόρπιο φοντύ σοκολάτας. Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει που λένε. Άσε που η θεματική «Χριστούγεννα» και «τοπ τάδε του 2010» είναι πολύ κλισέ.

Λοιπόν, είναι περίεργο πως τελικά η αντίληψη του όμορφου δεν είναι κάτι απλώς υποκειμενικό, αλλά καθορίζεται σχεδόν απόλυτα από το εκάστοτε σημείο αναφοράς. Κρίνουμε δηλαδή αν κάτι είναι όμορφο ή όχι συγκρίνοντάς το με κάτι άλλο. Αν αλλάξει αυτό το κάτι άλλο, τότε πιθανότατα θα αλλάξει και η κρίση μας.

Το σημείο αναφοράς όμως, δεν είναι απαραίτητα και θετικό. Δεν είναι δηλαδή απαραιτήτως και πρότυπο ομορφιάς. Μπορεί να αποτελεί πρότυπο ασχήμιας. Κρίνεις δηλαδή ότι κάνει είναι όμορφο επειδή δε μοιάζει σε αυτό που εσύ έχεις στο μυαλό σου ως άσχημο.

Ένα χτένισμα, ας πούμε, είναι ωραίο, επειδή σου θυμίζει την Γκρέις Κέλι, ή επειδή ΔΕΝ σου θυμίζει τη μάγισσα Φούρκα.

Έχοντας λοιπόν ο καθένας διαφορετικά σημεία αναφοράς, έχουμε καταλήξει στην παραδοχή ότι το όμορφο είναι υποκειμενικό ζήτημα. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Μία παραδοχή με την οποία συμφωνώ, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου τα σημεία αναφοράς είναι μαζικά. Όπως ο Τζόνι Ντεπ για παράδειγμα. Σε ποια δεν αρέσει ο Τζόνι Ντεπ;!

Σαφώς, υπάρχουν κι άλλοι, πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν την κρίση μας, για παράδειγμα, τα πρότυπα του λαού στον οποίο ανήκουμε, η κοινωνική τάξη, η ηλικία, η μόρφωση, και διάφοροι ακόμα που αν τους αναφέρω το ποστ θα θυμίζει επικίνδυνα έκθεση τρίτης λυκείου. Και κάτι τέτοιο θα ήταν άσχημο. (ΤΣΟΥΠ, πρότυπο ασχήμιας, είδατε)

Καμιά φορά που λέτε, αυτά τα σημεία αναφοράς μπορεί να αλλάξουν. Ή να εμπλουτιστούν. Κι αυτό που κάποτε σου φαινόταν άσχημο τώρα να είναι πανέμορφο, ενώ αυτό που χθες είχε περισσή ομορφιά και χάρη, σήμερα να είναι θέαμα αποκρουστικό.

Είναι σημαντικό να είναι κανείς και κάτι όμορφο. Κανείς δεν θέλει να περιβάλλεται από ασχήμια, ανθρώπινη, υλική, πνευματική, πολιτιστική και τα ρέστα.

Μα όλα αυτά είναι απλώς σκόρπιες σκέψης μιας όχι-κι-άσχημης παραφαγωμένης ταπεινής κοπέλας που πέρασε τα ομορφότερα Χριστούγεννα των τελευταίων τουλάχιστον δέκα χρόνων.

Χρόνια πολλά και όμορφα!

Εκδίκηση.


Το δωμάτιο είναι σκοτεινό. Μόνο η γωνία φωτίζεται από το φως των κεριών. Εκπέμπουν άρωμα βανίλιας και κανέλας. Εκείνη ντύνεται νωχελικά ακούγοντας σε επανάληψη το αγαπημένο της τραγούδι. Αργό. Μελαγχολικό. You would be nothing without me, I could be nothing without you. Αυτός, πληγωμένος, έχει αποκοιμηθεί στον καναπέ.

Τα ρούχα της γκρι και αδιάφορα. Τα μαλλιά της αχτένιστα. Μόνο τα κόκκινα χείλη της σπάνε τη μουντίλα του παρουσιαστικού της. Μόνο η λάμψη των λεπίδων στη ζώνη της διαταράσσει την αθωότητα της εμφάνισής της. Λεπίδες καλά ακονισμένων μαχαιριών που για ακόμη μία φορά προορίζονται για τον λαιμό του άτυχου που τόλμησε να επιτεθεί σ’αυτόν.

Τον αγαπούσε πολύ. Τον είχε γνωρίσει πριν πολύ καιρό, όταν αυτός ήταν ακόμη δυνατός και κανείς δεν τον απειλούσε. Είχε ισχύ τότε και γόητρο, φιλοδοξίες και ικανότητες. Κι εκείνη ήταν απλώς ένα κορίτσι που δεν ήξερε τον κόσμο. Μα οι καιροί άλλαξαν και τώρα ήρθε η ώρα για εκδίκηση.

Περπατάει στον δρόμο και προσπερνάει χωρίς φόβο τους άστεγους, τα πρεζάκια, τις πουτάνες, που την πλησιάζουν με ειρωνικό ύφος. «Τι δουλειά έχεις κοριτσάκι εδώ; Χάσαμε το δρόμο μας;» Μα το ειρωνικό χαμόγελό τους χάνεται μονομιάς στη θέα των μαχαιριών.

