Archive for Γενέθλια

25 ή Τα καλύτερα συμβαίνουν εκεί που δεν τα περιμένεις


Τα καλύτερα, λένε, συμβαίνουν εκεί που δεν τα περιμένεις.

Βρε τι βλακείες, έλεγα εγώ.

Κανείς δεν εξηγούσε ποτέ τι είναι αυτά τα καλύτερα, σε σχέση με τι είναι καλύτερα, είναι όντως Τα Καλύτερα ή είναι απλώς καλύτερα από τα σκατά που ζούμε τώρα, θα μπορούσαν, ας πούμε, αντικειμενικά, να είναι μέτρια, αλλά καθότι το μέτριο είναι καλύτερο του κακού, άρα το μέτριο είναι το καλύτερο;

Και τι εννοούν όταν λένε εκεί που δεν το περιμένεις; Λες και κάθεται κάποιος και περιμένει να συμβεί κάτι απροσδιόριστα καλύτερο από το ισχύον; Πώς κάθεται κάποιος και περιμένει; Τις απαιτήσεις εννoούν; Την απραξία μήπως;

Δεν καταλάβαινα.

Τώρα καταλαβαίνω.

Το ρητό είναι χαζό και ασαφές και απολύτως εκτός πραγματικότητας.

Μα καμιά φορά όμως, καμιά φορά λέω, συμβαίνει κάτι καλό, και συμβαίνει να είναι αναπάντεχο.

Οφείλουμε να το εκτιμήσουμε.

Γιατί εκτός από καλό, καμιά φορά μπορεί να είναι και ιδιαίτερο και όμορφο.

Και παράξενο, πιθανώς.

Το εκτιμήσα.

Και αποφάσισα να το φωνάξω και σε ολάκερα τα ίντερνετς, γιατί του αξίζει.

Αξίζει να ειπωθεί και να καταγραφεί και να ανακοινωθεί ότι κάτι καλό συνέβη.

Είχε πολύ καιρό να συμβεί.

23


Πάν’ και τα 23, τα έκλεισα.

Χμ.

Βρε πώς πέρασε ο καιρός, σαν χθες είχα πάλι γενέθλια, ήμουν στη Βοστώνη, στο συνέδριο, πεινασμένη, κουρασμένη, να μου λείπει ο τότε φίλος μου.

Χα.

Σαν χθες και σαν αιώνας.

Εικοσιτριών χρονών και ενός αιώνα.

Κι αν πέρασε ένας αιώνας, ανάθεμα αν έλυσα τις περσινές απορίες και ανασφάλειες. 

Έμαθα όμως σ’αυτόν τον χρόνο πως ναι, θα πάρω πτυχίο, μάλλον με λίαν καλώς, και πως θα κάνω αγροτικό και διατριβή. Έμαθα πως πρέπει να έχω αυτοπεποίθηση, γιατί η διαφοροδιαγνωστική μου σκέψη δεν είναι τελείως εκτός τόπου και χρόνου, δεν είμαι γκαζμάς. Έμαθα πως όσο πιο πολύ διαβάζεις τόσο περισσότερο χρειάζεται να διαβάσεις. Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.

Έμαθα πως βαριέμαι τα χειρουργεία και πως τα χειρουργικά μπυτζαμάκια που καταπιέζουν τον πισινό και πως η μονοχρωμία δεν τονίζει.

Έμαθα πως θέλω να γίνω μάνα και θέλω οικογένεια.

Έμαθα πως μπορεί να σου λείψει μία κατάσταση, αλλά όχι απαραίτητα κι ένας άνθρωπος.

Έμαθα πως είναι οι κινήσεις αυξανόμενης οικειότητας που πρέπει να προσέχεις, γιατί μπορεί να γίνεις εμμονικός εκεί που δεν το περιμένεις.

Έμαθα πως αυτή την ίδια την οικειότητα την διεκδικείς, δεν στην χαρίζουν.

Έμαθα πώς να περπατάω με τακούνια.

Έμαθα πώς να βάζω λακ.

Έμαθα πως φίλοι σου είναι αυτοί που σε βλέπουν άπλυτο, ακατάστατο και μπίχλη και παρ’όλα αυτά σ’αγκαλιάζουν, και φίλοι σου είναι αυτοί που μοιράζεσαι το φαγητό και τον καφέ σου χωρίς να ζητήσει ο ένας την άδεια του άλλου, είναι αυτονόητο.

