Archive for Ειδικότητα

Σήμερα στη δουλειά – Επεισόδιο 3: Το πειρατικό του Κάπταιν Τζίμη


Σήμερα το πρωί στη δουλειά, στα πλαίσια της καθημερινής ρουτίνας, πήγα να μετρήσω την πίεση σε έναν καινούριο άρρωστο παππούλη.

Η ώρα πρέπει να ήταν οκτώ και μισή το πρωί, ο θάλαμος μύριζε κλεισούρα και κατάκλιση.

«Καλημέεεερα, για δώστε μου το χέρι να μετρήσω μία πιεσούυυυλααα» του είπα, γλυκερή και διεκπεραιωτική, μου βγαίνει αυθόρμητα, και βούτηξα το χέρι του χωρίς να προλάβει να απαντήσει. Σήκωσα το μανίκι του και είδα πως είχε τατουαζ, έναν αετό, κάτι λέξεις ξεθωριασμένες σε λατινικό αλφάβητο, και μια ημερομηνία, έτος 1974.

Ενθουσιάστηκα με την ανακάλυψη, αμέσως συμπέρανα ότι ήταν ναυτικός στα νιάτα του, ήταν πράγματι, λοστρόμος.

Το τατού το είχε χτυπήσει στη Βραζιλία και είχε ταξιδέψει σχεδόν σε όλο τον κόσμο.

Μιλήσαμε λίγο για τα καράβια, αλλά ήταν αρκετά άρρωστος και προχωρημένος σε ηλικία για να μπορέσει να διατηρήσει συζήτηση. Άλλωστε, το πιεσόμετρο είχε μετρήσει ήδη την πίεσή του και έπρεπε να προχωρήσω και στους επόμενους ασθενείς.

Προτού φύγω, και ακόμα μαγεμένη από το μυστηριώδες πλάσμα που είχα απέναντί μου, τον γέρο ναυτικό, απήγγειλα Καββαδία, περήφανη που μπορούσα:

    Το πειρατικό του Κάπταιν Τζίμη

    Που μ’αυτό θα φύγετε κι εσείς

    Είναι φορτωμένο με χασίς

    Κι έχει τα φανάρια του στην πρύμη

    Μήνες τώρα που ‘χουμε κινήσει

    Και με τη βοήθεια του θεού

    Όσο που να πάμε στο Περού

    Το φορτίο θα το’χουμε καπνίσει

Ο παππούλης δεν εντυπωσιάστηκε με τις καββαδιακές μου γνώσεις, ρουθούνισε, και μουρμούρησε γκρίνιες για τους πόνους και τα ενοχλήματά του.

Ως γιατροί μαθαίνουμε να παίρνουμε ιστορικό και να κάνουμε ερωτήσεις. Μαθαίνουμε για τις ερωτήσεις κλειστού τύπου, που έχουν μία πολύ συγκεκριμένη απάντηση, και για τις ερωτήσεις ανοιχτού τύπου, που αφήνεις τον ασθενή να εκφραστεί ελεύθερα.

-Πού πονάς; -Στην κοιλιά

-Τι έπαθες; -Να γιατρέ, από προχθές με έπιασε ένας πόνος ξαφνικά εκεί που έβλεπα σαρβάηβορ […]

Η μισή δουλειά μας είναι να κάνουμε ερωτήσεις σε άγνωστους ανθρώπους.

Κι όμως, κάποιοι από εμάς, δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να κάνουμε απλές ερωτήσεις στους ανθρώπους του κοινωνικού μας κύκλου που θα θέλαμε να γνωρίσουμε καλύτερα. Κι εγώ μαζί μ’αυτούς.

Πώς σε λένε; Πόσο χρονών είσαι; Τι δουλειά κάνεις; Εσύ έχεις τατουάζ; Σου αρέσουν τα ταξίδια; Θα σου άρεσε να σου απαγγείλω Καββαδία κάποιο βράδυ, παρέα με τσιγάρο κάμελ και ουίσκι;

Σήμερα στη δουλειά – Επεισόδιο 2: Κράτος πρόνοιας


Σήμερα στη δουλειά δεν συνέβη και τίποτα το φοβερό οφείλω να ομολογήσω. Ένα ψηλό παιδί μου είπε γεια και χαμογέλασε και αυτό ήταν το highlight της ημέρας μου. Ή της βδομάδας. Ή του μήνα.