Φτάνει στον προορισμό της. Στέκεται έξω από την πόρτα και εισπνέει βαθιά. Ψιθυρίζει το όνομά του και βουβά αλλά δυναμικά μπαίνει. Αντικρύζει έναν όγκο να πάλλεται ρυθμικά κάτω από τα σκεπάσματα. Ροχαλίζει. Ο λαιμός καλύπτεται από την κουβέρτα μα αυτό δεν την ενοχλεί. Με μία κραυγή τον ξυπνάει και το γέρικο μυαλό του δυσκολεύεται να κατανοήσει τι συμβαίνει. Τον εγκλωβίζει ξαπλωμένο με τη λεπίδα να ακουμπά απειλητικά την καρωτίδα του. Τα μάτια της του τρυπούν το κούτελο καθώς εκλιπαρεί απορημένος για οίκτο.

«Σκάσε», λέει εκείνη.

Και το μόνο που ακούγεται μετά είναι ο ήχος του λαιμού να σκίζεται και του αίματος καθώς λερώνει τον τοίχο, τα σεντόνια, το κρεβάτι, το πρόσωπό της.

Ο όγκος πια είναι ακίνητος καθώς κλείνει την πόρτα πίσω της.

Επιστρέφει σπίτι. Πλένεται. Τον παίρνει αγκαλιά και ξεσπάει σε κλάματα.

Forgive me Father, for I have sinned.

 

 

 

Χυλόπιτες.


Είμαστε άνθρωποι. Και ως τέτοιοι τρέφουμε αισθήματα για άλλους ανθρώπους, είτε διαρκείας, είτε προσωρινά, δυνατά ή χλιαρά, αρνητικά ή θετικά. Τίποτα περίεργο ως εδώ. Το αξιοπερίεργο είναι το εξής. Ένα μικρό μέρος, πολύ μικρό, από αυτά τα αισθήματα χαίρει ανταπόκρισης. Κοινώς, η χυλόπιτα είναι στάνταρ στο μενού ημερησίως. Με διάφορες παραλλαγές βεβαίως βεβαίως. Παραθέτω ορισμένες:

Πρώτα απ’όλα, η ερωτική χυλόπιτα. Γουστάρεις γκομενάκι κι αυτό στο παίζει βαρύ πεπόνι. Ασκείς γοητεία εσύ, τίποτα. Βάζεις πειθώ και στυλ, τίποτα. Δε σε γουστάρει το γκομενάκι, φιλαράκο, τι να κάνουμε. Παίζει να βαρέσεις και μια χαζογκομενίαση, αλλά τελικώς το παίρνεις απόφαση. Δε γουστάρει, πάμ’ παρακάτω.

Ακολούθως, η φιλική χυλόπιτα. Έχεις φιλαράκι και το εμπιστεύεσαι. Είναι φίλος σου με την ουσιαστική έννοια του όρου. Ώσπου μια μέρα σε παρατάει ξεκρέμαστο στη μέση του δρόμου να ψάχνεσαι. Ή σε πουλάει ο φίλος-λαδέμπορας για μια χούφτα δολλάρια. Ή έστω, ευρώ. Ή λίρες. Άντε να την ξεπεράσεις αυτή τη χυλόπιτα.

Έπειτα, η κρύα χυλόπιτα. Και να που έχεις βρει ένα άτομο και το θεωρείς πολύ κουλ ρε παιδί μου. Το θαυμάζεις σαν να λέμε. Αποζητάς την επιδοκιμασία του. Σε νοιάζει η γνώμη του. Και να που προσπαθείς να σε προσέξει, να που προσπαθείς να το μιμηθείς, να που προσπαθείς να αποδείξεις τον εαυτό σου, να που τρως τη χυλόπιτα, γιατί κατά πως φαίνεται οι προσπάθειες δεν πιάσανε τόπο.

Τέταρτη, η γονεϊκή χυλόπιτα. Ναι, ναι, καλά καταλάβατε. Είτε είσαι κόρη είτε είσαι γιος, η γονεϊκή χυλόπιτα είναι από τις χειρότερες και χωρίζεται σε γονεϊκή χυλόπιτα πρώτου βαθμού, όπου ο γονιός δεν εγκρίνει τις επιλογές σου αλλά σε υποστηρίζει, γονεϊκή χυλόπιτα δευτέρου βαθμού, όπου ο γονιός αμ δεν εγκρίνει τις επιλογές σου, αμ δε σε στηρίζει, η γονεϊκή χυλόπιτα τρίτου βαθμού, όπου ο γονιός σε διώχνει μακριά του, και η γονεϊκή χυλόπιτα τέταρτου βαθμού, όπου ασ’τα να πάν’ στο διάολο, ψάξε αλλού για γονείς.

Λαστ μπατ νοτ λιστ, η ιντερνετική χυλόπιτα. Τα’χουμε ξαναπεί. Facebook, Twitter, Tumblr, msn, yahoo messenger, skype, gtalk, buzz, meme, friendfeed και όλα αυτά τα site κοινωνικής δικτύωσης και μη. Γνωρίζεις κόσμο εκεί. Ακολουθείς, προσθέτεις, ζητάς άδειες, αιτήσεις και βρίσκεις ανθρώπους μ’ένα σωρό τρόπους. Και βρίσκεις και κάποιον που σε ενδιαφέρει. Για οποιοδήποτε λόγο. Και τους στέλνεις ένα request. Και τζουπ τρως ένα ignore μεγαλοπρεπέστατο και μένεις με το πουλί στο χέρι. Να αναρωτιέσαι. Μα γιατί;

Πολλές οι χυλόπιτες που τρώμε εμείς οι άνθρωποι. Τόσες που αναρωτιέμαι, γιατί συνεχίζουμε να κάνουμε παρέα με άλλους ανθρώπους αφού μας απορρίπτουν έτσι στην ψύχρα; Λίγοι και καλοί θα μου πεις. Αξίζει τον κόπο όμως;

Γαμώ την κοινωνία μου, θα πάω να κάτσω πάνω σ’ένα βουνό και θα σας βλέπω όλους από ψηλά. Θα βλέπω εσάς και τη μιζέρια σας αλλά δεν θα σας έχω ανάγκη. Γιατί είμαι ο Χουλκ.