Έμαθα πως έχω τύπο τελικά. Τσιμπολογούσε τις ξανθιές, ήταν ωραίος ο Μπάμπης ο φλου.

Έμαθα πως, ψέμματα, ήξερα πως όλοι οι γάτοι είναι μουσικοί, γι’αυτό ακούς παντού τρελή, τρελή μουσική.

Ω ντρίνγκι ντρίνγκι ντρίνγκι! 

Έμαθα πως, you don’t own me.

 

 

Και έμαθα πως στην αναβροχιά υπάρχουν και τα ίντερνετς.

22


Είκοσι δύο.

Άργησα λίγο, μα δεν γινόταν να μην γράψω κάτι με αφορμή τα γενέθλια. Τρίτος χρόνος, πάω για καθιέρωση.

Πέρασε μια βδομάδα, ήμουν έξω βλέπεις. Πολύ έξω. Έξω από τη χώρα. Έξω από την ήπειρο. Έξω από αυτό το κομμάτι γης. Πέρασα τον Ατλαντικό.

Μαλάκα μου, πήγα Αμερική.

Και δεν ήθελα να φύγω. Και θέλω να ξαναπάω.

Είκοσι δύο το λοιπόν. Να μία καλή ηλικία να σε χτυπήσουν τα υπαρξιακά σου στη μούρη. Είκοσι δύο.

1. Εγώ πότε θα πάρω πτυχίο;

2. Το θέλω με βαθμό ή δε με νοιάζει;

3. Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω;

4. Πού θα κάνω ειδικότητα;

5. Ευρώπη ή Αμερική; Ή μήπως Καναδά; Η Αυστραλία πέφτει μακριά.

6. Παθολογία ή χειρουργική;

7. Πότε θα παντρευτώ;

8. Άραγε θα παντρευτώ;

9. Εγώ πότε θα γίνω μάνα;

10. Θα γίνω καλός γονιός;

11. Πότε θ’αρχίσω δίαιτα;

12. Και γυμναστήριο;

13. Πότε επιτέλους θα μάθω να περπατάω με τακούνια;

14. Πώς βάζουν λακ;

15. Προφυλακτικά ή αντισυλληπτικά;

16. Κιθαρίστας ή ντράμερ;

17. Ποιο είναι το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σε ένα κρουασάν;

18. Πώς ζει κάποιος έτσι, εδώ, τώρα;

19. Πώς ζει κανείς μόνος του;

20. Πώς είναι να είναι κανείς ενήλικος; Κανονικά εννοώ, όχι μόνο ηλικιακά.

21. Πώς κρατάς τους φίλους σου φίλους σου;

22. Γιατί έτσι;

Χέσε ψηλά κι αγνάντευε.

Ο Πωλ το έθεσε πιο κομψά. Λετ ιτ μπη.

Black Jack


Blackjack, σαναλέμε εικοσιμία. Τραβάς φύλλα μέχρι να φέρεις άθροισμα εικοσιένα ή τέλος πάντων μέχρι να νικήσεις τη Μάνα. Τον κρουπιέρη που λένε και στα καζίνα. Μπούρδες. Η τριανταμία είναι καλύτερη, και έχει και το φύλλο άσσο-τέσσερα που κερδίζει τα πάντα. Εκτός από το τριάντα ένα φυσικά.

Εικοσιμία, σαναλέμε είκοσι ενός. Είκοσι ενός χρονών πρέπει να είσαι τουλάχιστον για να παίξεις σε καζίνο. Στην Αμερική πίνεις και μπύρα άμα θες.

Κι έτσι όπως κάθεσαι ακουμπώντας το ένα χέρι στην τσόχα και κρατώντας στο άλλο χέρι το τζιντόνικ, μετράς τα χαρτιά κι υπολογίζεις, έφτασες τα εικοσιένα, στοπ τώρα. Και σε κοιτάζει η Μάνα και σε ρωτάει τι θες να κάνεις μετά. Πώς θα συνεχίσεις; Θα πάρεις το ποτηράκι σου και θα πας αλλού ή θα συνεχίσεις να τζογάρεις; Μετρώντας να φτάσεις τα εικοσιδύο και μετά τα εικοσιτρία και μετά τα εικοσιτέσσερα και μετά τα εικοσιπέντε και μετά τα…

Και διαλέγεις να συνεχίσεις φυσικά γιατί έτσι παν’αυτά. Ως τα εικοσιένα σου κάθεται καλά το φύλλο και αράζεις. Ωραία είμαστε εδώ, ας συνεχίσουμε.