Τις προάλλες, όμως, στη δουλεια συνέβη κάτι συγκλονιστικό και τρομακτικά απάνθρωπο.

Εφημέρευα.

Η κλινική Χ κάνει εισαγωγή μία ασθενή και λόγω έλλειψης κλινών στους δικούςτης θαλάμους έρχεται ως φιλοξενία στους δικούς μας.

Ήταν βραδάκι, γύρω στις 10, και μόλις είχαμε τελειώσει την βραδινή επίσκεψη, όταν τα ρουθούνια μας συνάντησαν μία δυσάρεστη μυρωδιά. Μία νεαρή ασθενής μας πλησίασε κλαίγοντας, σε κατάσταση πανικού, ζητώντας να υπογράψει για να φύγει. Ακολούθησαν φωνές και άναρθρες κραυγές.

Η φιλοξενούμενη άρρωστη ήταν μία νεαρή βρωμερή άπλυτη άστεγη ψυχιατρική ασθενής, χωρίς αντίληψη του προσωπικού χώρου και της βαρύτητας της εισβολής του. Έκοβε βόλτες, φώναζε, άπλωνε την δυσωσμία της στις κλίνες των γειτονικών ασθενών, και προξενούσε μεγάλη αναστάτωση γενικώς.

Βρώμαγε, πολύ. Φώναζε, πολύ. Ενοχλούσε, πάρα πολύ.

Δυσφορούσαμε, όλοι.

Περισσότερο από όλους οι συνοδοί και συγγενείς των δύστυχων ασθενών μας, που αρχικά αναστατωμένοι παρακάλεσαν για αλλαγή θαλάμου. Είτε του οικείου τους, είτε της φιλοξενούμενης.

Ως εδώ καλώς, απόλυτα κατανοητή έκκληση, καθότι μιλάμε για ΒΡΩΜΑ.

Έλα όμως που δεν υπήρχε αλλού κρεβάτι.

Και κάπως έτσι ξεκίνησε μία τρομακτική επίδειξη της αγριότητας και ωμότητας του ανθρώπου.

Η αναστάτωση έγινε αγανάκτηση, η αγανάκτηση εξαγρίωση.

«ΒΓΑΛΤΗΝΑ ΤΩΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΤΗΝΕ ΒΓΑΛΩ ΜΟΝΟΣ ΜΟΥ»

«ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΗΛΑΔΗ ΑΡΜΟΔΙΟΣ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΜΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ, ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΣ, Α ΡΕ ΕΛΛΑΔΑΡΑ»

«ΑΝ ΔΕΝ ΤΗΝ ΠΕΤΑΞΕΤΕ ΕΞΩ ΕΣΕΙΣ, ΘΑ ΤΗΝ ΠΕΤΑΞΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ»

«ΤΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ, ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΝΩ ΑΝΑΦΟΡΑ»

Ως γιατρός, προσπαθείς να βοηθήσεις τους ανθρώπους. Είναι άρρωστοι, έχουν συγγενείς αρρώστους, οφείλεις να δείξεις υπομονή, ανεκτικότητα, κατανόηση. Κάθεσαι και ακούς τις φωνές του καθενός που θυμώνει με σένα γιατί δεν ξέρει με ποιον άλλον να θυμώσει, ή γιατί δεν ξέρει πώς αλλιώς να διαχειριστεί το τραγικό γεγονός του να έχεις τον άνθρωπό σου στο νοσοκομείο να πεθαίνει, ή γιατί ξερωγώ γιατί, γιατί. Και ως ένα σημείο είχαν δίκιο, η φιλοξενούμενη ΒΡΩΜΑΓΕ.

Αλλά η υπομονή κάποια στιγμή τελειώνει, η ανεκτικότητα φτάνει ως εκεί που φτάνει η ανθρωπιά.

Η Υγεία, δηλαδή, σύμφωνα με τους εν λόγω ανθρωπάκους, οφείλει να είναι Δημόσια και Δωρεάν μόνο για όσους έχουν σπίτι, λεφτά, δουλειά; Ή για τους μοσχομυριστούς;

Οι άστεγοι που δεν έχουν πού να πλυθούν, δεν έχουν δικαίωμα στην υγεία. Να ψοφήσουν στο πεζοδρόμιο.

