Archive for γκρίνια

Εφημερεύω.


Εφημερία. 19.30. Κάπως πρέπει να περάσει η ώρα. Θέλω να φάω. Δεν πεινάω. Μη φας, βαριέσαι. Ο άλλος έγραψε νουβέλες και μυθιστορήματα στις εφημερίες. Εγώ, αγαπητό ημερολόγιο.

Ας έρθουν τώρα που είναι νωρίς, ας μη με ξυπνάνε μέσα στη νύχτα. Άγχος. Θέλω να φάω.

Θέλω να φάω και να κοιμηθώ και να ξυπνήσω και να ζω σε ένα όνειρο, όπου όλοι οι ασθενείς γίνονται καλά, κανείς δεν πεθαίνει πριν τα 85, είναι αρκετά τα 85, προλαβαίνεις να κάνεις τις δουλειές σου, δεν υπάρχει καμία κρίση, όλοι κάνουμε τη δουλειά που αγαπάμε, με συναδέλφους και συνεργάτες που αγαπάμε, η σοκολάτα δεν παχαίνει, τα σουβλάκια κάνουν καλό στον οργανισμό, και οι μανούλες μας τρίβουν την πλάτη μέχρι τα βαθιά γεράματα, γιατί μπορούν.

Μανούλα. Βαθιά γεράματα. Yes, please.

Θέλω να φάω. Ας φάω. Πάω να φάω.

Εφημερεύω.

Είναι κάτι μέρες.


Είναι κάτι μέρες που τα πάντα στραβώνουν. Είναι κάτι μέρες που τίποτα δεν σου κάθεται έτσι όπως το θες. Είναι κάτι μέρες που κάθεσαι στην καρέκλα κιουρία, αμέριμνη, μακάρια, και, τσουπ, αυτή σπάει. Διαολεμένη καρέκλα.

Είναι κάτι μέρες που σου πέφτουν τα μαλλιά. Είναι κάτι μέρες που βουλώνει η αποχέτευση και πλημμυρίζει το μπάνιο. Είναι κάτι μέρες που σφουγγαρίζεις βρωμόνερα στις 2 το πρωί και στεγνώνεις το κρεβάτι σου με το πιστολάκι. Καταραμένες τρίχες.

Είναι κάτι μέρες που το μανικιούρ δεν έχει στεγνώσει ενώ νόμιζες πως είχε στεγνώσει και πας να χτενίσεις τα μαλλιά σου. Μαλλιά στο μανό και μανό στα μαλλιά. Αναθεματισμένο μανό.

Είναι κάτι μέρες που νυστάζεις, μα δε μπορείς να κοιμηθείς, γιατί η σκέψη σου πηδάει από τη μία θεματική στην άλλη, γιατί δεν θες να σκέφτεσαι αυτό το Ένα και Μοναδικό Θέμα που θες να σκεφτείς. Κι εσύ ζορίζεσαι να μην σκεφτείς. Κι όσο ζορίζεσαι τόσο ξυπνάς και όσο ξυπνάς τόσο δεν κοιμάσαι και να, η ώρα πήγε τέσσερις. Κατάρα.

Είναι κάτι μέρες που δεν θες να είσαι στο σπίτι και δεν θες να είσαι ούτε εκτός σπιτιού. Είναι κάτι μέρες που δεν θες να είσαι. Ανάθεμα.

Είναι κάτι μέρες που θες λίγη στοργή και προδέρμ και αντ’αυτού βιώνεις απόρριψη και ενοχή.

Είναι κάτι μέρες που συμβαίνουν όλα αυτά.

Αυτές οι μέρες, διαπίστωσα, τείνουν να συμπίπτουν με τις μέρες που δεν έχω μαθήματα ή εξεταστική.

Είναι κάτι μέρες που έχω διακοπές.

Και κάπως έτσι γεννιούνται οι γουορκαχόλιξ, φαντάζομαι.