Σλουρρρρ, τραβάς γουλιά από τον τζιντόνικ σου. Χιτ μι. Οχτώ, δεκαοχτώ, είκοσι, ρίξε κι άλλο, το’χω, ντάμα, φτου γκαντεμιά, τριάντα, κάηκες.

Δεν πα’ να ρίξεις καμιά ματιά στο πόκερ καλύτερα;

Εγώ πάντως προτιμώ την πρέφα. Ξεκινώ με κάσα τριάντα και κατεβάζω. Κι άμα μου κάτσει καλή καραμπίνα το φωνάζω εννιά άχρωμα και μαζεύω καπίκια να φαν’ κι οι κότες.

Αυτό μάλιστα. Άμα χάσεις κερνάς λουκουμάκι και πάμ’ απ’την αρχή. Άμα κερδίσεις είσαι ο άρχοντας της πρέφας και παμ’ απ’την αρχή. Δίκαια πράγματα. Πονταρίσματα κι αηδίες. Κι άμα δε σου κάτσει καλό το φύλλο «Ιχ. Ανατριχιαστικό! Πάσο». Και σε πληρώνουν κιόλας.

Με πιάνεις;

Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ’ένα κρουασάν είναι να το αλείψεις με μερέντα και να το φας.

Του χρόνου θα δοκιμάσω το τάβλι.

20


Είκοσι χρονών. Εντός ολίγων ωρών.

Πότε πέρασαν είκοσι χρόνια ζωής;

Σαν χθες θυμάμαι τότε στο νηπιαγωγείο που με πήγαινε η μητέρα μου κι ερχόταν το μεσημέρι να με πάρει ο παππούς. Και με κράταγε από το χέρι και περνάγαμε τον δρόμο τρέχοντας, ναι, τρέχοντας.

Κι ύστερα, στο δημοτικό, όταν ήμουν παρίας και όλοι με κοροίδευαν και κάθε πρωί έκλαιγα και έκανα τη ζωή της μάνας μου δύσκολη. Με τα χίλια ζόρια με έμπαζε στην τάξη.

Στο γυμνάσιο η πρώτη μου μεγάλη αλλαγή. Η πρώτη μου επιστροφή με το λεωφορείο ολομόναχη. Ακόμα θυμάμαι το άγχος και τη νύστα που είχα. Έπαιρνα τηλέφωνο συνέχεια τον αδερφό μου να βεβαιωθώ ότι πάω καλά.

Λύκειο και τα μυαλά στα μπλέντερ. Διάβασμα, σχολικό και εξωσχολικό. Η αναζήτηση της μόρφωσης, η επιδίωξη μίας συνειδητής διαφορετικότητας, η εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο.

Και κάπως έτσι ξεκίνησε μία σειρά λαθών και κακών αποφάσεων που πληρώνω.

Τον τελευταίο χρόνο έζησα εμπειρίες τραυματικά μοναδικές και μοναδικά τραυματικές. Το ένα χτύπημα μετά το άλλο. Και δεν έζησα πράγματα που αναμένεται να ζήσει κανείς στην ηλικία των 19. Ίσως τα ζήσω καθυστερημένα. Ίσως και ποτέ.

Μα σε λίγο κλείνω τα είκοσι. Μπαίνω στην τρίτη δεκαετία της ζωής μου, κορίτσι για παντρειά δηλαδή. Η γιαγιά έχει ετοιμάσει ήδη τα προικιά και αναμένει γαμπρό.

Μα πότε σταμάτησα να χαίρομαι για τα γενέθλιά μου; Νομίζω όταν σταμάτησαν να με ενδιαφέρουν τα δώρα. Δεν τα βλέπω πια ως ευκαιρία να μου πάρουν την καινούρια Barbie ή το κουκλόσπιτό της. Δεν τα βλέπω ούτε ως ευκαιρία να πιω και να διασκεδάσω. Το προσπάθησα τραυματικά -κι αυτό- ανεπιτυχώς.

Για τα γενέθλιά μου, λοιπόν, δεν θέλω τίποτα.

Δεν θέλω τίποτα σπουδαίο.

Δεν θέλω τίποτα σπουδαίο τελικά.

Μόνο εσένα και τραγούδια ηλεκτρικά.

Θέλω μονάχα εσένα δίπλα μου, μου ξεστραβώνεις το μυαλό μου και την τύφλα μου.

Που είπαν και οι Magic DeSpell.

Ναι, εσένα.

Εσένα ντε.

Ναι.