Οι ψυχιατρικοί που δεν αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να πλυθούν, δεν έχουν δικαίωμα στην υγεία. Να τους κρεμάσουμε.

Υποκριτές, ανασφαλείς, απάνθρωποι υπάνθρωποι. Τομάρια, χλέπες, φλέμματα. Σιχαμένα ανθρωποειδή.

Λες και οι ίδιοι μοσχοβολάνε φρεσκάδα και ροδόνερο.
Λες και οι ίδιοι είναι ήσυχοι και αθόρυβοι.

Τελικά η φιλοξενούμενη ασθενής έχεσε στο κρεβάτι της, κατούρησε στο διάδρομο, έκανε ένα τσιγαράκι, και εξήλθε λάθρα.

Πιθανώς αυτή να ήταν και η άποψή της για τους ανθρώπους που συνάντησε στο νοσοκομείο.
Θα συμφωνήσω μαζί της. Αν είχε πάρει τις κουράδες στα χέρια της και τις πασάλειβε με πάθος στις μούρες όλων αυτών των απαράδεκτων υποκειμένων, δεν θα είχα φέρει αντίρρηση.

Μάλλον όμως απλώς έκανε την ανάγκη της και έφυγε γιατί βαρέθηκε.

Πώς αντιστέκεσαι στην παρόρμηση να γίνεις μισάνθρωπος;

Εκείνη η χαμογελαστή καλημέρα του ψηλού παλικαριού ήταν το highlight της ημέρας μου.

Σήμερα στη δουλειά – Επεισόδιο 1: Κουράδα στα ΤΕΠ


Δεν ξέρω τι με έχει πιάσει τις τελευταίες μέρες, ακούω τα μέταλ και πανκ τραγούδια που άκουγα στην εφηβεία. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν άλλη μία βουτιά στη νοσταλγία, καθότι είναι και της μόδας στην εποχή μας, και καθότι γιορτές, και τις γιορτές κυριαρχεί λιγάκι κάπως ένα καταθλιπτικό συναίσθημα στην ατμόσφαιρα.
Την στιγμή, λοιπόν, που για πολλοστή φορά υπενθύμισα στον εαυτό μου ότι οι Metallica λένε exit light, enter night, και όχι εντελβάις -μα πώς μου έκατσε αυτό το εντελβάις- συνειδητόποιησα ότι δεν είναι τυχαίο που αυτή η νοσταλγία αυτής της περιόδου διάλεξε το μέταλ και το πανκ των νιάτων μου.

Μου το έλεγε η φίλη μου η Λ. Είμαι συνέχεια τσίτα τελευταία. Δεν είχα κάνει τη σύνδεση.

ΤΣΑΝΤΙΛΑ λοιπόν.

Γι’αυτό οι Metallica και οι Iron Maiden και οι Ramones και οι Stooges και οι Dead Kennedys.

Και ξες γιατί έχω τσίτες;

Σήμερα στη δουλειά -πριν τέσσερις μέρες για να είμαι ειλικρινής- εφημέρευα στα Επείγοντα του νοσοκομείου και ένας ασθενής, επειδή εκνευρίστηκε, κατέβασε τα παντελόνια του και, μέσα στη μέση, έχεσε.

Αμόλησε μία μεγάλη δύσοσμη κουράδα.

Και ξες τι άλλο;

Για κάποιο λόγο, τα ΤΕΠ του νοσοκομείου, ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΑΡΑΘΥΡΑ. Είναι κλειστά ανήλιαγα κλουβιά με μία μοναδική έξοδο.

Ασφυξία και κλειστοφοβία.

ΜΑΣ ΕΧΕΣΕ ΣΟΥ ΛΕΩ.

Γι’αυτό έχω τσίτες.

Είμαι ειδικευόμενη παθολογικής κλινικής σε ένα μεγάλο νοσοκομείο της Αττικής και τέτοιες είναι οι συνθήκες εργασίας.

Προσπαθούμε να κάνουμε τη δουλειά μας όσο καλύτερα μπορούμε και μας έχουν χεσμένους -ενίοτε και κυριολεκτικά.

Να πάνε να χεστούν αυτοί, να πάνε να χεστούν όλοι τους.

ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΝΤΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΛΒΑΙΣ!