Ώκγωρντ.

Είναι κάτι στιγμές αμήχανες.

Που βιώνεις ένα κλισέ.

Και είναι τόσο άβολο όταν τα συναισθήματά σου είναι έτσι γραφικά.

Τόσο άβολο. Και κλισέ. Και παράξενο.

Γιατί ένα τραγούδι λέει αυτά που σκέφτεσαι και τότε καταλαβαίνεις.

Ότι η σκέψη σου δεν είναι πρωτότυπη. Τα συναισθήματά σου ομοίως. Ότι άλλοι μπόρεσαν να πουν αυτά που εσύ φοβάσαι να πεις.

Και είναι και πιασάρικο τραγούδι, γαμώτο. Δεν είναι καν ένα ομπσκιούρ κουλτουρέ να το παίξεις και βαριά κουλτούρα αφυψηλού να μην σε καταλάβει και κανείς.

Και δηλαδή τι, θα πρέπει να εκθέσω τα συναισθήματά μου τώρα;

Πόσο άβολο.

Ώκγωρντ.

#asemas

Αδύναμοι παλιοχαρακτήρες.

Κάθεται στο γραφείο, τυλιγμένη στο γυαλιστερό ρούχο της, ιδρώνει από τη ζέστη που βγάζει το λάπτοπ, και σου κάνει τα γλυκά μάτια. Σου φωνάζει “με θες” κι εσύ παλεύεις να αντισταθείς. Της αλλάζεις θέση, την κρύβεις, κατεβάζεις μπουκάλια νερό, φουσκώνεις ξεφουσκώνεις.

Υποκύπτεις.

Γαμώτο σου σοκολάτα.

Κάθεται στον πάγκο, παρέα με τους φίλους του, σε κοιτάνε όλα μαζί στο μισοσκόταδο, σου κλείνει το μάτι. Θαρρείς το έκλεισε στον αποπίσω, αλλά ξέρεις καλά, εννοεί εσένα. Κάνεις τον χαζό. Κοιτάς αλλού. Σφυρίζεις αδιάφορα.

Υποκύπτεις.

Γαμώτο σου τζιντόνικ.

Κάθεται στο κρεβάτι, απλώνει την αρίδα του, μια τεντώνεται μια διπλώνει, σε τυλίγει στην αγκαλιά του, σε σφίγγει, σε ζεσταίνει. Πρέπει να φύγεις, αλλά αυτό σε κρατάει. Γυρνάς, στριφογυρνάς, μπλέκεσαι, ξεμπλέκεσαι, φυσάς ξεφυσάς.

Υποκύπτεις.

Γαμώτο σου πάπλωμα.

Κάθεται στην καρέκλα απέναντί σου, πίνει καφέ, καπνίζει τσιγάρο. Ρίχνει ζαχαρίτσα, ρίχνει γαλατάκι, σε κοιτάζει στα μάτια, σου λέει συγγνώμη, θα διορθωθώ, τον κοιτάς, τον ξανακοιτάς, θυμώνεις ξεθυμώνεις.

Υποκύπτεις.

Γαμώτο σου μαναράκι.

Μ’αυτό σε λούπα, ξανά και ξανά μέχρι να εντυπωθεί στον εγκέφαλο να το βλέπεις στον ύπνο σου.

Drinking my vodka and lime, I look around, leaves are brown, and the sky is a hazy shade of winter.

Συμπάθεια και κατανόηση για τους αδύναμους χαρακτήρες.

Προσπαθούμε οι καημένοι, μα μας κουνιούνται και δεν έχουμε ισχυρές αντιστάσεις. Γαμώτο τους.

Black Jack

Blackjack, σαναλέμε εικοσιμία. Τραβάς φύλλα μέχρι να φέρεις άθροισμα εικοσιένα ή τέλος πάντων μέχρι να νικήσεις τη Μάνα. Τον κρουπιέρη που λένε και στα καζίνα. Μπούρδες. Η τριανταμία είναι καλύτερη, και έχει και το φύλλο άσσο-τέσσερα που κερδίζει τα πάντα. Εκτός από το τριάντα ένα φυσικά.

Εικοσιμία, σαναλέμε είκοσι ενός. Είκοσι ενός χρονών πρέπει να είσαι τουλάχιστον για να παίξεις σε καζίνο. Στην Αμερική πίνεις και μπύρα άμα θες.

Κι έτσι όπως κάθεσαι ακουμπώντας το ένα χέρι στην τσόχα και κρατώντας στο άλλο χέρι το τζιντόνικ, μετράς τα χαρτιά κι υπολογίζεις, έφτασες τα εικοσιένα, στοπ τώρα. Και σε κοιτάζει η Μάνα και σε ρωτάει τι θες να κάνεις μετά. Πώς θα συνεχίσεις; Θα πάρεις το ποτηράκι σου και θα πας αλλού ή θα συνεχίσεις να τζογάρεις; Μετρώντας να φτάσεις τα εικοσιδύο και μετά τα εικοσιτρία και μετά τα εικοσιτέσσερα και μετά τα εικοσιπέντε και μετά τα…

Και διαλέγεις να συνεχίσεις φυσικά γιατί έτσι παν’αυτά. Ως τα εικοσιένα σου κάθεται καλά το φύλλο και αράζεις. Ωραία είμαστε εδώ, ας συνεχίσουμε.

Σλουρρρρ, τραβάς γουλιά από τον τζιντόνικ σου. Χιτ μι. Οχτώ, δεκαοχτώ, είκοσι, ρίξε κι άλλο, το’χω, ντάμα, φτου γκαντεμιά, τριάντα, κάηκες.

Δεν πα’ να ρίξεις καμιά ματιά στο πόκερ καλύτερα;

Εγώ πάντως προτιμώ την πρέφα. Ξεκινώ με κάσα τριάντα και κατεβάζω. Κι άμα μου κάτσει καλή καραμπίνα το φωνάζω εννιά άχρωμα και μαζεύω καπίκια να φαν’ κι οι κότες.

Αυτό μάλιστα. Άμα χάσεις κερνάς λουκουμάκι και πάμ’ απ’την αρχή. Άμα κερδίσεις είσαι ο άρχοντας της πρέφας και παμ’ απ’την αρχή. Δίκαια πράγματα. Πονταρίσματα κι αηδίες. Κι άμα δε σου κάτσει καλό το φύλλο “Ιχ. Ανατριχιαστικό! Πάσο”. Και σε πληρώνουν κιόλας.

Με πιάνεις;

Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ’ένα κρουασάν είναι να το αλείψεις με μερέντα και να το φας.

Του χρόνου θα δοκιμάσω το τάβλι.

Εχθές τσακώθηκα με τα γράμματα.

39′ 1201915  187125171  31712124  12151315  125  1179812152018.  9182418  12017915  131  191  1411312171520125  125  191  317112121191.  51116624  162418  1319,  121520  591319  51419175199101  12151115  131  31712124  222417918  120171.  52224  1019  514519118199107,  1216151759  15  51451911819718  131  12713  101191111259  19η  211720197191  191520  101231  121520  125  191  317112121191  1019  131  125  10152359.  101199  1951915915  81  71913  16151120  1491015.  511169624  131  191  1411312171520125  1820131915121  125  191  317112121191.

I wanna be your dog.

Well, I woke up this morning and I got myself a beer. Άνοιξα τον υπολογιστή και μέχρι να φορτώσει πήγα για κατούρημα. The future is uncertain and the end is always near. Το τραγούδι γύρναγε στο μυαλό μου και η ζέστη μ’έκανε να ιδρώνω σαν άλογο. You gotta roll roll roll, you gotta thrill my soul. Περασμένα μεγαλεία, σκέφτηκα. Α ρε Τζιμ.

Ο καιρός ήταν υγρός και ο ιδρώτας κύλαγε στην πλάτη μου. Έφτιαξα καφέ, ζεστό, μ’ένα παγάκι. Και μέλι. Κάθισα. Έξω ο ήλιος έκαιγε, ήταν καλή μέρα για βόλτα. Μα η μούρη μου καρφωμένη στην οθόνη. Και στα βιβλία, διάβαζα. Κατακαλόκαιρο κι εγώ είχα εξεταστική. Hey hey mama, said the way you move gonna make you sweat gonna make you groove. Μόνο που εγώ δεν κουνιόμουν. Προσηλωμένη στο βιβλίο, διάβαζα χωρίς να διαβάζω, πέρναγα τη ματιά μου πάνω από τις λέξεις, τη μία μετά την άλλη, στη σειρά, και μετά από κάτω, μα το μυαλό αλλού.

I don’t know, but I’ve been told, a big legged woman ain’t got no soul. Το μυαλό τρέχει σε μακριά πόδια, ψηλές γυναίκες, άντρες με κατσαρά μαλλιά και ξεκούμπωτα πουκάμισα. Α ρε Τζιμ. Α ρε Ρόμπερτ. Καλοκαίρια αλλιώτικα, εύκολα, σε θάλασσες και συναυλίες σε αμμουδιές, με μπύρες και παγωμένο τζιν, μαύρισμα και μουσική. Υπάρχουν, αμέ. Όσο υπάρχει κι ο Άγιος Βασίλης.

Summertime and the living is easy. Λάθος σου τα’πανε Μπίλι, το καλοκαίρι η ζωή είναι ακόμα πιο ζόρικη.

Ο ήλιος έπεσε, το ίδιο κι οι αντιστάσεις μου. Άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί και έβαλα τη μουσική δυνατά. Άρχισα να χορεύω και να κουνάω το κεφάλι μου πάνω κάτω. Κούναγα τα πόδια μου άτσαλα, σκόνταψα και παραλίγο να πέσω. Τα γυαλιά μου έφυγαν από τη μύτη, τα πρόλαβα όμως. Ο ιδρώτας κυλούσε. Η καρδιά χτυπούσε. A girl can do what she wants to do and that’s what Im gonna do and I don’t give a damn about my bad reputation.

Ναι, αλλά.

Τι άλλα; Δεν έχει αλλά. Τι αλλά;

Ναι, αλλά, τι θέλει το κορίτσι;

Ξέρω.

So messed up I want you here. I my room, I want you here. Now we’re gonna be face to face. And I lay right down to my favourite place. Now I wanna be your dog.

WELL COME ON!

Θέλω την έξαψη.

Γιατί κάπου την έχασα.

 

Howl.

I try so hard to be cold

I try so hard to not show

I give you nothing to doubt and you doubt me

You give me all that you have but I don’t see

Now I know that my eyes must close here

Every word seems to feel like I don’t care

But you know that I am so confused and afraid

I just want you to be one true thing that don’t fade

I don’t wanna give up tomorrow

I just can’t understand why we’re going on

I try so hard to not be heard

I try so hard to not hurt

I give you nothing to doubt and you doubt me

You give me all that you have but I don’t see

I just can’t understand why we’re going on

I don’t wanna be sad, I don’t wanna be scared

I wait for you in silence

I see the road is long.

[Οι στίχοι είναι παραλλαγή και όχι οι πρωτότυποι στίχοι του τραγουδιού των BRMC]

Μαντινάδα.

Αγάπα με να σ’αγαπώ, θέλε με να σε θέλω, γιατί θε να’ρθει ένας καιρός να θες και να μη θέλω.

Άντε.

Το dada και μερικά δεινά ακόμα. Και φωτογραφίες. Και τα βρώμικα πιάτα και το γάλα στην αυλή ακούγονται σαν τρίζει το τζάμι και οι αδένες στο λαιμό φουσκώνουν το άλμπουμ παλιές φωτογραφίες και ξεχασμένες πατάτες στην κατσαρόλα.

Είπαμε. Dada δε σημαίνει τίποτα.

Άμα μπορούσα να το αντιγράψω ολόκληρο θα το έκανα.

Γι’αυτά που λέει και γι’αυτό που είναι.

Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες, έχω χάσει τη φαντασία μου.

Όχι μαντάμ, δεν σας πήραμε 400 κιλά αίμα.

“Επαναλάβετέ το 30 φορές. Με βρίσκω πολύ συμπαθητικό.”

Κάθε μου γραφή απευθύνεται σε κάποιον, αλλά όχι πάντα και όχι σήμερα.

“Να γιατί τσακώθηκα με το dada κι απαιτώ παντού την καταστολή των D”. Είπε ο κύριος Αα ο αντιφιλόσοφος.

Θα ήθελα να είμαι μία μεγάλη χοντρή μύγα.

Μ’ακούς, ανύπαρκτε ακροατή;

Έχω μυρμήγκια να βγαίνουν απ’τις παλάμες μου.

“Παρ’όλα αυτά είμαι πολύ συμπαθητικός.”

Everybody’s going for those kinky boots, kinky boots.

Τα γλεφιτζούρια δεν πρέπει να έχουν χρυσόσκονη ή γεύση μήλο.

Στο χωριό ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

“Με βρίσκω σχεδόν συμπαθητικό.”

Βιβλίο για παπούτσια αφιερώνει ένα κεφάλαιο στο Sex and the city.

Υπάρχουν πια συγγραφείς; Χρειάζονται πια συγγραφείς;

“Γράφω γιατί είναι φυσικό σαν να κατουράω, σαν να ‘μαι άρρωστος.”

Άκου εκεί, βραδιές ποίησης. Με κεριά. Κι εγώ;

Πρέπει να σε ξεχάσω.

Πάντα ήμουν καλή στο κολάζ.

Πεινώ.

“Ο οποίος εξακολουθεί να βρίσκει τον εαυτό του πολύ συμπαθητικό.”

Λενιού Φλουξ

Ο Κυνόδοντας ήρθε δεύτερος.

 

"Your melancholia is a luxury"

 

"I always knew I'd be a bank robber so judge all you want ladies and gentlemen, because you never did become an astronaut"

Το dada και άλλα δεινά.

Dada δε σημαίνει τίποτα.

Διανοούμενοι και ψευτοκουλτουριάρηδες υπάρχουν.

“Η λογική είναι μια περιπλοκή. Η λογική είναι πάντα ψευδής.”

Όταν παθαίνει νευρικό κλονισμό και υστερία, μην την ακουμπάς.

Άνδρα μοι έννεπε, μούσα, πολύτροπον, ος μάλα πολλά πλάγχθη.

Γιατρέ μου, μ’αρέσεις.

Ένα έργο τέχνης δεν υποχρεούται να είναι αισθητικά αποδεκτό.

Αυτή είναι η αληθινή επανάσταση.

Dada, κάθε προϊόν αηδίας.

Δεν χωράς πουθενά. Τι κρίμα.

Δίαιτα.

“Υπάρχουν μέρες που κανένας τόπος δεν είναι αρκετά βαρύς για να χωρέσει τη μελαγχολία σου.”

Μα τι λέτε συνάδελφε. Το κηρ της Κηρός μου είναι διαθέσιμο για εσάς.

Η αγάπη μας είναι λίγο πιο μικρή απ’το σύμπαν γιατί πρέπει να χωράει κάπου.

Μωρτιμαζλές.

Δε μας χέζεις, ρε Νταλάρα.

Κάτι παραπάνω από ένα τουίτ.

Τούτη ‘δω η σκέψη θαρρώ αξίζει κατιτίς παραπάνω από ένα απλό τουίτ.

Να τη λοιπόν.

Άμα έχεις χάσει πρόσωπα, το να χάνεις πράγματα χάνει κάπως τη σημαντικότητά του.

Αυτό ήταν. Κάτι παραπάνω από ένα τουίτ, κάτι λιγότερο από ένα ποστ.

« Older entries
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.