Χθεσινοβραδινό όνειρο.


Ξύπνησα πάλι το πρωί με τα σημάδια από το μαξιλάρι στο μάγουλό μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και μέτρησα τις ρυτίδες. Έχω χάσει τον λογαριασμό πια, μετά από εξήντα χρόνια ζωής και έντεκα παιδιά το πρόσωπό σου απλώς δεν είναι το ίδιο.

Καλημέρισα τους γιους μου και τις κόρες μου. Έναν προς έναν, μία προς μία. Τρία ζευγάρια δίδυμα αγόρια, τρεις θυγατέρες μονές, δυο γιοί μονοί. Μόνο που δύο από τους οχτώ γιους μου έχουν πεθάνει. Κι ο ένας έχει φύγει. Μάζεψε τα πράγματά του και δεν γύρισε ποτέ ξανά πίσω. Κι έτσι, με τα χρόνια, τα παιδιά μου έγιναν οχτώ.

Τα αγαπώ και τα οχτώ, ανησυχώ γι’αυτά, τα σκέφτομαι, τα φροντίζω.

Όμως ο ένας μου γιος δεν είναι καλά. Αυτός που έχασε τον δίδυμό του. Από τον θάνατό του βρίσκεται σε κατάθλιψη. Έχει αποκοπεί από τον υπόλοιπο κόσμο, δε μιλάει σε κανέναν, φαντάζεται ότι ο αδερφός του είναι ακόμα ζωντανός, έχει παραιτηθεί από όλα του τα ενδιαφέροντα, έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Χθες βράδυ έβαλε εκείνο το κοστούμι που φόραγε στην κηδεία και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο αέρας του φύσαγε το πρόσωπο και ανακάτευε τα μαλλιά του που είχαν μακρύνει τόσο πολύ πια. Χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν, χωρίς λόγια και γράμματα αποχαιρετισμού, αποφάσισε να συναντήσει τον αδερφό του.

Τα σχέδιά του απέτυχαν. Τον είδαν να στέκεται και αμέσως έβαλαν τις φωνές. Η καρδιά μου κόντεψε να εκραγεί, δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου και έτρεχαν ποτάμι, τα χέρια μου έτρεμαν, τα πόδια μου είχαν κοπεί. Η γη χανόταν κάτω από τα πόδια μου. Να χάσω και τέταρτο παιδί; Η πιο δυστυχισμένη μάνα του κόσμου. Έτρεξα στο μπαλκόνι και πανικόβλητη απλώς τον αγκάλιασα και έκλαψα στην αγκαλιά του. Έκλαψα με λυγμούς που μου έκοβαν την ανάσα. Και το μέχρι τότε ψυχρό και ανέκφραστο σπλάχνο μου ξέσπασε κι αυτό σε κλάματα. Και μείναμε να κλαίμε εκεί στο μπαλκόνι, αγκαλιά, μάνα και γιος, μέχρι που ήρθαν όλα του τα αδέρφια. Αργότερα το βράδυ έφτασε και ο χαμένος γιος, ο άσωτος, ο ένατος. Είχα σώσει τον ένα γιο και είχα βρει τον άλλο.

Κάτσαμε στο ίδιο μπαλκόνι και κοιτάζαμε τον ουρανό. Είχε ξαστεριά.

Σήμερα το πρωί ξύπνησα ευτυχισμένη.

Ω, ναι. Πόσο ευτυχισμένη!

Χαζογκομενίαση, παρτ θρι: Η Μεγάλη Αναμονή


Καιρός πάει από την τελευταία αναφορά στη μείζονος σημασίας κοινωνική τούτη μάστιγα. Πολλά τα νοσοκομεία, πού καιρός για έρωτες, ξεμυαλίσματα και ασύστολη χαζογκομενίαση. Αλλά ως σπουδαία παρατηρήτρια που είμαι, διέγνωσα άλλο ένα σημείο της συναισθηματικής αυτής πάθησης, την αναμονή.

Και που λες, βρήκες καινούριο αντικείμενο του πόθου και είστε στην αρχή ακόμα, τότε που τίποτα δεν είναι σίγουρο και ακριβώς προσδιορισμένο. Καληνυχτίζεστε με αγάπες, καρδούλες, ματάκια, ροζ συννεφάκια, τσαχπινιές, υποσχέσεις, χαριτωμενιές. Πας για ύπνο, τον ή την ονειρεύεσαι κιόλας. Όνειρα υγρά, όνειρα απατηλά, όνειρα θερινής νυκτός, όνειρα τρομακτικά.

Και να που ξημερώνει και ξυπνάς. Κοιτάς το κινητό, ούτε κλήση, ούτε μήνυμα. «Άχουτομωρέ δεν έχει ξυπνήσει ακόμα». Και περιμένεις. Και τότε ξεκινάει η Μεγάλη Αναμονή. Σηκώνεσαι, πλένεσαι, τσεκάρεις το κινητό, τίποτα. Πας στη δουλειά, πας για διάβασμα, πού να συγκεντρωθείς, το μυαλό στο κινητό, γιατί δεν έχει πάρει, πότε θα πάρει, πότε θα πάρει. Τα κάνεις μαντάρα στη δουλειά, δε βγάζεις νόημα από το βιβλίο που έχεις μπροστά σου, λες ας ανοίξω το πισί. Μπαίνεις facebook, μπαίνεις twitter, μπαίνεις msn, yahoo messenger, gtalk, skype, google buzz, meme, μέχρι και σε blip και mubi μπαίνεις, όλα ανοιχτά τα έχεις. Σου μιλάει όλος ο κόσμος, εκτός από αυτό το μοναδικό άτομο που προκάλεσε την πάθησή σου. Κι εσύ υποφέρεις.

Και τότε ξεκινάνε οι σκέψεις. «Με ξέχασε», «δεν ενδιαφέρεται», «μήπως έπαθε τίποτα;», «λες να έχασε τον αριθμό μου, να του κάηκε ο υπολογιστής και να του κλέψαν το κινητό;», «μήπως απήχθη από εξωγήινους;», «μήπως ξενέρωσε;», «μήπως γύρισε στην ή στον πρώην;», «μήπως το γύρισε σε γκέυ;», μήπως μήπως μήπως μήπως μήπως.

Και να που σκέψη με την σκέψη σε κυριεύει η παράνοια. Και να που κάνεις σχέδια για το πώς θα πας να συναντήσεις τον πόθο σου έξω από το σπίτι του, να του κάνεις καντάδα, να του φτιάξεις mix-tape, να τον κερδίσεις πίσω. Και η παράνοια, ακολουθείται από άγχος.

Και να που βράδιασε και η φίλη δε μπορεί να βγείτε γιατί έχει συνέντευξη για δουλειά. Και ο φίλος δε μπορεί να σου μιλήσει στο τηλέφωνο να του πεις τον πόνο σου, να σε συνεφέρει από τον παραλογισμό σου, γιατί είναι με το γκομενάκι. Και να που μένεις μόνος με τις σκέψεις σου. Και το μάτι γουρλώνει και οι σκέψεις πληθαίνουν και γίνονται όλο και πιο ακραίες.

Και, ναι, σε έχω ήδη ξεκοιλιάσει με πέντε διαφορετικούς τρόπους στο μυαλό μου.

Στείλε ένα μήνυμα κι εσύ!

Η ψυχή σου μου ανήκει.


[Συγγραφή: StavroZ του My Two Cents και εγώ η ίδια βεβαίως βεβαίως. ]

Χτυπάει το τηλέφωνο. Η εισαγωγή του Noone Knows αντηχεί στο δωμάτιο. Εκείνη τινάζεται και ζαβλακωμένη ακόμα από τον ύπνο το σηκώνει μ’ένα αγουροξυπνημένο «ναι». Δεν έχει ξημερώσει καλά καλά και η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής ανακοινώνει τα νέα. Πέθανε.

Πάει κι αυτός. Άλλος ένας. Ο πέμπτος σε διάστημα δύο μηνών. Κλείνει το τηλέφωνο και ξαναξαπλώνει. Βουβά δάκρυα γεμίζουν τα μάτια της και μουσκεύουν το μαξιλάρι. Η ησυχία εκκωφαντική. Και κάθεται έτσι για ώρες.

Ο ήλιος πια μεσουρανεί και φωτίζει το δωμάτιο από τις χαραμάδες των μπατζουριών. Εκείνη έχει πια σηκωθεί και ντυθεί. Κοιτάζει έξω από το παράθυρό της, χωρίς να τολμήσει να το ανοίξει φυσικά. Δε βλέπει κανέναν, αλλά πρέπει να είναι έξτρα προσεκτική, κρυψώνες υπάρχουν πολλές και οι σκιές είναι κοντές. Το έχει αποφασίσει, θα βγει έξω. Ύστερα όμως από έξι βδομάδες απομόνωσης και αποκλεισμού από την ανθρωπότητα δεν είναι εύκολο. Ζώνεται με θάρρος, κουράγιο, μαχαίρια και αλυσίδες και ανοίγει την εξώπορτα. Παίρνει βαθιά ανάσα και εισπνέει τον φρέσκο αέρα. Βγαίνει.

Το φως του ήλιου τόσο έντονο που την αναγκάζει να μορφάσει πίσω απ’ τα μαύρα της γυαλιά. Ο καθαρός αέρας τής γεμίζει το στήθος, δίνοντάς της στήριγμα για να συνεχίσει να στέκεται στα πόδια της. Είναι κάπως βαριά ντυμένη για τέτοια μέρα κι αυτό την αγχώνει περισσότερο μα αυτά που κρύβουν τα ρούχα από κάτω τους είναι οι μόνοι σύντροφοί της σ’ αυτήν τη διαδρομή.

Πρέπει να βιαστώ σιγοψιθυρίζει. Πρέπει να το κάνω και κανείς και τίποτα δεν πρόκειται να με σταματήσει!

Η κίνηση στο δρόμο εφιαλτική. Προχωρά με γρήγορο σταθερό βήμα κοιτάζοντας ίσαμε δυο βήματα μπρος. Περνά ανάμεσα απ’ τους περαστικούς σπρώχνοντάς τους σχεδόν. Τα φανάρια μοιάζουν να κρατούν το κόκκινο για μια αιωνιότητα αλλά αδιαφορεί, τα προσπερνά, κι αυτή η κωλόγρια μπροστά της κάνει ό,τι μπορεί για να την καθυστερήσει. Λες και βάλθηκε να τα χαλάσει όλα. Λες και νομίζει πως είναι ικανή να αλλάξει τη γαμημένη τη μοίρα.

Καταπιέζει την επιθυμία να κόψει το λαιμό της γριάς και να την πετάξει στην άκρη για να κάνει χώρο μπροστά της και συνεχίζει την πορεία της. Κοιτάει με καχυποψία κάθε περαστικό, ο καθένας τους μπορεί να είναι ένας από αυτούς. Κοιτάζει λοξά τα μάτια τους, προσπαθώντας να καταλάβει. Αν είναι λευκά τότε δεν έχει πρόβλημα. Αν όμως κάποιος από αυτούς έχει ωχρό ασπράδι τότε θα πρέπει να τρέξει. Βλέπετε, την αναγνωρίζουν αμέσως μόλις πλησιάσουν σε απόσταση ενός μέτρου από αυτή. Πρέπει να είναι προσεκτική αν θέλει να ζήσει. Και θέλει να ζήσει. Γιατί έχει μια δουλειά να τελειώσει. Μία πολύ σοβαρή δουλειά.

Ο ιδρώτας τρέχει στην πλάτη της σταγόνες. Επιτέλους έφτασε στον προορισμό της. Στέκεται. Αφήνει κάτω τα πράγματα και παίρνει μιαν ανάσα. Και τότε ακούει έναν δυνατό κρότο πίσω της.

Η βαριά σιδερένια πόρτα της εγκαταλελειμμένης αποθήκης έκλεισε. Το φως στο χώρο λιγόστεψε μαζί με τις δυνάμεις της, κάνοντας τα πόδια της να τρέμουν. «Που είσαι;», φώναξε στον άντρα τη φωνή του όποιου είχε ακούσει λίγες ώρες πριν στο τηλέφωνο. Είναι σίγουρα αυτός σκέφτηκε, μόνο αυτός γνώριζε ότι θα έπρεπε να βρίσκεται σ’ αυτό το ραντεβού. Τους υπόλοιπους πέντε της συντροφιάς τους είχαν σκοτώσει ήδη οι σιχαμένοι οι κιτρινομάτηδες.

Σκύβει αργά αργά και σηκώνει τα δύο μεγάλα μαχαίρια της. Γυρίζει κρατώντας τα σφιχτά αλλά δε βλέπει κανέναν πίσω της. «Είσαι εκεί;» Ξάφνου αντιλαμβάνεται κάποιες γρήγορες κινήσεις, σκιές που τρέχουν να κρυφτούν στα σκονισμένα βαρέλια που υπήρχαν διάσπαρτα στο χώρο. Ο φόβος είχε κυριεύσει την ψυχή της και το κορμί ήταν έτοιμο να ακολουθήσει τις προσταγές του. «Εδώ είμαι», ακούστηκε στο βάθος η φωνή του. «Μείνε εκεί σε παρακαλώ και μην κάνεις καμιά βλακεία. Με κρατούν αυτοί.»

Πάγωσε ολόκληρη. Εφτά άτομα σε ολόκληρο τον κόσμο είχαν την ικανότητα να αναγνωρίζουν αυτά τα τρία τέρατα που κρατούσαν τον σύντροφό της αιχμάλωτο. Εφτά άτομα μόνο μπορούσαν να τους σκοτώσουν κι έμεινε πια σ’ αυτήν η υποχρέωση να σώσει τον κόσμο.

Μόνη της απέναντι σε τρία τέρατα της φύσης. Δεν τα είχε δει ποτέ ξανά από κοντά, αλλά είχε ακούσει γι’αυτά. Κάποιοι λέγαν ότι πρόκειται για τους γιους του διαβόλου. Άλλοι μίλαγαν για έναν τρελό επιστήμονα στις αρχές του αιώνα, ο οποίος προσπαθούσε να φτιάξει ανθρώπους από διάφορα ζώα. Έπαιρνε σκύλους, αρκούδες, αγελάδες, πιθήκους, λιοντάρια, και ένα σωρό άλλα κτήνη, και τα βασάνιζε για μήνες παλεύοντας μάταια να τους δώσει ανθρώπινη μορφή και συμπεριφορά. Αποτέλεσμα των πειραμάτων του, αυτά τα δαιμόνια. Τι πραγματικά είναι κανείς δεν ξέρει. Δεν την ενδιαφέρει αυτό έτσι κι αλλιώς. Όσο προχωράει στην αποθήκη τα πνευμόνια της γεμίζουν με μια περίεργη μυρωδιά μέντας. Τη σιχαινόταν αυτή τη μυρωδιά. Ήξερε από μικρή ότι αυτά χρησιμοποιούν άρωμα μέντας για να καλύψουν την πραγματική οσμή τους. Σαπίλας, αποσύνθεσης, μούχλας, μυρωδιά από έναν άλλο κόσμο, κατώτερο του δικού μας.

Και τότε τα είδε. Ψηλά όσο τρία μέτρα, γυμνά από ρούχα και τρίχωμα, σκέτη σάρκα να κολλάει πάνω σε ογκώδη οστά. Στο σημείο που στέκονταν είχε σχηματιστεί μία καφέ βρωμερή λιμνούλα, προφανώς από τα υγρά που απέβαλαν συνεχώς από κάθε πόρο του κορμιού τους. Αμέσως πάγωσε. Έμεινε να τα κοιτάει έκθαμβη. Παρατήρησε ότι το κάθε ένα από αυτά συμπλήρωνε το άλλο. Σαν τα κομμάτια ενός τερατόμορφου παζλ. Μόνο που έλειπε ένα από τα κομμάτια.

«Τι λείπει;», αναρωτήθηκε. «Και τι θα γίνει αν ενωθούν και τα τέσσερα μαζί;»

Μέσα σ’ αυτήν την αποπνικτική ατμόσφαιρα ή μόνη ευχάριστη μυρωδιά ήταν αυτή που ανέδυε το ιδρωμένο κορμί της. Θύμιζε τουλάχιστον κάτι ανθρώπινο, κάτι από τον ίδιο της τον εαυτό. Μέσα από μια θύελλα σκέψεων θυμήθηκε ξαφνικά ότι σήμερα ήταν τα γενέθλιά της. Έκλεινε τα 44 της χρόνια. Γεννήθηκε μια ζεστή ημέρα σαν και αυτήν, στις 6 Ιουνίου του 1966.

Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι το στοιχείο που τη συνέδεσε σε αυτό εφιαλτικό ταξίδι με τους υπόλοιπους έξι, ήταν η ηλικία τους. Και οι 7 είχαν γεννηθεί ακριβώς την ίδια στιγμή, πριν από 44 χρόνια. Στις 6/6/1966, η ώρα 6:06:06 το απόγευμα! Και οι εφτά είχαν παραλάβει το ίδιο σημείωμα πριν από 6 μήνες που έγραφε Η ψυχή σου μου ανήκει.

Όλα άρχισαν να αποκτούν κάποιο νόημα πια. Οι τρεις άνθρωποι με τα κίτρινα μάτια που τους κυνηγούσαν εδώ και έξι μήνες, δεν ήταν άλλοι από αυτά τα τέρατα που έβλεπε αυτή τη στιγμή μπροστά της. Η ανθρώπινη μορφή ήταν η κάλυψή τους για να περιφέρονται στον έξω κόσμο, μέχρι να μαζέψουν και τους 7 για να πάρουν από αυτούς την ψυχή που τους ανήκε.

Δεν ήξερε με ποιον τρόπο, αλλά ήξερε ότι έπρεπε πάση θυσία να σταματήσει αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Τη δική της ψυχή δεν θα την έπαιρναν ποτέ και ίσως αν ήταν τυχερή, ούτε και του μόνου συντρόφου που της είχε απομείνει. Ήξερε ότι θα έπρεπε με κάθε τρόπο να εξολοθρεύσει αυτά τα κτήνη, πριν πάρουν αυτό που ζητούσαν τόσο καιρό και πριν ενωθούν για να δημιουργήσουν το τέταρτο κομμάτι του παζλ. Το τέταρτο κομμάτι που δεν έπρεπε να γνωρίσει ποτέ αυτός ο κόσμος.

Κοιτάζει το ρόλοι της. Η ώρα είναι ήδη 5:43 λεπτά. Έχει μόνο λίγο χρόνο στη διάθεσή της έως ότου τελειώσει οριστικά αυτό που έπρεπε να κάνει. Ότι είναι να γίνει θα πρέπει να γίνει πριν από τις 6 η ώρα, 6 λεπτά και 6 δευτερόλεπτα.

Στο μυαλό της όμως επικρατούσε το απόλυτο κενό. Δε μπορούσε να σκεφτεί τίποτα, ούτε καν το όνομά της. Ο φόβος είχε κατακλύσει όχι μόνο το κορμί της αλλά και το νου της. Αντίθετα με αυτή, τα τρία τέρατα ήταν σε εγρήγορση και οσμίζονταν τον τρόμο της. Χωρίς χασομέρι, όρμηξε το πρώτο από αυτά κατά πάνω της. Δεν είχε υπολογίσει όμως τα αντανακλαστικά της. Αυτή αποφεύγει με ευκολία το γλοιώδες αυτό κτήνος και του πετυχαίνει μαχαιριά στην πλάτη. Το τέρας ξεφυσάει αλλά δε δείχνει πόνο. Μόνο ενόχληση. Εκείνη το μαχαιρώνει μερικές φορές ακόμα, αλλά αυτό είναι σκληρόπετσο,δε νιώθει πόνο.

«Στο πόδι!», φωνάζει δυνατά ο σύντροφός της εγκλωβισμένος στα δεσμά του. Κακώς. Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις που είπε. Λίγη προσπάθεια κατέλαβε το τέρας που τον φύλαγε για να του σπάσει τον λαιμό. Πάει και ο έκτος. Η ώρα είναι 6 ακριβώς.

Στο πόδι. Στο πόδι. Στο πόδι. Στο πόδι. Στο πόδι. Οι λέξεις αυτές αντηχούσαν στο μυαλό της ασταμάτητα. Στο πόδι. Μα τι εννοούσε; Όταν την ξαναπλησίασε το τέρας σήκωσε το μαχαίρι ψηλά και με όση δύναμη της είχε απομείνει το κάρφωσε στο πόδι του. Αυτό στρίγγλισε σαν μικρό κοριτσάκι κι εκείνη γονάτισε κλείνοντας τα αυτιά της. Είχε καταλάβει όμως πια. Δεν χρειάστηκε πάνω από τρία λεπτά μέχρι να εξουδετερώσει και τα τρία αυτά κτήνη.

Επιτέλους σιωπή. Η ώρα είχε πάει έξι και μισή. Εκείνη βουτηγμένη ολόκληρη στα καφετιά υγρά και το κολλώδες αίμα των αηδιαστικών πλασμάτων που μόλις είχε κατακρεουργήσει. Η βρώμα της έφερνε δύσπνοια. Με δυσκολία σηκώθηκε και έβγαλε ένα μπουκάλι με νερό. Ξέπλυνε το πρόσωπό της και άνοιξε τις πόρτες της αποθήκης. Στάθηκε και εισέπνευσε τον φρέσκο αέρα. Βγήκε.

Η γριά με το ψυχολογικό τραύμα.


Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010. Κυριακάτικη μουργέλα και ζέστη. Ο ήλιος μπαίνει από τα παράθυρα και καίει τα έπιπλα. Η καφέ πολυθρόνα με το λευκό σεμεδάκι ζεματάει και εκείνη κάθεται και αναστενάζει ικανοποιημένη καθώς η ζέστη ανακουφίζει τον πόνο στη μέση της. Πόνος που τη βασανίζει είκοσι χρόνια τώρα, από εκείνη την υγρή βραδιά του Αυγούστου που η ζωή της άλλαξε για πάντα.

Γριά μόνη, με μοναδική έγνοια τα αδέσποτα γατιά της γειτονιάς. Χωρίς καμία χαρά και ικανοποίηση, χωρίς παιδιά και εγγόνια, χωρίς φίλες και συγγενείς, χωρίς καμιά επιθυμία ή φιλοδοξία. Κάθε πρωί σηκώνεται, πλένει τα μούτρα της, φοράει τη μασέλα της, ντύνεται και κάθεται στην παλιά καφέ πολυθρόνα να πιει γάλα. Είκοσι χρόνια η ίδια ρουτίνα.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 1990. Το ξυπνητήρι χτυπάει ανελέητα, πήγε έξι, είναι ώρα να ξυπνήσει. Το κλείνει, ξυπνάει τον άντρα της που κοιμάται δίπλα της και κατευθύνεται προς το μπάνιο. Κοιτάζεται στον καθρέφτη και βλέπει τα γκρίζα μαλλιά της, «έχω αρχίσει να γερνάω», μονολογεί. Κοιτάει τις ρυτίδες, τα πεσμένα βλέφαρα, εντάξει, είναι και πενήντα έξι χρονών, δεν είναι κανένα νιάτο. Ο άντρας της φτιάχνει καφέ. Ετοιμάζονται για την δουλειά. Βοηθός αυτή στο εργαστήριο ερευνητικής χημείας για την ανάπτυξη νέων φυτοφαρμάκων. Ηλεκτρολόγος ο άλλος. Αυτός παίρνει το αμάξι, αυτή το τρένο, όπως πάντα. Κατά κανόνα μπαίνει στο τελευταίο βαγόνι, είναι πιθανότερο να βρει άδεια θέση να κάτσει. Άσε που άμα τρακάρουν με άλλο τρένο ο κίνδυνος είναι μικρότερος για το τελευταίο βαγόνι. Τόσα βλέπουμε στις ειδήσεις, ας είμαστε προνοητικοί. Η σημερινή μέρα δεν αποτελεί εξαίρεση. Το τρένο σταματάει μπροστά της κι αυτή μπαίνει στο τελευταίο βαγόνι. Μόνο που σήμερα το βρίσκει εντελώς άδειο. «Έφυγαν όλοι για τα νησιά. Αααχ, να πηγαίναμε κι εμείς διακοπές σε νησί. Να κάνουμε μπανάκια, να λιαστούμε»…Ένα κουδούνι διακόπτει τις σκέψεις της. Σταθμός Φάληρο. Μία έγκυος μπαίνει στο ίδιο βαγόνι. Κατεβαίνει στην επόμενη στάση. Το ίδιο κουδούνι ακούγεται ξανά. Και ένας άντρας με μαύρο κοστούμι κάθεται απέναντί της. Θυμίζει κοράκι, σκέφτεται αυτή και αρχίζει να πλάθει ιστορίες για το παρελθόν του. Ξάφνου όμως τον βλέπει να σηκώνεται και βιαστικά να βγάζει ένα μαντήλι από την τσέπη του. Ο νους της θόλωσε γρήγορα και τα μάτια της έκλεισαν.

Τρίτη, 7 Αυγούστου 1990. Το κεφάλι και το σώμα της πονάει. Κοιμήθηκε στον καναπέ. Είναι πολύ μεγάλη πια για να αποκοιμιέται στον καναπέ. Δεν το σκέφτεται όμως αυτό. Το μυαλό της καταστρώνει σχέδια και στρατηγικές. Κάποιος τη βίασε εχθές και αυτό δε μπορεί να το αφήσει να περάσει έτσι. Δε μπορεί να πάρει την αστυνομία, ξέρει την ανικανότητά τους και δεν έχει και κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τον βιασμό. Ο καταραμένος ήταν προσεκτικός και μεθοδικός. «Ανάθεμα! Ανάθεμα!», δε μπορεί να σταματήσει να μουρμουράει κατάρες. Ξυπνάει ο άντρας της και τρομάζει. «Πώς είσαι έτσι; Πάλι ξενύχτησες στην τηλεόραση; Να δω πώς θα πας στη δουλειά». Μάλιστα. Ό,τι ακριβώς της χρειαζόταν τώρα. Η ειρωνεία του ξεμωραμένου άντρα της. Τον αγνοεί και πάει να ετοιμαστεί. Κόβει και βάφει τα μαλλιά της. Βάζει ψεύτικες βλεφαρίδες και φοράει εκείνο τα μαύρο φόρεμα που είχε πάρει για γάμους και κηδείες. Βάφεται και φεύγει φροντίζοντας να μη δει ο άντρας της την αλλαγή της.

Βρίσκεται την ίδια ακριβώς ώρα στο ίδιο ακριβώς βαγόνι στο ίδιο ακριβώς κάθισμα. Στάση Φάληρο. Η ίδια έγκυος μπαίνει και βγαίνει στην επόμενη στάση. Τον βλέπει ξανά μπροστά της, να κάθετα ξανά στην θέση απέναντί της. Την κοιτάζει ερευνητικά, χωρίς όμως να δείχνει ότι την αναγνωρίζει. Προτού όμως σηκωθεί αυτός, σηκώνεται αυτή και τον ναρκώνει με μία επικίνδυνα γερή δόση υπνωτικού αερίου. Ευτυχώς τα φαρμακεία ανοίγουν νωρίς και ως χημικός μπορεί να αγοράσει ό,τι ουσία θέλει χωρίς να χρειάζεται βεβαιώσεις, υπεύθυνες δηλώσεις και άλλα γραφειοκρατικά. Ο κουστουμαριστός σωριάζεται με βρόντο στο πάτωμα.

Όταν συνέρχεται βρίσκεται δεμένος σε μία καφέ πολυθρόνα. Βλέπει τη γυναίκα με το μαύρο φόρεμα να σπρώχνει μακριά έναν καναπέ. Αυτή αντιλαμβάνεται ότι ξύπνησε και με το πάσο της φέρνει από την κουζίνα μία πετσέτα με πολλά διαφορετικά μαχαίρια μέσα. Βάζει το ραδιόφωνο να παίζει δυνατά.

«Με θυμάσαι;» του λέει. «Ποια είσαι; Τι θες από μένα; Τι σου έχω κάνει;»

Αυτή η ερώτηση την εξοργίζει. Του δίνει σφαλιάρα με όση δύναμη έχει και το φχαριστιέται. «Δε με θυμάσαι, ε; Χθες όταν με βίαζες με θυμόσουν όμως. Όταν με έβαζες να σκύβω και να σου λέω βρωμόλογα με θυμόσουν. Όταν μετά με έπλενες με το βρωμοσάπουνό σου με θυμόσουν.Όταν με παράτησες στο σταθμό με τα μάτια δεμένα με θυμόσουν».

Ο άντρας γουρλώνει τα μάτια. Το πρώτο μαχαίρι διαπερνάει την κοιλιά του. Αντί να το βγάλει, εκείνη συνεχίζει την τομή. Βρίσκει το στομάχι και με μανία το σκίζει. Και σταματάει. Ο άντρας φωνάζει και βογγάει. Αφαιρεί το μαχαίρι και αίματα και στομαχκά υγρά χύνονται παντού. Τότε ο άντρας φωνάζει ακόμα περισσότερο, ακόμα πιο απελπιμένα. Τα οξεά του στομάχου καίνε όσα σπλάχνα έχουν μείνει άθικτα. Τον αφήνει να πεθάνει αργά και βασανιστικά στο ίδιο του το ζουμί.

Ικανοποιημένη του γυρίζει την πλάτη και έκπληκτη αντικρίζει τον βλάκα τον άντρα της. «Ο μαλάκας σήμερα βρήκε να γυρίσει νωρίτερα;», σκέφτεται, και χωρίς καθυστέρηση βγάζει μια δυνατή στριγγλιά και του ορμάει με το μεγάλο μαχαίρι.

Και ξαφνικά έχει δύο νεκρά σώματα στο σαλόνι της. Και μια λίμνη αίματος.

Πλαστικές σακούλες, φτυάρι, κήπος, χώμα, άζαξ, χλωρίνη και νερό, άφθονο νερό. Στους γείτονες λέει ότι έπλυνε τα χαλιά κι αυτά είναι κόκκινα και ξέβαψαν. Την πίστεψαν. Γιατί όχι στο κάτω κάτω;

Όταν νυχτώνει για τα καλά και όλη η γειτονιά κοιμάται βγάζει στον κήπο ένα ένα τα πτώματα. Πρώτα του μακαρίτη του άντρα της που αν και δεν του άξιζε τέτοιο τέλος, δε μπορεί να στεναχωρεθεί γι’αυτόν. Ούτε να μετανιώσει. Και μετά το κάθαρμα που ευθύνεται για όλα αυτά. Τον πετάει με απέχθεια στη λακκούβα και ξεκινάει να την κλείνει.

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 1990. Επιτέλους τέλειωσε. Κάθεται στην καφέ πολυθρόνα και αφήνει ένα βογγητό. Ο πρώτος πόνος στη μέση. Αυτός που θα τη βασανίζει για τα επόμενα είκοσι χρόνια.

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 1990. Η αστυνομία βρίσκει νεκρό άντρα αγνώστου ταυτότητος και εκείνη τον αναγνωρίζει ως τον σύζυγό της. Και επίσημα πια θεωρείται χήρα. Βγαίνοντας από το νεκροτομείο, συναντάει την έγκυο. Είχε γεννήσει το μεσημέρι στο ίδιο νοσοκομείο και τη μεταφέρανε στο θάλαμό της. Μετά από δύο μήνες επιτέλους χαμογέλασε.

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010. Πίνει το γάλα της μονορούφι. Τα χέρια και τα πόδια της τινάζονται, το κορμί της συσπάται, από το στόμα της βγαίνουν αφροί, οι κόρες των ματιών της διαστέλλονται και αμέσως συστέλλονται κενές. Άδειο κουφάρι, νεκρό κορμί. Είχε ξεχάσει να βάλει φαγητό για τις γάτες. Κι αυτές μπαίνουν από το παράθυρο πεινασμένες…

« Previous entries