Δεν είναι ότι αγαπάμε να δουλεύουμε. Είναι που φοβόμαστε τι θα μας συμβεί αν σταματήσουμε τη δουλειά.

(εγώ)

 

Ώκγωρντ.


Είναι κάτι στιγμές αμήχανες.

Που βιώνεις ένα κλισέ.

Και είναι τόσο άβολο όταν τα συναισθήματά σου είναι έτσι γραφικά.

Τόσο άβολο. Και κλισέ. Και παράξενο.

Γιατί ένα τραγούδι λέει αυτά που σκέφτεσαι και τότε καταλαβαίνεις.

Ότι η σκέψη σου δεν είναι πρωτότυπη. Τα συναισθήματά σου ομοίως. Ότι άλλοι μπόρεσαν να πουν αυτά που εσύ φοβάσαι να πεις.

Και είναι και πιασάρικο τραγούδι, γαμώτο. Δεν είναι καν ένα ομπσκιούρ κουλτουρέ να το παίξεις και βαριά κουλτούρα αφυψηλού να μην σε καταλάβει και κανείς.

Και δηλαδή τι, θα πρέπει να εκθέσω τα συναισθήματά μου τώρα;

Πόσο άβολο.

Ώκγωρντ.

#asemas

Χυλόπιτες.


Είμαστε άνθρωποι. Και ως τέτοιοι τρέφουμε αισθήματα για άλλους ανθρώπους, είτε διαρκείας, είτε προσωρινά, δυνατά ή χλιαρά, αρνητικά ή θετικά. Τίποτα περίεργο ως εδώ. Το αξιοπερίεργο είναι το εξής. Ένα μικρό μέρος, πολύ μικρό, από αυτά τα αισθήματα χαίρει ανταπόκρισης. Κοινώς, η χυλόπιτα είναι στάνταρ στο μενού ημερησίως. Με διάφορες παραλλαγές βεβαίως βεβαίως. Παραθέτω ορισμένες:

Πρώτα απ’όλα, η ερωτική χυλόπιτα. Γουστάρεις γκομενάκι κι αυτό στο παίζει βαρύ πεπόνι. Ασκείς γοητεία εσύ, τίποτα. Βάζεις πειθώ και στυλ, τίποτα. Δε σε γουστάρει το γκομενάκι, φιλαράκο, τι να κάνουμε. Παίζει να βαρέσεις και μια χαζογκομενίαση, αλλά τελικώς το παίρνεις απόφαση. Δε γουστάρει, πάμ’ παρακάτω.

Ακολούθως, η φιλική χυλόπιτα. Έχεις φιλαράκι και το εμπιστεύεσαι. Είναι φίλος σου με την ουσιαστική έννοια του όρου. Ώσπου μια μέρα σε παρατάει ξεκρέμαστο στη μέση του δρόμου να ψάχνεσαι. Ή σε πουλάει ο φίλος-λαδέμπορας για μια χούφτα δολλάρια. Ή έστω, ευρώ. Ή λίρες. Άντε να την ξεπεράσεις αυτή τη χυλόπιτα.

Έπειτα, η κρύα χυλόπιτα. Και να που έχεις βρει ένα άτομο και το θεωρείς πολύ κουλ ρε παιδί μου. Το θαυμάζεις σαν να λέμε. Αποζητάς την επιδοκιμασία του. Σε νοιάζει η γνώμη του. Και να που προσπαθείς να σε προσέξει, να που προσπαθείς να το μιμηθείς, να που προσπαθείς να αποδείξεις τον εαυτό σου, να που τρως τη χυλόπιτα, γιατί κατά πως φαίνεται οι προσπάθειες δεν πιάσανε τόπο.

Τέταρτη, η γονεϊκή χυλόπιτα. Ναι, ναι, καλά καταλάβατε. Είτε είσαι κόρη είτε είσαι γιος, η γονεϊκή χυλόπιτα είναι από τις χειρότερες και χωρίζεται σε γονεϊκή χυλόπιτα πρώτου βαθμού, όπου ο γονιός δεν εγκρίνει τις επιλογές σου αλλά σε υποστηρίζει, γονεϊκή χυλόπιτα δευτέρου βαθμού, όπου ο γονιός αμ δεν εγκρίνει τις επιλογές σου, αμ δε σε στηρίζει, η γονεϊκή χυλόπιτα τρίτου βαθμού, όπου ο γονιός σε διώχνει μακριά του, και η γονεϊκή χυλόπιτα τέταρτου βαθμού, όπου ασ’τα να πάν’ στο διάολο, ψάξε αλλού για γονείς.

Λαστ μπατ νοτ λιστ, η ιντερνετική χυλόπιτα. Τα’χουμε ξαναπεί. Facebook, Twitter, Tumblr, msn, yahoo messenger, skype, gtalk, buzz, meme, friendfeed και όλα αυτά τα site κοινωνικής δικτύωσης και μη. Γνωρίζεις κόσμο εκεί. Ακολουθείς, προσθέτεις, ζητάς άδειες, αιτήσεις και βρίσκεις ανθρώπους μ’ένα σωρό τρόπους. Και βρίσκεις και κάποιον που σε ενδιαφέρει. Για οποιοδήποτε λόγο. Και τους στέλνεις ένα request. Και τζουπ τρως ένα ignore μεγαλοπρεπέστατο και μένεις με το πουλί στο χέρι. Να αναρωτιέσαι. Μα γιατί;

Πολλές οι χυλόπιτες που τρώμε εμείς οι άνθρωποι. Τόσες που αναρωτιέμαι, γιατί συνεχίζουμε να κάνουμε παρέα με άλλους ανθρώπους αφού μας απορρίπτουν έτσι στην ψύχρα; Λίγοι και καλοί θα μου πεις. Αξίζει τον κόπο όμως;

Γαμώ την κοινωνία μου, θα πάω να κάτσω πάνω σ’ένα βουνό και θα σας βλέπω όλους από ψηλά. Θα βλέπω εσάς και τη μιζέρια σας αλλά δεν θα σας έχω ανάγκη. Γιατί είμαι ο Χουλκ.

Avatar


Εδώ και αρκετό καιρό γίνεται σούσουρο για την καινούρια ταινία του James Cameron, το Avatar. Είναι 3D, είναι επιστημονικής φαντασίας, είναι η καλύτερη, είναι φοβερή, είναι απίστευτη και όλα αυτά. Οι κριτικοί και ο Τύπος την εκθείαζουν, μερικοί γνωστοι που την είδαν επίσης, ε, είπα κι εγώ, να πάω να τη δω. Και απογοητεύτηκα.

Κατ’αρχάς η ιστορία, όπως πολλοί έχουν ήδη πει, θύμιζε Ποκαχόντας. Οι κακοί στρατόκα**οι καταπατητές που σκοπεύουν να επεκταθούν σε περιοχή ιθαγενούς πολιτισμού με το στανιό, αν όχι διαφορετικά, αλλά η θυγατέρα του αρχηγού της φυλής και ο καλός, όμορφος και ιδιαίτερος στρατιώτης ερωτεύονται και τότε τα πράγματα γίνονται λίιιιιιγο πιο περίπλοκα. Επίσης, η ζούγκλα, τα ζώα και οι επιστήμονες θύμιζαν Jurassic Park. Όχι απλώς θύμιζαν, μερικές σκηνές μοιάζουν να είναι c/p, όπως αυτή με τον πρωταγωνιστή στην πρώτη του βόλτα στο δάσος ως άβαταρ όπου συναντάει το ογκώδες επικίνδυνο ζωάκι και πρέπει να σταθεί ακίνητος ενώ οι δύο επιστήμονες του φωνάζουν οδηγίες από απόσταση. Ακόμα μία έντονη επιρροή (σε σημείο αντιγραφής) που παρατήρησα είναι η ταινία Eragon. Το όλο θέμα με τα πτηνά και την αμφίδρομη επιλογή και την τηλεπαθητική επικοινωνία έκανε μπαμ ότι είναι ακριβώς το ίδιο και στις δύο ταινίες.

Avatar

Θα μου πείτε όμως, δεν υπάρχει παρθενογένεση (μου το είπε όντως φίλος όταν γκρίνιαζα περί έλλειψης πρωτοτυπίας) άρα να μη ζητάω κι εγώ πολλά. Και σας λέω, άντε, εντάξει, να το δεχτώ ότι δεν είναι μία ξεχωριστή ταινία σεναριακά. Με τα εφέ όμως; Τι γίνεται με τα εφέ;! Μία ταινία όπως αυτή, που δηλώνει επιστημονικής φαντασίας και διαφημίζεται ως εφετζίδικη, με μπαμ μπουμ, φανταστικά πλάσματα, άλλους πλανήτες, διαστημόπλοια και ιστορίες, και η οποία τα έχει όλα αυτά πράγματι, γίνεται να είναι μέτρια στα ηχητικά της εφέ;;;! Μα να βλέπεις την έκρηξη, τις φωτιλες, τους καπνούς, σπασμένα κομμάτια να πετάνε στον αέρα και να ακούς ένα σκέτο «ΜΠΑΜ»; Να μην τραντάζονται τα μέσα σου, να μην κουνιέται το κάθισμα;! Πού είναι τα Dolby Digital και Dolby Surround;;! Χάνει πολύ το στοιχείο του εντυπωσιασμού και ενώ θα μπορούσε να είναι πολύ, πάρα πολύ καλύτερη, με λίγη ρύθμιση στον ήχο.

Πολύ καλύτερη θα μπορούσε να είναι αν ήταν και μικρότερη. Μερικά κομμάτια της ιστορίας πάααααααρατραβήχτηκαν, ενώ η τελικά μάχη ήταν όντως επική. Σε έκταση. Τρεις ώρες είναι πολλές για μία ταινία, ευτυχώς έγινε διάλειμμα στην αίθουσα που την είδα. Μικρό διάλειμμα, αλλά απ’το ολότελα…

Avatar

Τέλος. το 3D. Λάθος, λάθος, λάθος και πάλι λάθος. Χαλάει η τσαχπινιά του 3D όταν μαζί με την ουρίτσα που ξεπετάγεται έξω από την οθόνη βλέπειςτους μπροστινούς σου, τους τοίχους μπροστά, δεξιά και αριστερά και τα όρια του λευκού πανιού. Αν η προβολή γινόταν σε κάποιου είδους κουβούκλιο ή αν τα γυαλιά είχαν κάποιου είδους παρωπίδες ώστε να μην παρεμβαίνουν άλλα στοιχεία στη διαδικασία της προβολής το αποτέλεσμα θα ήταν το επιθυμητό και δεν θα ήτν και τόσο κουραστικό. Γιατί ήταν και απίστευτα κουραστικό να βλέπεις αυτό το ναι-ας-πούμε-κάπως-3D. Αφήστε που τα γυαλιά ήταν πραγματικά πολύ κουραστικά. Όλο έπεφταν ή άλλαζαν θέση ή με γαργαλούσαν ή μου προκαλούσαν φαγούρα. Έτσι κι αλλίως φοράω γυαλιά μυωπίας, οπότε το επιπλέον ζευγάρι δεν καθόταν καλά στη θέση του λόγω της ύπαρξης του πρώτου. Παρ’όλα αυτά, για τα 3D γυαλιά έχουν ακουστεί παράπονα και από αλλού.

All in all, το Άβαταρ, δεν είναι μία κακή ταινία. Απλώς δεν είναι τόοοοσο καλή όσο δηλώνει ότι είναι. Θα μου άρεσε να την ξαναδώ ίσως μετά από κανέναν χρόνο, σε DVD, στην άνεση της πολυθρόνας μου, με όσο διαλείμμματα θέλω και χωρίς τα 3D γυαλιά!

Avatar